ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

 Πρόσφατα οι δηλώσεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων κ. Γιάννη Πενταγιώτη για κυβέρνηση δωσιλόγων, για αγώνα κατά της δήθεν κοινοβουλευτικής δημοκρατίας  για λειτουργία της βουλής οπερέτας κι άλλα παρόμοια έθεσαν το ζήτημα της ελευθερίας του λόγου των δικαστικών λειτουργών. Ο ίδιος στο κείμενό του καταλήγει με τη γνωστή φράση «θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία». Πόση αρετή και τόλμη θέλει η ελευθερία του, αξίζει να το εξετάσουμε. Πάντως δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να παρατηρήσω ότι μου φαίνεται πιο σωστό η περίφημη φράση να χαρακτηρίζει πράξεις άλλων παρά τις δικές μας. Η άποψή μου είναι ότι λίγη ελευθερία λόγου έχει ο εισαγγελέας και γενικά οι δικαστικοί λειτουργοί και τούτο συνάγεται από την ιδιότητά τους ως κρατικών οργάνων. Αλλά επιφυλάσσομαι να επιχειρηματολογήσω επ’ αυτού αργότερα.

Η Βίβιαν Τιμπάνου και ο Μιχαήλ Ροδόπουλος έγραψαν δύο άρθρα με αντίθετες απόψεις και αφού είχαν τη καλοσύνη να δεχτούν να τα δημοσιεύσουν εδώ, σκέφθηκα ότι αξίζει τον κόπο να ανοίξουμε ένα διάλογο για το θέμα. Ήδη και ο Σπύρος Σκλήρης ετοιμάζει ένα τρίτο άρθρο, το οποίο σύντομα θα δημοσιευθεί και αυτό. Το ιδεώδες θα ήταν να πάρουν μέρος στο διάλογο και φοιτητές, όχι βέβαια με εργασίες, αλλά με σχόλια.

Στο διάλογο, λοιπόν, με θέμα την ελευθερία του λόγου των δικαστών δημοσιεύονται σήμερα το κείμενο του εισαγγελέα που έδωσε αφορμή για συζήτηση, το άρθρο της Βίβιαν Τιμπάνου και του Μιχαήλ Ροδόπουλου.

 

1. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χανίων κ. Γιάννης Πενταγιώτης με αφορμή την ιδιόμορφη απεργία των δικαστικών δημοσίευσε το παρακάτω κείμενο:

 «Συνάδελφοι δικαστές και εισαγγελείς σαν απάντηση στους ελάχιστους συναδέλφους που αντιδρούν στις κινητοποιήσεις μας αλλά και στις αμφιβολίες και στις αντιρρήσεις που ήδη εγείρονται για την κλιμάκωση του αγώνα, τις οποίες σέβομαι, αλλά δεν υιοθετώ αναφέρω τα κάτωθι:

Αγωνιζόμαστε ως κλάδος, ως ανεξάρτητη εξουσία ενάντια στην προκλητική παραβίαση του Συντάγματος από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, ενάντια στην κατεδάφιση όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων, ενάντια στην ισοπέδωση της παιδείας και της υγείας του λαού μας, ενάντια στη γενοκτονία που επιχειρείται εις βάρος όλων μας με την μείωση των μισθών και των συντάξεων σε επίπεδα μη βιώσιμα στα πλαίσια δήθεν του αποκαλούμενου δημοσίου συμφέροντος το οποίο όπως φαίνεται σύμφωνα με την 668/20-2-2012 απόφαση του ΣτΕ, που έκρινε συνταγματικό το μνημόνιο σε όλα τα μέτρα του υπερισχύει του ίδιου του Συντάγματος, των άρθρων που κατοχυρώνουν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και αγαθά και της ΕΣΔΑ.

Εδώ υπάρχει και μια αντίφαση και ειρωνεία των σοφών του ΣτΕ καθώς όλα τα μέτρα που λαμβάνονται στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος για τη λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας μας συγχρόνως τα ίδια μέτρα καταστρατηγούν, ισοπεδώνουν το δημόσιο συμφέρον και καταστρέφουν την κοινωνία μας για το καλό της οποίας εφαρμόζονται.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στο καθεστώς κατοχής που έχουν επιβάλλει η Τρόικα, οι σύμβουλοί τους, οι αξιωματούχοι της ευρωπαϊκής ένωσης και του ΔΝΤ και οι ντόπιοι και ξένοι τραπεζίτες.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην κυβέρνηση «δωσίλογων» που προσφέρουν γη και ύδωρ στους δανειστές μας εξοντώνοντας το λαό μας με την κατάλυση κάθε είδους εργασιακού και κοινωνικού δικαιώματός του.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στο φαύλο αυτό καθεστώς της δήθεν κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το οποίο νομοθετεί ενάντια στη θέληση και βούληση του λαού υποστηρίζοντας ότι διαθέτει λαϊκή νομιμοποίηση και εντολή.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στη λειτουργία της βουλής οπερέτας και της κυβέρνησης «yes men» που έχουμε, που νομοθετούν πάντα με δημοκρατικό τρόπο ψηφίζοντας όλα τα μέτρα που οδηγούν στην εξόντωση το λαό μας και στη διάλυση το κράτος μας, σε ένα άρθρο, για να μην υπάρξουν αντιδράσεις και διαρροές. Αλήθεια τι δημοκρατική πρακτική που είναι αυτή. Την επικροτούμε ως δικαστική εξουσία.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην ανεργία που έχει ξεπεράσει το 30%, αγωνιζόμαστε για τις οικογένειες των 3.000 συμπολιτών μας που αυτοκτόνησαν μην αντέχοντας την εξαθλίωση που τις οδήγησε η νόμιμα και δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνησή μας.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στον ορυμαγδό των νέων αυτών μέτρων λιτότητας και ισοπέδωσής μας, τα οποία κατά τους κυβερνώντες παίρνονται για το καλό μας και για να υπάρξει ανάπτυξη, όμως εδώ και δύο χρόνια συνεχώς βαθαίνει η ύφεση και δεν υπάρχει διέξοδος και τέλος.

Αγωνιζόμαστε για την εθνική μας κυριαρχία και ανεξαρτησία. Αλήθεια μήπως δεν έχετε αντιληφθεί ότι ήδη ζούμε σε καθεστώς κατοχής, δουλείας, αποικιοκρατίας γερμανικής προέλευσης. Ποιος πιστεύει ότι είμαστε ελεύθερο και κυρίαρχο κράτος που θα δώσει ένα τέλος στην αυτοκαταστροφή του, στο φαύλο κύκλο που μας οδηγεί η προδοτική αυτή πολιτική που δήθεν υπερασπίζεται τα συμφέροντά μας ως ελληνικό κράτος και πολίτες.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην απώλεια της εθνικής μας ανεξαρτησίας, στην αμετάκλητη και άνευ όρων παραίτησή μας από την εθνική κυριαρχία στην οποία προβήκαμε στο άρθρο 14 παράγραφος 5 της δανειακής σύμβασης που υπόγραψε ο υπουργός οικονομικών το Μάιο του 2010 χωρίς την έγκριση και κύρωσή της από τη βουλή και με βάση την οποία εγκαταστάθηκαν στη χώρα μας οι εκπρόσωποι της Τρόικας και του ΔΝΤ, οι οποίοι με τις ευλογίες των πολιτικών μας συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται σε αποικία ή μήπως βρίσκονται.

Αγωνιζόμαστε για να διατηρήσει ο καθένας το σπίτι του που με μόχθο και κόπο και με τις οικονομίες του έφτιαξε και αγόρασε και να μη του το πάρει η τράπεζα γιατί με την περικοπή του μισθού του δεν έχει πια τα χρήματα για να πληρώνει το στεγαστικό του δάνειο.

Αγωνιζόμαστε για να έχουν τα παιδιά μας μέλλον σε αυτό τον τόπο και όχι να μεταναστεύουν, να μένουν άνεργα και να αμείβονται με 500 ευρώ.

Αγωνιζόμαστε για να παραμείνουμε ελεύθεροι πολίτες με γνώμη και άποψη και όχι δούλοι, απλοί διεκπεραιωτές και εφαρμοστές των άθλιων νόμων που ψηφίζει η βουλή αυτή των άθλιων εκπροσώπων μας οι οποίοι για άλλη μια φορά αφού υφάρπαξαν την ψήφο του λαού μας με ψευδή διλλήματα περί δήθεν καταστροφή μας αν δεν ακολουθήσουμε πιστά τις οδηγίες των δανειστών μας θεωρούν ότι έχουν τη λαϊκή νομιμοποίηση και εντολή.

Η μέχρι τώρα στάση μας και η κλιμάκωση του αγώνα μας όχι μόνο δεν είναι αντισυνταγματική και παράνομη όπως θέλουν μερικοί να πιστεύουν και να παρουσιάσουν αλλά αντίθετα υπηρετεί το λαό και το Σύνταγμα που καλούμαστε να εφαρμόσουμε.

