Η απαίτηση για κοσμικό δημόσιο λόγο

Ensor

Σκέψεις με αφορμή το άρθρο του Χάμπερμας Η Θρησκεία στο Δημόσιο Χώρο

1. Το άρθρο του Χάμπερμας διερευνά την απαίτηση του φιλελεύθερου κράτους να οριοθετείται ο δημόσιος λόγος σε κοσμικά πλαίσια. Εξετάζει, κατά πόσον η απαίτηση αυτή δεν είναι ιδιαίτερα περιοριστική για τις θρησκευτικές κοινότητες και τους πιστούς με δεδομένο μάλιστα το σημαντικό ρόλο που αυτοί παίζουν όχι μόνον σε χώρες του τρίτου κόσμου αλλά και σε παραδοσιακές φιλελεύθερες δημοκρατίες, όπως η Αμερική, όπου συχνά οι πολιτικές διαμάχες διεξάγονται με απροκάλυπτα θρησκευτικούς όρους. Και καταλήγει στη διερεύνηση των απαιτήσεων που ο δημόσιος λόγος του φιλελεύθερου κράτους θέτει στους άθρησκους πολίτες.

2. Κατ’ αρχάς ο Χάμπερμας αποδέχεται τα γενικά πλαίσια του φιλελεύθερου κράτους, χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου είναι  η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας, από την οποία προκύπτει η απαίτηση για κοσμικό δημόσιο λόγο. Το φιλελεύθερο κράτος επεδίωξε οριστική λύση στο ζήτημα της εξασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης από τους θρησκευτικούς πολέμους και διαμάχες. Η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας (Αμερικανική επανάσταση) σήμαινε την υποχρέωση του αμοιβαίου σεβασμού των διαφόρων θρησκευτικών πεποιθήσεων των πολιτών. Ο αμοιβαίος σεβασμός με τη σειρά του δεν ήταν δυνατός παρά μόνον με τον διαχωρισμό της νομιμοποίησης του κράτους από τον θρησκευτικό λόγο. Ο μόνος τρόπος για να εξασφαλισθεί η ειρηνική συμβίωση των πολιτών διαφόρων θρησκειών, πεποιθήσεων και δογμάτων, ήταν η θεμελίωση της νομιμοποίησης του κράτους σε ένα λόγο κοινό, στον οποίο όλοι θα μπορούν να μετέχουν, όλοι θα έχουν πρόσβαση. Αυτός ο κοινός λόγος εξ ορισμού δεν μπορούσε να είναι θρησκευτικός. Ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας που επαγγέλλεται το φιλελεύθερο κράτος προκύπτει από την ανάγκη ειρηνικής συμβίωσης πολιτών διαφόρων θρησκειών και πεποιθήσεων.

3. Η φιλελεύθερη παράδοση, ιδιαίτερα αυτή που χρησιμοποιεί την υπόθεση του κοινωνικού συμβολαίου ως εργαλείο για τη νομιμοποίηση του κράτους, βασίζεται στη πεποίθηση ότι οι άνθρωποι διαθέτουν κοινή λογική, η οποία τους επιτρέπει να αναγνωρίζουν αρχές στη βάση επιχειρημάτων που, ως έλλογα όντα, μπορούν να αποδεχθούν ακόμη κι αν δεν συμμερίζονται την πεποίθηση ότι αυτές εκφράζουν όλη την αλήθεια. Κατά τον John Rawls, τον σημαντικότερο θεωρητικό αυτής της παράδοσης, οι βασικές συνταγματικές αρχές που αφορούν τη δομή και τον τρόπο σχηματισμού της εξουσίας, δηλαδή η ίση πολιτική συμμετοχή, η διάκριση νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, η αποδοχή της πλειοψηφίας, μπορούν να προκύψουν ως αποτέλεσμα μιας έλλογης διαβούλευσης και συμφωνίας.[1] Το ίδιο και τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των πολιτών, όπως π.χ. η ελευθερία του λόγου, της συνείδησης, της ένωσης κλπ. Αν επιδίωξή μας είναι μια έλλογη συμφωνία των μερών (συμβαλλομένων), η επιχειρηματολογία μας δεν μπορεί παρά να απέχει από θρησκευτικό λόγο. Αλλιώς το εγχείρημά μας είναι εξ αρχής υπονομευμένο. Δεν μπορούμε να προσδοκούμε από αλλόδοξους ή ετερόδοξους να συμφωνήσουν σε θρησκευτικό λόγο που αυτοί δεν συμμερίζονται (δεν έχουν πρόσβαση). Ο δημόσιος λόγος, δηλαδή ο κοινός λόγος που απευθύνεται σε όλους και προσπαθεί να πείσει όλους τους πολίτες δεν μπορεί παρά να είναι κοσμικός.