Αγωνιζόμαστε για να σταματήσει η προκλητική ισοπέδωση των ατομικών, κοινωνικών, εργασιακών δικαιωμάτων του λαού μας.

Αγωνιζόμαστε για την προστασία των αδύνατων.

Αγωνιζόμαστε για να μην εξαφανιστεί η φυλή μας, το έθνος μας, η Ελλάδα μας, ο τόπος μας που τόσο ξεδιάντροπα αφανίζεται από τους δήθεν αντιπροσώπους του, από αυτούς που είναι βουτηγμένοι στη διαφθορά και στην ανομία. Ας πληροφορηθεί λοιπόν η ηγεσία μας, η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου καθώς και οι εκλεκτοί συνάδελφοι που διαφωνούν με τη στάση μας ότι αγωνιζόμαστε για όλα τα ανωτέρω.

Η μόνη διέξοδος στην κρίση είναι η σθεναρή και αποφασιστική στάση μας για να τεθεί τέρμα στην καταπάτηση κάθε έννοιας δικαίου και δικαιοσύνης που βιώνουμε και για να υπάρξει μέλλον στον τόπο μας. Διαφορετικά αν πάψει να υφίσταται και ο θεσμός της δικαστικής εξουσίας, της δικαιοσύνης που τώρα τελευταία με αφορμή τις κινητοποιήσεις μας βάλλεται από παντού και κυρίως από το εσωτερικό του, την ηγεσία του αλλά και τους ίδιους τους λειτουργούς του δεν θα υπάρχει, δεν θα έχει μείνει όρθιο τίποτα πια. Τότε ας συνεχίσουμε να μασάμε το κουτόχορτο που μας προσφέρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι εργολάβοι – καναλάρχες και οι πολιτικοί πάτρωνές τους που θαυμάζουμε στη βουλή και ας συμμορφωθούμε με τις υποδείξεις.

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

Γιάννης Πενταγιώτης

Εισαγγελέας Πρωτοδικών»

 

2. Μπορούν οι εισαγγελείς να σχολιάζουν;

 

                                                                        Βίβιαν Τιμπάνου[1]

Πριν από κάποιες μέρες κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο ένα κείμενο που συνέγραψε και δημοσίευσε ένας εισαγγελέας πρωτοδικών Χανίων και στο οποίο καταφερόταν εναντίον των περικοπών των δικαστικών, του Μνημονίου και της κυβέρνησης, την οποία χαρακτήριζε «κυβέρνηση δωσίλογων και κυβέρνηση yes men»». Πολλοί υποστήριξαν ότι θα έπρεπε να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη στον εισαγγελέα μέχρι και το ότι θα έπρεπε να απολυθεί. Δεν πέρασαν λίγες μέρες και η πραγματικότητα δυσκόλεψε το πρόβλημα όταν αποκαλύφθηκε ότι μια εισαγγελέας πρωτοδικών Κεφαλληνίας, επωνύμως και με πιο ήπιες εκφράσεις, επικρότησε την άποψη του εισαγγελέα Χανίων. Εναντίον των δύο ανωτέρω, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου διέταξε πειθαρχική έρευνα. Ευτυχώς για τους υπόλοιπους δικαστικούς λειτουργούς που σχολίασαν το άρθρο, χρησιμοποίησαν μόνο τα αρχικά τους, οπότε γλίτωσαν την πειθαρχική έρευνα. Φαντάζομαι εάν το άρθρο είχε δημοσιευθεί στο facebook θα είχε ασκηθεί δίωξη και σε αυτούς που έκαναν like και share το κείμενο και είναι δικαστικοί λειτουργοί.

Ας δούμε όμως, είναι, πειθαρχικό παράπτωμα η δημοσίευση ενυπογράφως ενός κειμένου σαν το ανωτέρω και ο σχολιασμός του επίσης; Οδηγός μας θα είναι το Σύνταγμα και οι νόμοι.

Γενικά υπάρχει μια σημαντική αρχή, που γίνεται αποδεκτή από όλα τα δυτικά κράτη δικαίου. Αυτή είναι η φιλελεύθερη αρχή. Η βασική αρχή λέει, ότι ο καθένας, είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να μην του απαγορεύεται από το νόμο. Μια από τις μερικότερες εκφάνσεις της φιλελεύθερης αρχής, είναι η αρχή «in dubio pro libertate». Δηλαδή σε περίπτωση αμφιβολίας υπερισχύει η ερμηνευτική εκδοχή που δεν περιορίζει την ελευθερία του ατόμου.

Ένα σχεδόν απόλυτο δικαίωμα είναι το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου. Οπότε η φιλελεύθερη αρχή παίρνει μια μορφή πολύ περιοριστική για την οποιαδήποτε απαγόρευση.

Ο πατέρας του Αμερικανικού Συντάγματος James Madison και συντάκτης της περίφημης Πρώτης Τροποποίησης, έγραψε σχετικά «Δεν θα πρέπει να αφαιρεθεί ή να περιοριστεί το δικαίωμα των ατόμων στο λόγο ή στην δημοσίευση αυτών που πιστεύουν. Η δε ελευθερία του τύπου, που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προπύργια της ελευθερίας, θα πρέπει να είναι απαραβίαστη».

Το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου είναι σχεδόν απόλυτο. Για να περιοριστεί όπως και κάθε δικαίωμα, θα πρέπει να υπάρχει ειδική διάταξη στο Σύνταγμα και το νόμο. Κανείς περιορισμός όμως δεν θα πρέπει να είναι τόσο γενικός και με αυστηρές κυρώσεις που να περιορίζει υπέρμετρα το δικαίωμα στο λόγο κάποιων μελών της κοινότητας. Σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο περιορισμός του πολιτικού λόγου δεν θα πρέπει να υφίσταται, διότι ο πολιτικός συναγωνισμός, από τη στιγμή που δεχθήκαμε να μην χρησιμοποιούμε τσεκούρια και παντός είδους όπλα για να πείσουμε τον απέναντι, βασίζεται πλέον στον λόγο και στο λεκτικό επιχείρημα.

Κάθε κρατικός περιορισμός του πολιτικού λόγου, προσβάλει τον πολιτικό ανταγωνισμό, αφού θεωρεί την έκφραση της ιδέας από ένα άτομο ως ήσσονος βαρύτητας σε σχέση με την ίδια ιδέα που εκφράζεται από ένα άλλο άτομο και του επιτρέπετε να την εκφράζει. Το Κράτος δεν μπορεί ΠΟΤΕ να είναι ο κριτής του πολιτικού λόγου. Η ελεύθερη αγορά των ιδεών, ειδικότερα στον χώρο της πολιτικής, είναι εκ των ουκ άνευ για μια κοινοβουλευτική δημοκρατία όπου το άτομο θα πεισθεί από τα επιχειρήματα που θα ακούσει. Τα δικαιώματα του ατόμου δεν είναι μέσα για την επίτευξη ενός στόχου, αλλά αυτοσκοπός και αναγνωρίζονται σε κάθε άτομο. Το ίδιο το άτομο, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του και την θέση του σε μια κοινότητα, δεν είναι σκοπός για την επίτευξη ενός στόχου της κοινότητας – αλλά αντιθέτως αυτοσκοπός της κοινότητας είναι το ίδιο το άτομο. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων του και του δικαιώματός του να εκφράζεται πολιτικά, είναι συνυφασμένος με τον σεβασμό του ίδιου του ατόμου ως έλλογου όντος.

Με τις παραπάνω παραδοχές, μπορούμε να συζητήσουμε, εάν θα πρέπει σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις να περιορίσουμε και κατά ποιόν τρόπο αλλά και με ποία απόλυτη ακρίβεια το δικαίωμα στον ελεύθερο λόγο ενός μέλους της κοινότητας σε σχέση με τα υπόλοιπα.

Ο περιορισμός του σχεδόν απολύτου δικαιώματος στον λόγο, σε ένα κράτος με αυστηρό Σύνταγμα, θα πρέπει να προκύπτει αρχικά από το Σύνταγμα.

Στο Σύνταγμα εάν δεν υπάρχει επιφύλαξη υπέρ του νόμου, ώστε να παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσιοδότηση, να εξειδικεύσει στα όρια της εξουσιοδότησης, περαιτέρω τον περιορισμό, τότε οποιαδήποτε με κοινό νόμο επέκταση της απαγόρευσης και σε άλλα ζητήματα, εκφέυγει της αρχικής συνταγματικής εξουσιοδότησης και είναι ανίσχυρη. Μοναδικός ερμηνευτικός οδηγός σε περίπτωση μη επιφύλαξης υπέρ του νόμου, θα πρέπει να είναι το ίδιο το κείμενο του Συντάγματος. Όταν ο Συντακτικός νομοθέτης θέλησε να εξουσιοδοτήσει τον κοινό νομοθέτη για την περαιτέρω εξειδίκευση μια ρύθμισής του, το έκανε ρητά, με την κλασσική διατύπωση «όπως νόμος ορίζει», όταν όμως δεν το θέλησε η παράλειψη αυτή είναι μεγάλης κανονιστικής σημασίας. 

Στο άρθρο 29 παράγραφος 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς, χωρίς ο νομοθέτης να επιφυλάσσεται υπέρ του νόμου. Η μη επιφύλαξη υπέρ του νόμου, μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης στους δικαστικούς λειτουργούς, είναι αυτή και μόνο αυτή και καμία άλλη που να επεκτείνει τον περιορισμό.

Φυσικά και για τους δικαστικούς λειτουργούς ισχύει ο γενικός περιορισμός του λόγου του άρθρου 14 του Συντάγματος όπως και στους υπόλοιπους. Εάν δούμε συγκριτικά το άρθρο 14 παράγραφος 1 και το άρθρο 29 παράγραφος 3 του Συντάγματος θα δούμε ότι στο μεν άρθρο 14 που αφορά τον περιορισμό του δικαιώματος του λόγου σε όλους, υπάρχει επιφύλαξη υπέρ του νόμου, στο δε άρθρο 29, που αφορά τα άτομα με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, δεν υπάρχει επιφύλαξη υπέρ του νόμου. Η μη επιφύλαξη υπέρ του νόμου στο άρθρο 29 μας οδηγεί στο αβίαστο συμπέρασμα ότι οποιοσδήποτε περαιτέρω περιορισμός στην ελεύθερη έκφραση των δικαστικών λειτουργών από το νόμο (εκτός της έκφρασης υπέρ ή κατά ενός κόμματος) είναι αντίθετος με το Σύνταγμα.

Θα μπορούσε όμως κανείς να υποστηρίξει, ότι από τη θέση των δικαστικών λειτουργών στην πολιτική κοινότητα που δημιουργείται από το Σύνταγμα και τον ρόλο τους σε αυτή, μπορούμε να εντοπίσουμε μερικούς ακόμα περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου που δεν εντοπίζονται αβίαστα στο άρθρο 29 παράγραφος 3 και το άρθρο 14 παράγραφος 1. Οι περιορισμοί είναι συνυφασμένοι με την αμεροληψία για τις υποθέσεις που εκδικάζουν και όχι αυτές που πιθανόν θα εκδικάσουν στο απροσδιόριστο μέλλον. Αυτό θα μπορούσε να γίνει εξ αρχής δεκτό, όμως επειδή ο οποιοσδήποτε περαιτέρω περιορισμός, βασιζόμενος σε αόριστα κριτήρια, όπως η θέση και ο ρόλος σε μια πολιτική κοινότητα είναι προδήλως αυθαίρετα και η επέκταση του περιορισμού πρέπει να είναι ειδική, σχεδόν εξατομικευμένη στη θέση στην ιεραρχία και στην επιρροή της θέσης στην πολιτική κοινότητα.

Αυτή την εξειδίκευση κάνει εν μέρει ο νόμος, ο οποίος προβλέπει στο άρθρο 91 του ν. 1756/1988 περί κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, τα σχετικά με τα πειθαρχικά παραπτώματα των δικαστικών λειτουργών. Στην παράγραφο 4 ορίζεται ρητά ότι 1. δεν αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα για το δικαστικό λειτουργό η έκφραση γνώμης δημόσια, εκτός αν γίνεται…2. με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης ή εκφράζεται υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης. Επίσης δεν αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα…3. η συμμετοχή και η ανάπτυξη δραστηριότητας στις αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών ή άλλα σωματεία και…4. η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στα πλαίσια της συμμετοχής σε ένωση δικαστικών λειτουργών. Τέλος στην παράγραφο 1 περίπτωση δ του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά και η αναξιοπρεπής ή απρεπής εντός ή εκτός υπηρεσίας συμπεριφορά.

Ο κοινός νομοθέτης επέκτεινε τον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης των δικαστικών λειτουργών εκτός της περίπτωσης της έκφρασης υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος και στις περιπτώσεις έκφρασης υπέρ ή κατά ορισμένης πολιτικής οργάνωσης. Κατά τη δική μου γνώμη ο περαιτέρω περιορισμός είναι αντίθετος στο Σύνταγμα το οποίο ρητά απαγορεύει την έκφραση υπέρ ή κατά κόμματος και όχι υπέρ ή κατά πολιτικής οργάνωσης. Ένα κόμμα είναι πάντοτε πολιτική οργάνωση, μια πολιτική οργάνωση όμως δεν είναι πάντοτε κόμμα. Έτσι ο κοινός νομοθέτης επεκτάθηκε περαιτέρω κατά τρόπο αντίθετο στο Σύνταγμα.

Επίσης ο κοινός νομοθέτης επέκτεινε τον περιορισμό και στις περιπτώσεις όπου η έκφραση δημόσιας γνώμης γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης. Ο περιορισμός αυτός είναι τόσο αόριστος και εκφεύγει των ορίων του Συντάγματος που γίνεται επικίνδυνος. Ο περιορισμός αυτός εάν δεν κριθεί αντίθετος στο Σύνταγμα θα πρέπει να υποβληθεί στον περιορισμό που συνίσταται από: α) τη φιλελεύθερη αρχή του σχεδόν απόλυτου δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση, β) τη μη αναφορά στο Σύνταγμα της εν λόγω περίπτωσης, γ) στην ίδια τη διάταξη που απαιτεί i) προφανή και ii) σκοπό μείωση του κύρους της δικαιοσύνης. Το κριτήριο «προφανής σκοπός» από μόνο του είναι πολύ περιοριστικό κριτήριο το οποίο μαζί με τα υπόλοιπα μας οδηγεί σε ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να ευρεθεί «προφανής σκοπός» μείωσης του κύρους της δικαιοσύνης (δόλος α΄ βαθμού).

O νομοθέτης επιπλέον θεωρεί και ορθά, ότι η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στα πλαίσια συμμετοχής σε ένωση δικαστικών λειτουργών δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Το δικαίωμα αυτό δεν το αναγνωρίζει μόνο στα μέλη της διοίκησης των ενώσεων αυτών, αλλά και στα μέλη που συμμετέχουν στις ενώσεις αυτές και εκφέρουν γνώμη στα πλαίσια της συμμετοχής τους σε αυτές. Όταν λέμε «συμμετοχή σε αυτές» προφανώς δεν εννοούμε το δικαίωμα να εκφράζονται μονό σε διοργανώσεις των ενώσεων αυτών (συνέδρια, συνελεύσεις, κ.α.) αλλά παντού. Οι ενώσεις αυτές έχουν κυρίως ρόλο συνδικαλιστικό και τα μέλη τους έχουν δικαίωμα να εκφράζουν τις απόψεις τους για τα θέματα που τους αφορούν.

Τέλος η περίπτωση της αναξιοπρεπούς ή απρεπούς εντός ή εκτός υπηρεσίας συμπεριφοράς, λόγω της προφανούς αοριστίας της θα πρέπει ως ανωτέρω να ερμηνεύεται στενά. Σε κάθε περίπτωση όταν θα προσπαθήσουμε να την εφαρμόσουμε ώστε να περιορίσουμε το δικαίωμα του λόγου ενός δικαστικού λειτουργού, θα πρέπει να τη θέσουμε υπό την ερμηνευτική μέγγενη της περίπτωσης του προφανούς σκοπού μείωσης του κύρους της δικαιοσύνης, ο οποίος θα έχει περάσει από την ερμηνευτική μέγγενη της φιλελεύθερης αρχής και του άρθρου 29 του παρ. 3 του Συντάγματος. Εάν η δημόσια έκφραση γνώμης δεν γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης δεν συνιστά παραπέρα αναξιοπρεπή ή απρεπή εντός ή εκτός υπηρεσίας συμπεριφορά.

Ο εισαγγελέας Χανίων εξέφρασε την άποψη του αρχικά για τις μειώσεις των μισθών των δικαστικών λειτουργών και τον ρόλο του δικαστικού λειτουργού στην εποχή της οικονομικής κρίσης και του Μνημονίου. Ανεξάρτητα από εάν μας αρέσει ή όχι η άποψη του, το κρίσιμο είναι το γεγονός ότι έχει το δικαίωμα να εκφράζεται, ακόμα και με άστοχες εκφράσεις όπως περί κυβέρνησης δωσίλογων και κυβέρνησης «yes men».