4. Η απαίτηση κοσμικού δημόσιου λόγου δεν ισχύει μόνο για τη θεμελίωση και νομιμοποίηση των θεμελιωδών συνταγματικών αρχών του σύγχρονου κράτους αλλά χαρακτηρίζει και τη λειτουργία του. Δεν είναι νοητό για παράδειγμα τα δικαστήρια να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους με προσφυγή σε θρησκευτικό λόγο. Το ίδιο ισχύει και για τις πολιτικές αποφάσεις ή τη δράση της διοίκησης. Η θρησκευτική επιχειρηματολογία για την αιτιολόγηση των επιλογών μιας κοινωνίας ισοδυναμεί με αποκλεισμό ή περιφρόνηση όσων δεν συμμερίζονται τις θρησκευτικές πεποιθήσεις που επικρατούν. Γι’ αυτό ο John Rawls θεωρεί ότι από το ιδεώδες της ιδιότητας του πολίτη προκύπτει μια ηθική, μη νομική υποχρέωση (duty of civility), που επιβάλει στον καθένα να εξηγεί στους άλλους τις αρχές και τις επιλογές του στη βάση αξιών που βρίσκουν ερείσματα στο δημόσιο λόγο.[2]

5. Οι θρησκευόμενοι πολίτες μπορεί φυσικά να θεωρούν ότι ο δημόσιος λόγος δεν περιλαμβάνει όλη την αλήθεια και να διατηρούν τις πεποιθήσεις τους που φωτίζουν τη δική τους προσωπική ζωή. Εκείνο, όμως, που καλούνται να αποδεχθούν είναι ότι στο δημόσιο λόγο η επιχειρηματολογία τους πρέπει αναγκαστικά να πάρει κοσμική μορφή. Αν, για παράδειγμα είναι εναντίον των εκτρώσεων για θρησκευτικούς λόγους, η υποχρέωση πολιτισμένης συμπεριφοράς υπαγορεύει να «μεταφράσουν» τη πεποίθησή τους σε κοσμικό λόγο, να αιτιολογήσουν την επιλογή τους με αποκλειστική αναφορά στο δικαιώμα της ζωής, στην προστασία του εμβρύου κλπ. Αλλιώς αν προβάλλουν ως αιτιολογία της απαγόρευσης το θέλημα του δικού τους Θεού, γνωρίζουν εξαρχής ότι αυτή δεν είναι αποδεκτή από τους ετερόδοξους ή αλλόθρησκους, και συνεπώς δεν επιδιώκουν καν κάποια αποδοχή πάνω σε έλλογη βάση. Η επιλογή τους αν είναι πλειοψηφική καταλήγει σε σκέτο καταναγκασμό χωρίς αιτιολογία. Μόνο πάνω σε κοσμική δικαιολόγηση μπορούν οι πολίτες που διαφωνούν, ακόμη κι αν δεν πείθονται, να αναγνωρίσουν ότι υπάρχει αιτιολογία του καταναγκασμού δεκτική έλλογου ελέγχου.

6. Θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι απαιτείται από τον κάθε πολίτη που συμμετέχει στο δημόσιο λόγο να απέχει από την εκφορά θρησκευτικών λόγων, να «μεταφράζει» τις αξίες του σε κοσμική δικαιολόγηση; Εκτός του ότι μια τέτοια απαίτηση θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί αφού πολλοί δεν θα ήταν ούτως ή άλλως σε θέση να το κάνουν, αυτή φαίνεται να επιβάλει ένα ασύμετρο βάρος στους πιστούς από το οποίο είναι απαλλαγμένοι οι μη θρησκευόμενοι πολίτες. Οι πιστοί αφ’ ενός καλούνται να αναγνωρίσουν την προτεραιότητα του κοσμικού κράτους, αφ’ ετέρου να «μεταφράσουν» τις αξίες τους και να τις προσαρμόσουν στις απαιτήσεις του δημόσιου λόγου. Οι μη θρησκευόμενοι πολίτες είναι απαλλαγμένοι από μια τέτοια προσπάθεια αφού γι’ αυτούς ο λόγος είναι εκ προιμίου κοσμικός και η προτεραιότητα του κοσμικού κράτους δεδομένη. Έτσι, όμως, η ουδετερότητα του φιλελεύθερου κράτους που βασίζεται πάνω σε αυτή την ασυμετρία  φαίνεται να ευνοεί τους μη θρησκεύομενους πολίτες έναντι των πιστών.

7. Εκτός της ασυμμετρίας, η απαίτηση για εκκοσμίκευση του δημόσιου λόγου των πιστών προσκρούει σε μια ένσταση που αποδέχεται πλήρως ο Χάμπερμας. Για πολλούς η πίστη είναι τρόπος ζωής, περιλαμβάνει την κοινωνική και πολιτική τους ύπαρξη, δεν είναι θέμα επιλογής επιχειρημάτων, δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ θρησκευτικών και πολιτικών λόγων. «Αν δεχθούμε αυτήν την κατ’ εμέ επιβλητική ένσταση», λέει ο Χάμπερμας, «τότε το φιλελεύθερο κράτος, το οποίο σαφώς προστατεύει παρόμοιες μορφές ζωής ως ένα βασικό δικαίωμα, δεν μπορεί ταυτοχρόνως να προσδοκά από όλους τους πολίτες να δικαιολογούν τις πολιτικές τους δηλώσεις ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ή κοσμοθεωρήσεις». [3] Η απαίτηση για κοσμική δικαιολόγηση πρέπει να ισχύει μόνον για τους πολιτικούς ή όσους κατέχουν δημόσιο αξίωμα. Μόνο στο θεσμικό επίπεδο δηλαδή πρέπει να ισχύει η υποχρέωση ουδετερότητας έναντι των ανταγωνιζόμενων θρησκειών.

8. Το ερώτημα που τίθεται είναι τί απομένει στο δημόσιο λόγο αν αυτός δεσμεύει μόνον του αξιωματούχους και τους πολιτικούς. Αν αρθεί η δέσμευση των πολιτών για κοσμική δικαιολόγηση, ακόμη κι αν θεσμικά διατηρείται μια κοινή γλώσσα, δεν θα είναι αυτή τεχνητή και επιφανειακή; Μπορεί να μείνει έτσι ανέπαφο το βάθρο του δημόσιου λόγου που υποτίθεται ότι νομιμοποιεί όλη τη κοινωνική συμβίωση; Ο Χάμπερμας αντιλαμβάνεται ότι αν περιορίσει κανείς υπερβολικά τις απαιτήσεις για εκκοσμίκευση του δημόσιου λόγου κινδυνεύει να υπονομεύσει όλο το οικοδόμημα του φιλελεύθερου κράτους. Γι αυτό δεν επιθυμεί την ανατροπή της θεμελιώδους απαίτησης του δημόσιου λόγου να διεξάγεται σε γλώσσα στην οποία όλοι μπορούν να έχουν πρόσβαση, αλλά τον επαναπροσδιορισμό της.