Αρχικά αναφέρθηκε στο γεγονός της μείωσης των αποδοχών τους που έχει οδηγήσει σε μια πρωτοφανή αποχή, βεβαίως παράνομη και αντισυνταγματική, αλλά κρίσιμη για τον κλάδο τους και για την ένωση τους. Από το κείμενο του εισαγγελέα δεν προκύπτει «προφανής σκοπός» μείωσης του κύρους της δικαιοσύνης αλλά σχολιασμός των πεπραγμένων της πολίτικης εξουσίας. Η έκφραση των απόψεων του δεν συνιστούν έκφραση υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος. Η αντίθεση στην κυβέρνηση, δεν συνιστά έκφραση κατά κόμματος ή έκφραση υπέρ αντιπολιτευόμενου κόμματος διότι η ερμηνεία της έννοιας «κόμμα» θα πρέπει να είναι στενή. Κόμμα εννοούμε την πολιτική οργάνωση που έχει ως σκοπό την κατάληψη θέσεων στο κοινοβούλιο μιας χώρας μέσω εκλογών στις οποίες συμμετέχει ή θα συμμετάσχει μετά βεβαιότητας και την περαιτέρω εκλογή κυβέρνησης από στελέχη του που θα στηριχθούν από την εκλεγείσα βουλή.

Το κόμμα μέσω της παροχής ψήφου εμπιστοσύνης, στηρίζει μια ομάδα προσώπων που αποτελούν την κυβέρνηση, ήτοι την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας μαζί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση παρόλο που στηρίζεται από ένα ή περισσότερα κόμματα δεν ταυτίζεται με αυτά. Εάν ο συντακτικός νομοθέτης ήθελε να συμπεριλάβει και την κυβέρνηση στις απαγορευμένες περιπτώσεις έκφρασης υπέρ ή κατά θα το έκανε με ρητή αναφορά. Οποιαδήποτε αναλογική – επεκτατική ερμηνεία του νοήματος του άρθρου 29 και στην κυβέρνηση είναι προφανώς αβάσιμη και συνιστά ανεπίτρεπτο λογικό άλμα περιοριστικό των δικαιωμάτων των ατόμων και ασύμβατο με την προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Επιπλέον η ελευθερία του λόγου υπάρχει για να ελέγχονται πρωτίστως τα άτομα που ήδη ασκούν την εξουσία και συνιστούν εν δυνάμει κίνδυνο για τα δικαιώματα των ατόμων και όχι αυτά που διαγκωνίζονται να την καταλάβουν. Η απαγόρευση κριτικής στην εκτελεστική εξουσία και την κυβέρνηση συνιστά πλήρη ανάστροφη του νοήματος της ελευθερίας του λόγου και ανεπίτρεπτο γενικό περιορισμό αυτού.

Σε σχέση με την εισαγγελέα Κεφαλληνίας που σχολίασε και επικρότησε τις απόψεις του εισαγγελέα Χανίων, η έναρξη πειθαρχικής έρευνας εναντίον της είναι προδήλως αβάσιμη. Φθάνει σε ακραία όρια διότι αυτό που υποδηλώνει η έναρξη πειθαρχικής έρευνας εναντίων της είναι η πολιτική αντίθεση στα λεγόμενα της και όχι οι ενδείξεις πειθαρχικού παραπτώματος.

Η προσπάθεια περιορισμού του λόγου των δικαστικών λειτουργών έχει παρελθόν στην χώρα μας. Τον Δεκέμβριο του 1990 στα πλαίσια κριτικής στο σχέδιο νόμου “Για την προστασία της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα”, δημοσιεύθηκαν επικριτικές ή επαινετικές δηλώσεις και ανακοινώσεις δικαστικών λειτουργών και δικαστικών ενώσεων, για το ζήτημα του τότε αντιτρομοκρατικού νόμου και την απαγόρευση δημοσίευσης προκηρύξεων τρομοκρατικών οργανώσεων αλλά και το 2008 με την άσκηση πειθαρχικής δίωξης από τον ανεκδιήγητο Σανιδά εις βάρος του τότε προέδρου της ένωσης εισαγγελέων Σ. Μπάγια που όμως δεν οδήγησαν τελικά σε διώξεις.

Με σκοπό την άσκηση κριτικής στην απεργία των δικαστικών λειτουργών, είδαμε δημοσιευόμενα διάφορα κείμενα που μιλούσαν υπέρ ή κατά των απεργιών των δικαστικών όπως της Εφέτη Χασιρτζόγλου που έκανε λόγο για παράνομες απεργίες ή της Εφέτη Παγουτέλη να της απαντά αλλά και ενός εισαγγελέα εφετών στην εφημερίδα «Τα Νέα» να μιλά για παράνομες απεργίες. Σε αυτούς τους λειτουργούς που υποστήριξαν ή όχι τη θέση της κυβέρνησης θα πρέπει να ασκηθεί δίωξη;

Προφανώς και όχι όπως και για τους άλλους δύο για τους οποίους ήδη διατάχθηκε πειθαρχική έρευνα. Το επιχείρημα ότι σε σχέση με τους ανωτέρω, ο εισαγγελέας Χανίων χρησιμοποίησε οξείες εκφράσεις ή ότι έκρινε γενικά το κυβερνητικό έργο και όχι αποκλειστικά τα ζητήματα που αφορούν άμεσα τον κλάδο του, δεν είναι πειστικό, για τον λόγο ότι πρωτίστως δεν στηρίζεται στο νόμο όπως ανωτέρω ανέλυσα.  

Η ανωτέρω κριτική των δικαστικών θεωρώ δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πιθανόν δεν θα είναι αμερόληπτοι στην εκδίκαση των υποθέσεων που θα τους ανατεθούν και σχετίζονται με τα ανωτέρω νομικά ζητήματα διότι εκφράστηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Οι δικαστικοί λειτουργοί για χρόνια  ασχολούνται με πολιτικά ζητήματα ή εκφράζουν γνώμη για νομικά ζητήματα Όσοι διαβάζουμε νομικά περιοδικά έχουμε δει μελέτες δικαστικών λειτουργών να αναφέρονται σε νομοθετήματα τα οποία τα χαρακτηρίζουν αναποτελεσματικά ή αντισυνταγματικά ή παίρνουν θέση υπέρ της μιας ή της άλλης ερμηνευτικής εκδοχής. Το ότι αρθρογραφούν υπέρ ή ενάντιων αυτών των νομοθετημάτων, δεν σημαίνει ότι εκφράζονται υπέρ ή κατά κομμάτων που ψήφισαν το νόμο ή αναμιγνύονται με πολιτικά ζητήματα ή επιπλέον ότι δεν θα είναι αμερόληπτοι στην άσκηση των καθηκόντων τους για υποθέσεις σχετιζόμενες με το ανωτέρω ζήτημα.

Εάν δεχθούμε αυτήν την τελευταία εκδοχή, ότι δηλαδή δεν μπορούν να δικάζουν υποθέσεις, για τα νομικά ζητήματα των οποίων έχουν εκφραστεί, αυτομάτως αποκλείουμε πολλούς δικαστές που έχουν γράψει ή θα γράψουν μελέτες με νομικό περιεχόμενο ή και το χειρότερο τους αποτρέπουμε από το να δημοσιεύουν τις απόψεις τους επάνω σε νομικά ζητήματα.

Κλείνοντας θα πρέπει να υποστηρίξουμε ότι η θέση μεταξύ ενός δικαστή και ενός εισαγγελέα δεν είναι η ίδια.

Ένας δικαστής που είναι ο τελικός κριτής σε μια υπόθεση και δεν υπόκειται ιεραρχικά σε κανέναν για την άσκηση του ρόλου του και δεν μπορεί να περιορίζεται το ίδιο με έναν εισαγγελέα.

Ο εισαγγελέας πρωτοδικών ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις υπόκειται ιεραρχικά στον προϊστάμενό του, για την άσκηση του ρόλου του, αλλά και στον Υπουργό Δικαιοσύνης και μπορεί να εντέλλεται από αυτόν να ασκήσει ποινική δίωξη ή να διατάζει προκαταρτική έρευνα ( βλέπε αρ. 29[2], 30[3], 35[4] κ.α. ΚΠΔ), δεν επιτελεί ρόλο τόσο αυστηρό όσο ο δικαστής ο οποίος για την άσκηση του ρόλου του δεν υπάγεται ιεραρχικά σε κανέναν. Οπότε μπορούμε να αναγνωρίσουμε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δικαστή και εισαγγελέα σε σχέση με την ελευθερία του λόγου. Όσο ανεβαίνουμε στην βαθμίδα της ιεραρχίας της εισαγγελικής αρχής τόσο περιορίζεται το δικαίωμα του κατόχου της θέσης διότι δεν υπόκειται ιεραρχικά σε κανέναν να για επιτελέσει το ρόλο του.

Κλείνοντας, υποστηρίζουμε ότι δεν υπάρχει καμία πειθαρχική παράβαση από μέρους των εισαγγελέων, διότι από την ερμηνεία των ανωτέρω οικείων εν ισχύ διατάξεων, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο.

3. Αναζητώντας τα όρια στην ελευθερία του λόγου των δικαστικών λειτουργών

 

Μιχαήλ Ροδόπουλος[5]

 

Εισαγωγικά

Σύντομο ιστορικό:     Πριν από μερικές ημέρες αναγνώσαμε στο ημερήσιο τύπο μια ασυνήθιστη για τον δικανικό βίο είδηση[6]. Εισαγγελέας Πρωτοδικών με επιστολή του η οποία αναρτήθηκε σε διαδικτυακό ιστότοπο υπερασπίζεται τις κινητοποιήσεις του κλάδου του για την διασφάλιση των μισθολογικών απολαβών των δικαστών εξαπολύοντας μύδρους ενάντια στο πολιτικό σύστημα αλλά και σε ανώτερους ιεραρχικά δικαστές που τηρούν διαφορετική στάση στο ζήτημα. Η τοποθέτηση του εισαγγελέα προκάλεσε την αντίδραση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος διέταξε πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση σε βάρος του καθώς χαρακτηρισμοί που απαντώνται στο άρθρο-παρέμβαση όπως ιδίως «κυβέρνηση δωσιλόγων που προσφέρουν γη και ύδωρ στους δανειστές μας», «βουλή οπερέτα», «κυβέρνηση yes men», «καθεστώς κατοχής», «Σοφοί του ΣτΕ» φέρονται να αποτελούν προσβολή για το κύρος της δικαιοσύνης. Αξίζει να σημειωθεί ότι πειθαρχικώς ελεγκτέα τυγχάνει και δεύτερη εισαγγελική λειτουργός η οποία επικρότησε την επιστολή του συναδέλφου της με την φράση «μπράβο συνάδελφε».

Προβληματισμοί:       Κατόπιν των ανωτέρω εγείρονται ερωτηματικά σχετικά με το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου των δικαστικών λειτουργών. Είναι ο δικαστής δέσμιος σε μια σχέση ανελευθερίας με το κράτος-εργοδότη ή μήπως η άσκηση του λειτουργήματος του δικαστικού λειτουργού συνεφέλκεται θεμιτούς περιορισμούς στο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου; Το ειδικό status του δικαστή «παρακολουθεί» την συμπεριφορά του και όταν αυτός κατέρχεται της έδρας ή μήπως με την λήξη του ωραρίου των δικαστηρίων αναβιώνει το γενικό του status, απολαμβάνοντας έτσι ευρύτερες ελευθερίες έκφρασης και συμπεριφοράς που θα απολάμβανε και ως απλός πολίτης;

Όπως γίνεται αντιληπτό τα ερωτήματα αυτά συνέχονται άρρηκτα με την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του δικαστή και συνεπώς με την ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου. Άπτονται προσέτι του φιλελεύθερου οικοδομήματος προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η έννομη τάξη μας από την οποία δεν γίνονται ανεκτές νησίδες ανελευθερίας και αναστολής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών.

Με την παρούσα ανάλυση θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τα όρια στην ελευθερία της έκφρασης που τίθενται στους δικαστικούς λειτουργούς. Κάθε ελευθερία γίνεται αντιληπτή μέσα από τους περιορισμούς της, διαφορετικά καταλήγει σε άναρχη εξουσία. Η ανάλυση θα βασιστεί επί του διπόλου «κομματική έκφραση – πολιτική έκφραση» καθώς η απαγόρευση κομματικής έκφρασης είναι όπως θα δείξουμε διάφορης νομικής φύσεως από τους περιορισμούς που τίθενται σε έναν lato sensu πολιτικό λόγο του δικαστή.

Α) Η απαγόρευση κομματικής εκδήλωσης των δικαστικών λειτουργών ως όρος άσκησης του λειτουργήματος τους.

 

Νομοθετικό πλαίσιο: Σύμφωνα με το άρθρο 29 § 3 εδ. α΄ του Συντάγματος «Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας». Την επιταγή για κομματική ουδετερότητα επαναλαμβάνει και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (στο εξής ΚΟΔΚΔΛ) στο άρθρο 40 § 6 του όποιου ορίζεται πως «απαγορεύονται στους δικαστικούς λειτουργούς κάθε είδους εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων». Για την ταυτότητα του νομικού λόγου αλλά και σε σύμφωνη με το σύνταγμα ερμηνεία της νομοθετικής αυτής διάταξης πρέπει να δεχθούμε πως η απαγόρευση καταλαμβάνει και εκδηλώσεις κατά πολιτικών κομμάτων. Το άρθρο 91 § τυποποιεί ως πειθαρχικό αδίκημα «κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή συμπεριφορά εν γένει του δικαστικού λειτουργού εντός ή εκτός υπηρεσίας, εφ’ όσον αντίκειται προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις ή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμα του και θίγει το κύρος του ή το κύρος της δικαιοσύνης» Διευκρινίζεται ωστόσο στο ίδιο νομοθέτημα (άρθρο 91 § 5 περ. β΄) πως δεν συνιστά πειθαρχική παράβαση «η έκφραση γνώμης δημοσίως, εκτός αν γίνεται με σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης ή υπέρ ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης».

Τελολογική και συστηματική ερμηνεία:      Πριν προχωρήσουμε στον ερμηνευτικό προσδιορισμό του εύρους της απαγόρευσης,  σκόπιμο είναι να διαγνώσουμε το σκοπό της. Από την συστηματική θέση που κατέχει η απαγόρευση κομματικής εκφράσεως του δικαστή καθίσταται σαφές πως η απαγόρευση αυτή δεν γίνεται αντιληπτή ως κλασσικού τύπου περιορισμός ορισμένου ατομικού δικαιώματος και ειδικότερα του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 του ισχύοντος Συντάγματος. Πράγματι, η επιταγή για κομματική αμεροληψία δεν περιλαμβάνεται στο Μέρος Δεύτερο του Συντάγματος (άρθρα 4 έως 25) όπου ρυθμίζονται τα σχετικά με ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα αλλά στο Μέρος Τρίτο, Τμήμα Α΄ όπου διαλαμβάνονται ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας της Πολιτείας και ειδικότερα εξαγγέλλονται θεσμικές αρχές σύνταξης της Πολιτείας. Με άλλα λόγια, η κομματική ουδετερότητα εκλαμβάνεται από το συντακτικό νομοθέτη ως υπαρξιακός όρος της σύνταξης της πολιτείας αμέσως σχετιζόμενη με την οργανωτική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Η διάκριση των λειτουργιών προστάσσει τους εκπροσώπους των τριών εξουσιών σε εκατέρωθεν αυτοσυγκράτηση για να διαφυλαχθεί η ακώλυτη άσκηση εκάστης λειτουργίας[7]. Ο επιβαλλόμενος αυτοπεριορισμός προλαμβάνει ανεπιθύμητες θεσμικές τριβές ανάμεσα στην δικαστική και την νομοθετική λειτουργία, τριβές οι οποίες καθηλώνουν την κρατική δράση σε μια αντιπαραγωγική αυτοαναφερόμενη εσωστρέφεια, η οποία σε προοπτική έξαρσης ενδέχεται να τραπεί σε απειλητική του ίδιου του πολιτεύματος.

Όπως ακριβώς ολόκληρο πλέγμα διατάξεων περιορίζει την νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία από παρεμβάσεις στο έργο της δικαιοσύνης κατά τον ίδιο τρόπο και η δικαιοσύνη περιορίζεται στις παρεμβάσεις της στο έργο της Βουλής κατά την νομοθετική λειτουργία και στο έργο της Κυβέρνησης σχετικά με την γενική διακυβέρνηση της Χώρας. Το άρθρο 26 Σ δηλαδή, το οποίο ρητά διακηρύττει την μοντεσκιανής προέλευσης διάκριση των λειτουργιών ως δομικό κανόνα αρχιτεκτονικής του συστήματος των σχέσεων κρατικής εξουσίας, λειτουργεί ως κριτήριο ερμηνείας του επίμαχου νομοθετικού πλαισίου για τις απαγορεύσεις στην ελευθερία έκφρασης των δικαστών[8]. Καίτοι στην πράξη έχει παρατηρηθεί πως οι παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας στο έργο των δικαστών είναι περισσότερο συχνές και σίγουρα πιο δραστικές, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος δικαστικής αυθαιρεσίας και υπονόμευσης της εκτελεστικής εξουσίας από υπερτροφικής εξουσίας δικαστικούς[9]. Η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων οφείλει να είναι τέτοια που να διασφαλίζει πως το κράτος δικαίου δεν θα διολισθήσει σε κράτος δικαστών.

Το Σύνταγμα στα άρθρα 87 επ. εξοπλίζει τους δικαστές με λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία εξυπηρετώντας τον στόχο για ορθή και ανεπηρέαστη απονομή της δικαιοσύνης[10]. Αποτελώντας ωστόσο αναλυτική έκπτυξη της θεμελιώδους αρχής της διάκρισης των λειτουργιών[11] οι εγγυήσεις υπέρ των δικαστών δεν σκοπούν μόνο στην διασφάλιση μιας ανεπηρέαστης δικαιοδοτικής κρίσης αλλά αποτελούν και συνταγματικά θεσπισμένο κώδικα συμπεριφοράς ανάμεσα στα όργανα των τριών λειτουργιών. Ως εκ τούτου, η ανεξαρτησία των δικαστών δεν είναι προνόμιο ή δικαίωμα των δικαστών αλλά αντικειμενικός κανόνας που επιτάσσει την υπακοή των δικαστών μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους[12]. Από την στιγμή όμως που οι διατάξεις περί λειτουργικής ανεξαρτησίας δεσμεύουν τόσο την εκτελεστική και την νομοθετική εξουσία όσο και την ίδια την δικαστική, ο δικαστής δεν μπορεί να παραιτηθεί των θεσμικών αυτών εγγυήσεων. Δεν μπορεί επίσης να τις διευρύνει πέρα από το ρητά συνταγματικά θεσπισμένο πλαίσιο. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να διεκδικήσει στην πράξη μεγαλύτερη εξουσία από αυτή που ρητά του απονέμεται. Δεν μπορεί δηλαδή να επεκτείνει την λειτουργική του ανεξαρτησία και από εξουσία απόκρουσης παρεμβάσεων της εκτελεστικής εξουσίας να την μετατρέψει σε εξουσία επέμβασης στα έργα της Κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ευθεία παράβαση τόσο του άρθρου 26 όσο και των άρθρων 87 επ. Σ. Διαβάζοντας την λειτουργική ανεξαρτησία του Δικαστή από την αντίπερα όχθη, η Κυβέρνηση και η Βουλή υποχρεούται να απέχει από παρεμβάσεις στο έργο της δικαιοσύνης αλλά υποχρεούται και να αποκρούει οποιαδήποτε επέμβαση στο δικό της έργο (πχ άρθρο 82 § 1 Σ) που προέρχεται από χώρο της Δικαιοσύνης[13]. Συνοπτικά, η ανάσχεση του λόγου των δικαστών από κομματικές κορώνες ή από δημόσιες τοποθετήσεις σε ζητήματα ρητά επιφυλασσόμενα στις άλλες δύο λειτουργίες αποτελεί το ομοούσιον αντίρροπο της ανεξαρτησίας τους.

Σε όρους συνταγματικής θεωρίας ο δικαστής είναι άμεσο όργανο του κράτους καθώς η συγκρότηση και οι αρμοδιότητές του προβλέπονται και ρυθμίζονται απευθείας από το Σύνταγμα. Ως όργανο του κράτους ασκεί την κατά το ισχύον δίκαιο κρατική εξουσία[14]. Οι πράξεις ή οι παραλείψεις του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου «ισχύουν, για τη νομική θεώρηση, όχι ως πράξεις αυτών των προσώπων αλλά κάποιων άλλων»[15], δηλαδή των δικαστών ως κρατικών οργάνων. Σύμφωνα με την θεωρητική αυτή σύλληψη, για όσο χρόνο το φυσικό πρόσωπο ασκεί την δέσμη αρμοδιοτήτων που προβλέπονται για το όργανο «δικαστικός λειτουργός» είναι υποχρεωμένο να ενεργεί μόνο τις πράξεις που επιτάσσονται ή επιτρέπονται από τον νόμο. Η απαγόρευση κομματικών εκδηλώσεων είναι δηλαδή μια παράμετρος της αρμοδιότητας του. Είναι ο όρος, ένας από τους πολλούς, υπό τους οποίους ασκείται η συγκεκριμένη αρμοδιότητα. Άρα, η απαγόρευση δεν παύει ούτε αναστέλλεται με την λήξη του ωραρίου των δικαστηρίων. Δεν διαρκεί για όσο χρόνο το φυσικό πρόσωπο βρίσκεται σε υπηρεσία αλλά αντιθέτως για όλο το χρονικό διάστημα που είναι φορέας της αρμοδιότητας. Η απαγόρευση κομματικής εκδήλωσης είναι συνεπώς ένα είδος ασυμβιβάστου για τους δικαστικούς λειτουργούς ανάλογης νομικής φύσεως με την απαγόρευση παροχής κάθε άλλης μισθωτής υπηρεσίας ή άσκησης οποιουδήποτε επαγγέλματος (άρθρο 89 § 1 Σ). Όπως ο δικαστής δεν δικαιούται να ασκεί άλλο επάγγελμα, ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο του, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο απαγορεύεται σε αυτόν να εκδηλώνεται κομματικά ακόμη και όταν είναι ελεύθερος υπηρεσίας[16]. Ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι απαγορεύσεις αυτές βρίσκονται σε ένταση με το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους (5 § 1 Σ) ή της ελευθερίας έκφρασης (14 § 1 Σ) όπως είναι γνωστό όλες οι διατάξεις του Συντάγματος είναι ισόκυρες και σε καμία περίπτωση δεν γίνεται αποδεκτή η κατασκευή της θεωρίας των αντισυνταγματικών διατάξεων του Συντάγματος. Ήδη όμως αναλύσαμε εκτενώς ότι η απαγόρευση κομματικής εκδήλωσης δεν είναι περιορισμός ορισμένου ατομικού δικαιώματος αλλά όρος άσκησης της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ρητώς θεσπισμένος εκ του Συντάγματος. Δεν πρόκειται για περιορισμό του δικαιώματος ορισμένου φυσικού προσώπου αλλά για προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων ορισμένου κρατικού οργάνου.

Εύρος της απαγόρευσης:      Ύστερα από τις σημαντικές αυτές συστηματικές-τελολογικές επισημάνσεις είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε στην ερμηνεία της διάταξης 29 § 3 Σ και του συναφούς νομοθετικού πλαισίου. Η ερμηνεία αυτή δεν χρειάζεται να υπακούει στους περιορισμούς των περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων και ειδικότερα στην απαίτηση για απαραβίαστο πυρήνα του δικαιώματος (άρθρο 25 Σ) ή στον ερμηνευτικό κανόνα για στενή ερμηνεία των περιορισμών[17]. Η 29 § 3 Σ πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως του πρωταρχικού σκοπού της που δεν είναι άλλος από την διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης μέσα στο πλαίσιο της συνταγματικής διάκρισης των λειτουργιών.

Η έκφραση γνώμης δημοσίως ή η οποιασδήποτε μορφής εκδήλωση υπέρ πολιτικού κόμματος ή κατά πολιτικής οργάνωσης απαγορεύεται καθολικώς και απολύτως. Απαγορεύεται δηλαδή η έκφραση γνώμης, είτε με αρθρογραφία είτε προφορικώς, εγγράφως ή δια του τύπου, της οποίας το περιεχόμενο εκδηλώνει θέση υπέρ συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος ή εκφράζει επίκριση για πολιτικό κόμμα ή για όλα τα κόμματα εν γένει[18]. Έκφραση γνώμης υπέρ πολιτικού κόμματος υπάρχει και όταν αυτή διατυπώνεται εμμέσως συγκεκαλυμμένως ή πλαγίως, με εμφανή υπονοούμενα ή με οποιασδήποτε μορφής επιδοκιμασίες ή αποδοκιμασίες των δραστηριοτήτων και των επιδιώξεων συγκεκριμένων πολιτικών σχηματισμών. Κριτήριο είναι αν ένας καλόπιστος αναγνώστης/ακροατής μπορεί να διαγνώσει είτε φιλικό είτε εχθρικό δεσμό του δικαστικού λειτουργού με ορισμένο ή ορισμένα κόμματα. Εκ του όρου «εκδήλωση» συνάγεται πάντως πως η έκφραση γνώμης σε αμιγώς ιδιωτική συζήτηση δεν είναι απαγορευμένη. Έτσι χαρακτηρισμοί όπως «κυβέρνηση δωσιλόγων» ή «κυβέρνηση yes men» συνιστά ευθεία παραβίαση του άρθρου 29 § 3 Σ καθώς καταφέρεται με τρόπο απαξιωτικό κατά των κυβερνητικών κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση. Αντίθετα, δεν συνιστά κατά τη γνώμη μου εκδήλωση σε βάρος κόμματος η απλή επιδοκιμασία «μπράβο συνάδελφε» αφού δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς επαινείται. Επαινείται η έκφραση γνώμης; Η υποστήριξη των απεργιακών κινητοποιήσεων των δικαστών; Το ύφος; Το λεξιλόγιο; Σε κάθε περίπτωση ο καλόπιστος αναγνώστης δεν μπορεί εναργώς να διακρίνει σε τι ακριβώς αναφέρεται η επιδοκιμασία και αν αυτή αφορά τα επιτιμητικά σχόλια εναντίον της Κυβέρνησης.

Αξίζει να σημειώσουμε πως ορθά η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου εκφράστηκε υπέρ της άποψης πως η έκφραση γνώμης δικαστικού λειτουργού δημοσίως υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος συνιστά καθεαυτή πειθαρχικό παράπτωμα χωρίς να ερευνάται και αν ο δικαστικός λειτουργός είχε ή δεν είχε σκοπό μείωσης του κύρους της δικαιοσύνης[19]. Η ανάμειξη του δικαστή σε κομματικά θέματα αναγορεύεται δηλαδή σε ένα malum per se.

 

Β) To κύρος και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ως κλασικού τύπου περιορισμός στο δικαίωμα ελευθερίας της γνώμης του δικαστικού λειτουργού

 

Οι περιορισμοί λόγω της ειδικής σχέσης Δικαστή-Κράτους: Η απαγόρευση κομματικής εκφράσεως δεν είναι όμως το μοναδικό όριο που τίθεται στην ελευθερία του λόγου των δικαστών. Η ελευθερία έκφρασης τελεί κατά το άρθρο 14 Σ υπό την επιφύλαξη του νόμου («τηρώντας τους νόμους του κράτους»).  Πέρα από τους περιορισμούς που θέτουν οι γενικοί νόμοι σε όλους τους πολίτες (πχ απαγόρευση εξυβρίσεως) είναι δυνατόν να προβλέπονται περιορισμοί που ο νόμος κρίνει αναγκαίους για την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης. Το άρθρο 10 § 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αναγνωρίζει ως θεμιτούς περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης χάριν διασφαλίσεως του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας. Η ειδική κυριαρχική ή εξουσιαστική σχέση δικαιολογεί δηλαδή ευρύτερους περιορισμούς στο ατομικό δικαίωμα των δικαστών από τους περιορισμούς που θα υφίσταντο ως απλοί πολίτες[20].

Οι περιορισμοί των περιορισμών:   Οι περιορισμοί ωστόσο που θα προβλέψει ο κοινός νομοθέτης τελούν υπό τους όρους νομιμότητας που διέπουν κάθε περιορισμό ατομικού δικαιώματος. Ο κανόνας είναι η ελευθερία και ο περιορισμός η εξαίρεση[21]. Πράγμα που σημαίνει ότι ο ερμηνευτής πρέπει να ερμηνεύει τους περιορισμούς στενά και υπέρ του δικαιώματος. Ο νομοθέτης αντιστοίχως δεν μπορεί προβλέψει περιορισμούς που εξουθενώνουν το δικαίωμα, θίγοντας τον πυρήνα του. Συνεπώς η εξάρτηση της άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εκδήλωσης της γνώμης από προηγούμενη διοικητική άδεια ή άδεια ανωτέρου δικαστικού οργάνου ή μια γενική απαγόρευση δημοσιεύσεως της γνώμης στον τύπο θα εκρίνετο αντισυνταγματική και μη αναγκαία στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Το επιτρεπτό της έκφρασης πολιτικής γνώμης:     Με φιλελεύθερο πνεύμα ο κοινός νομοθέτης κατήργησε την διάταξη του άρθρου 91 § 5 του ν. 1756/1988 που όριζε ότι δεν αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα η έκφραση γνώμης δημοσίως για φιλοσοφικά, επιστημονικά και πολιτιστικά θέματα. Η νέα, εν ισχύι, διάταξη του άρθρου 91 § 5 του ΚΟΔΚΔΛ επιτρέπει γενικώς την έκφραση γνώμης του δικαστικού λειτουργού δίχως να περιορίζει το επιτρεπτό της εκφράσεως σε ορισμένα μόνο θέματα. Από την αντιπαραβολή της παλαιάς και την ισχύουσας διατάξεως συμπεραίνεται πως διευρύνθηκαν σημαντικά τα όρια στην ελευθερία έκφρασης του δικαστικού λειτουργού. Η απάλειψη της περιοριστής αρίθμησης των θεματικών επί των οποίων εδικαιούτο να εκφραστεί ο δικαστής συνάδει με την λογική του δικαιώματος ως κανόνα και του περιορισμού ως εξαιρέσεως. Ο δικαστικός λειτουργός μπορεί να σχολιάζει οποιοδήποτε θέμα, ακόμα και πολιτικό (εξαιρουμένων των αυστηρώς κομματικών σχολιασμών), αρκεί να μην θίγεται το κύρος της δικαιοσύνης.

Οι όροι του επιτρεπτού:        Η γενικότατη και χωρίς περιορισμούς διατύπωση της ισχύουσας διατάξεως συνηγορεί υπέρ της άποψης πως ο δικαστικός λειτουργός μπορεί να εκφέρει γνώμη επί πολιτικών θεμάτων ή επί οποιασδήποτε φύσεως θέμα ή ζήτημα  αρκεί α) να μην υποκρύπτεται κομματική έκφραση (διότι τότε υποπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 29 § 3 Σ) και β) να μην γίνεται κατά τρόπο που δυσφημεί το κύρος της δικαιοσύνης[22]. Το τελευταίο θα κριθεί αφού ληφθούν υπόψη ο τρόπος, τα μέσα και οι περιστάσεις υπό της οποίες εκφράστηκε δημόσια ο δικαστικός λειτουργός. Για παράδειγμα η εκφορά λόγου σε οργίλο τόνο και με υβριστικό ύφος (π.χ. με συνθήματα) θα συνιστά πειθαρχική παράβαση αφού τα μέσα με τα οποία εκφράστηκε ο δικαστικός είναι ασυμβίβαστα προς το αξίωμά του. Η κριτική προς το νομοθετικό πλαίσιο είναι επιτρεπτή αρκεί να μην δηλώνει γενική απαξίωση προς την συνολική έννομη τάξη.

Με άλλα λόγια, ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να εκφράζεται με τη σύνεση που προσήκει στο αξίωμα του. Σε αντίθεση με την απαγόρευση του 29 § 3 Σ, που είναι μια απαγόρευση ως προς το περιεχόμενο των λόγων του δικαστή, η απαγόρευση του άρθρου 91 § 5 του ΚΟΔΚΔΛ είναι πρωτίστως μια απαγόρευση ως προς τον τρόπο και τα μέσα της έκφρασης. Δεν υφίσταται σημαντικός περιορισμός ως προς το περιεχόμενο της άποψης που δύναται να εκφέρει ο δικαστικός λειτουργός. Εξαίρεση, όπου το περιεχόμενο των λόγων πρέπει να θεωρηθεί καθεαυτό ως προσβλητικό του κύρους της δικαιοσύνης, πρέπει να δεχθούμε μόνο σε ακραίες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα όταν εκφράζεται ρατσιστικός λόγος ή απαρνούνται θεμελιώδεις και ακατάλυτες αρχές (και όχι συγκεκριμένα νομοθετήματα) της συνταγματικής μας τάξης. Ως εκ τούτου, ενώ μια κριτική προς το δικαιοδοτικό έργο του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι καθόλα θεμιτή, η ειρωνική αποστροφή «σοφοί του ΣτΕ» τον καθιστά εξόχως προβληματικό διότι δεν τηρείται η επιβαλλόμενη γλωσσική εγκράτεια και ευπρέπεια. Προάγει την εντύπωση μιας λυσσαλέας εσωτερικής έριδας ανάμεσα στους λειτουργούς της δικαιοσύνης που εκφεύγει κατά πολύ από την επιτρεπτή –ακόμα και επιθυμητή- υγιή αντιπαράθεση επιχειρημάτων και επιστημονικών απόψεων.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Σύνοψη:          Ο δικαστικός λειτουργός διαθέτει υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ευρύτατα περιθώρια ελευθερίας του λόγου. Σε μια κοινωνία που φιλοδοξεί να σέβεται τον πολίτη και να διαπλάθει δημοκρατικές δομές για να αναπτύσσεται ομαλά η προσωπικότητα του ατόμου, η κατοχύρωση πραγματικής ελευθερίας του λόγου συνιστά θεμελιακή προϋπόθεση της ύπαρξης και της ευημερίας της. Αποτελώντας ένα εκ των πλέον πολύτιμων δικαιωμάτων του ανθρώπου, ο δικαστής δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί από την απόλαυση του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος. Άλλωστε η ελευθερία της γνώμης είναι συστατικό της ίδιας της δημοκρατίας. Ο δικαστής δεν μπορεί να είναι μοναχά ένα στόμα που προφέρει μηχανιστικά τα λόγια του νόμου. Η απομόνωση του σε ένα αποστειρωμένο νομικό περιβάλλον, μακριά από την κοινωνία, αποδυναμώνει και την ίδια την ποιότητα των δικαιοδοτικών του κρίσεων αφού ο πραγματικός κόσμος είναι συχνά πολύ διαφορετικός από τον ιδεατό.

Η ελευθερία όμως αυτή τίθεται υπό ένα διπλό φραγμό. Αφενός προσδιορίζεται από τους όρους που τίθενται στον δικαστικό λειτουργό ως εγγενείς του λειτουργήματος του. Αφετέρου περιορίζεται λόγω της ειδικής σχέσης που τον συνδέει τόσο με το κράτος όσο και με την κοινωνία. Ειδικότερα, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να ασκεί το λειτούργημά του μέσα στο πλαίσιο που του ορίζει το Σύνταγμα. Συνεπώς, ο κομματικός λόγος είναι απαγορευμένος στο δικαστικό λειτουργό. Συμμορφούμενος με τους ρητά θεσπισμένους όρους άσκησης του λειτουργήματος είναι ελεύθερος να ασκεί τα ατομικά του δικαιώματα, του άρθρου 14 §1 Σ συμπεριλαμβανομένου. Η ελευθερία όμως αυτή πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να μην απαξιώνει στα μάτια της κοινωνίας το κύρος της δικαιοσύνης. Συνελόντι ειπείν, εξαιρουμένου του κομματικού λόγου, ο οποίος είναι ασυμβίβαστος με την θέση του δικαστικού λειτουργού, ο δικαστής δικαιούται στον ιδιωτικό του βίο να εκφράζεται δημόσια επί παντός επιστητού μέσω ενός εκφραστικού πλαισίου που δεν αναιρεί την  ιδιότητά του στον εργασιακό του βίο.

Πειθαρχικό Δίκαιο:   Σύμφωνα με το άρθρο 93 § 2 του ΚΟΔΚΔΛ «η οριστική παύση επιβάλλεται σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν και ο βαθμός υπαιτιότητας του διωκομένου μαρτυρούν ότι αυτός δεν έχει συναίσθηση των βασικών υποχρεώσεων του ως δικαστικού λειτουργού ή θίγουν σοβαρά σε κύρος της δικαιοσύνης». Σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν, μόνο σε ακραίες περιπτώσεις (υβριστικός λόγος, ρατσιστικός, συκοφαντικός) θα πρέπει να καταφάσκεται αδυναμία διάκρισης των βασικών υποχρεώσεων του δικαστικού λειτουργού όταν αυτός διώκεται πειθαρχικά για έκφραση γνώμης για οποιοδήποτε γενικό-πολιτικό θέμα. Σε περιπτώσεις δηλαδή αμετροεπούς εκφράσεως θα πρέπει να επιφυλάσσονται ελαφρύτερες ποινές. Αντίθετα, η δημόσια τοποθέτηση δικαστικού λειτουργού υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος μαρτυρεί πολύ πιο συχνά αδυναμία διάκρισης των βασικών του υποχρεώσεων και ειδικότερα της ακρογωνιαίας υποχρέωσης του να είναι ανεξάρτητος, αμερόληπτος και να σέβεται την συνταγματική κατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στις τρεις εξουσίες[23].

 

 

 


[1] H Βίβιαν Τιμπάνου, γεννήθηκε στην Καλαμάτα και σπούδασε Νομική στο ΑΠΘ. Συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές Συνταγματικού Δικαίου στις ΗΠΑ και δούλεψε ως δικηγόρος στην Αμερική και την Ευρώπη.

[2] Το δικαστήριο  των  εφετών  συνεδριάζοντας  ως  συμβούλιο  σε ολομέλεια  με  την  παρουσία και του εισαγγελέα έχει το  δικαίωμα να ακούει τις ανακοινώσεις μέλους  του  (άρθρ.   37)  και  να  παραγγέλλει στον αρμόδιο εισαγγελέα να κινήσει την ποινική δίωξη.

  Έχει ακόμα το δικαίωμα να διατάξει τον  εισαγγελέα  εφετών  να κινήσει ποινική δίωξη για κάθε έγκλημα και για κάθε υπαίτιο. Αν αυτή έχει  ήδη ασκηθεί από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, έχει το δικαίωμα να διατάξει να υποβληθούν τα έγγραφα στον εισαγγελέα εφετών.

[3] Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα να παραγγέλλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για κάθε αξιόποινη πράξη.”

Σε υποθέσεις εξαιρετικής φύσης ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να ζητήσει από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να παραγγείλει τη διενέργεια της ανάκρισης και την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο κατ` απόλυτη προτεραιότητα.

[4] Η ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση ανήκει στον εισαγγελέα εφετών, που έχει επιπλέον το δικαίωμα να ενεργεί, προσωπικά ή με κάποιον από τους αντεισαγγελείς που υπάγονται σε αυτόν, προκαταρκτική εξέταση κατά το Άρθρο 31 για κάθε έγκλημα που γίνεται στην περιφέρεια του, εφόσον δεν έχει διαταχθεί προηγουμένως προκαταρκτική εξέταση από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

[5] Δικηγόρος, ΜΔΕ Ευρωπαϊκού Δικαίου, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου, Υπ. ΔΝ Νομικής Αθηνών.

[6] Βλ. Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, φύλλο της 19/11/2012, «Εισαγγελέας σε επιστολή του κάνει λόγο για Κυβέρνηση δωσιλόγων».

[7] Δημητρόπουλος, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, σελ. 132 επ.

[8] Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου I, σελ. 284.

[9] Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 675 επ.

[10]Γεωργόπουλος, Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 392 επ.∙ Γιαννόπουλος, Οι εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, ΝοΒ 1979, 1047.

[11] ΑΠ 8/1998  (Διοικ. Ολομ)

[12] Δημητρόπουλος, ο.π., σελ. 1365 επ.∙ Μπακόπουλος, Η ανεξαρτησία της Δικαστικής λειτουργίας, ΤοΣ 1986, 21∙ Σκουρής, Εγγυήσεις και παραμορφώσεις της λειτουργικής ανεξαρτησίας των Δικαστών, σε Προβλήματα Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης I, 1988, σελ. 18 επ.

[13] Ο έλεγχος και η οριοθέτηση που διέπει την σχέση των εκπροσώπων των τριών λειτουργιών έλκει την θεωρητική του καλλιέργεια από τον αγγλοσαξωνικό χώρο όπου διαπλάστηκε και το δόγμα checks and balances (ανάσχεση και εξισορρόπηση).

[14] Μάνεσης, Συνταγματικό Δίκαιο I, σελ. 68. Στην πραγματικότητα το φυσικό πρόσωπο δεν είναι το όργανο αυτό καθεαυτό, αλλά ο φορέας του οργάνου. Βλ. Τσάτσο, Συνταγματικό Δίκαιο I, σελ. 267.

[15] Hans Kelsen, Hauptprobleme der Staatsrechtslehre, σελ. 183.

[16] Συμπέρασμα στο οποίο δυνάμεθα να καταλήξουμε και με e contrario επιχείρημα από το β’ εδάφιο του 29 Σ το οποίο απαγορεύει τις κομματικές εκδηλώσεις των απλών δημοσίων υπαλλήλων μόνο «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Για περισσότερα βλ. Ν. Κανελλοπούλου, Η κομματική δραστηριότητα των δημοσίων υπαλλήλων, 1990 καθώς και Κόρσο, Υπάρχει εκ του Συντάγματος πλαίσιο ελευθερίας των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων προς εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων, ΤοΣ 1987, 235.

[17] Γενικά για τους περιορισμούς των περιορισμών βλ. Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σελ. 85 επ.

[18] Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, αρ. 639.

[19] ΑΠ 4/1991, Διοικ. Ολομ, ΔιΔικ 1991, 469. Στην απόφαση περιέχονται και ενδιαφέρουσες δικαιοσυγκριτικές πληροφορίες από το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την ελευθερία του λόγου των δικαστών σε άλλες έννομες τάξεις.

[20] Δαγτόγλου, ο.π, αρ. 641.

[21] Βλ. Τσακυράκη, Η ελευθερία του λόγου στις ΗΠΑ, 1997.

[22] Για την στοιχειοθέτηση της υπό β) πειθαρχικής παραβάσεως δέον να απαιτείται δόλος ή αμέλεια του δικαστικού λειτουργού.

[23] Ο ΚΟΔΚΔΛ στο άρθρο 93 § 3 ορίζει πως «το είδος της ποινής που θα επιβληθεί και η επιμέτρησή της προσδιορίζονται από τη βαρύτητα του παραπτώματος, το βαθμό και την πείρα του δικαστικού λειτουργού, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε το παράπτωμα, την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του διωκομένου». Ως εκ τούτου, όσο πιο υψηλά ιστάμενος είναι στην πυραμίδα της δικαιοσύνης ο λειτουργός που εκδηλώνεται κομματικά υπέρ ή κατά κόμματος τόσο πιο βαριά πρέπει να είναι η ποινή του.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s