9. Θεωρεί ότι η μετα-μοντέρνα κοινωνία θέτει νέες προκλήσεις τόσο στους πιστούς όσο και στους μη θρησκευόμενους πολίτες. Οι προκλήσεις που είναι υποχρεωμένες να αντιμετωπίσουν οι θρησκευτικές κοινότητες συνίστανται στη συμφιλίωσή τους με το γεγονός του θρησκευτικού πλουραλισμού στις σύγχρονες κοινωνίες, με τα επιτεύγματα και την αυθεντία της επιστήμης, με την επικράτηση του θετικού δικαίου και της κοσμικής ηθικής ως βασικών στοιχείων του σύγχρονου κράτους. Κατά τον Χάμπερμας, η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί να διέλθουν μιας παιδευτικής αναστοχαστικής διαδικασίας που επαναπροσδιορίζει την γνωσιολογική τους στάση έναντι των άλλων θρησκειών και κοσμοθεωριών με τις οποίες συνυπάρχουν. Επιτυχία θα είναι να μπορέσουν να συνδυάσουν τη δική τους πίστη με την συνύπαρξη άλλων δογμάτων για τη σωτηρία, χωρίς αυτό να θέτει σε κίνδυνο την αξίωσή τους ότι οι ίδιες αποκλειστικά κατέχουν την αλήθεια. Πρέπει επίσης να επαναπροσδιορίσουν γνωσιολογικά τη στάση τους έναντι της αλληλεπίδρασης κοσμικής και θρησκευτικής γνώσης. Επιτυχία θα είναι να  βρουν με ποιον τρόπο η εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης δεν έρχεται σε αντίφαση με την πίστη τους. Τέλος πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους έναντι της προτεραιότητας που χαίρει ο κοσμικός λόγος στον πολιτικό διάλογο. Επιτυχία θα είναι να κατορθώσουν να συνδυάσουν πειστικά την ισονομία και την οικουμενικότητα  του σύγχρονου δικαίου και της ηθικής με τις προκείμενες των δικών τους θρησκευτικών κοσμοθεωριών.[4]

10. Αλλά και οι κοσμικοί πολίτες με τη σειρά τους είναι υποχρεωμένοι να αποφύγουν τις απλουστεύσεις όταν αντιμετωπίζουν την πρόκληση που θέτει στο σύγχρονο κράτος η ύπαρξη διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων. Κατά τον Χάμπερμας και αυτοί πρέπει να διέλθουν μιας παιδευτικής αναστοχαστικής διαδικασίας που απορρίπτει την αντίληψη ότι αρκεί η απλή πολιτική ανοχή, ο σεβασμός στην υπαρξιακή σημασία που έχει για τους πιστούς η θρησκεία για να θεμελιώσουν τη κοινωνική συμβίωση με τους πιστούς. Αν οι θρησκείες θεωρούνται ως απομεινάρια μιας αρχαϊκής περιόδου, χωρίς καμία δικαιολογία για την ύπαρξη τους, και άρα είναι προορισμένες αργά ή γρήγορα να εξαφανιστούν, τότε η συμβολή τους στο δημόσιο λόγο ακόμη και «μεταφρασμένη» σε αξίες κοσμικές δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, δεν εκτιμάται ότι έχει καμιά επιστημολογική αξία. Οι κοσμικοί πολίτες πρέπει να εκκινούν από μια γνωσιολογική στάση που δέχεται τα όρια των δυνατοτήτων του λόγου. Μπορεί ορθά να επιμένουν στον διαχωρισμό πίστης και γνώσης αλλά πρέπει να απορρίπτουν μια περιοριστική αντίληψη του λόγου που αποκλείει από την γενεαλογία του τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η γνώση, λέει χαρακτηριστικά ο Χάμπερμας, «δεν περιορίζεται στο συνολικό άθροισμα των πορισμάτων που σε κάθε χρονική περίοδο αντιπροσωπεύουν το επίπεδο της επιστήμης (state of science)».[5]

11. Η αλληλοσυμπληρούμενη παιδευτική διαδικασία θρησκευόμενων και μη πολιτών που προτείνει ο Χάμπερμας ουσιαστικά αποτελεί παρότρυνση για την αποφυγή μιας δογματικής στάσης. Οι μη θρησκευόμενοι πολίτες καλούνται να αναγνωρίσουν ότι μπορεί από την πλευρά της πίστης να εκπορεύονται διαισθήσεις που δεν επιτρέπεται να αγνοήσουμε στην προσπάθεια κατανόησης της ύπαρξής μας και του κόσμου. Οι θρησκευόμενοι πολίτες καλούνται να αναγνωρίσουν την απαίτηση ότι  στις σύγχρονες πλουραλιστικές κοινωνίες ο δημόσιος διάλογος των αξιωματούχων του κράτους απαιτεί κοσμική δικαιολόγηση. Όσο κι αν πολιτισμικά η πρότασή του έχει σημασία και αξία, πρακτικά δεν μεταβάλλει, κατά την άποψή μου, την βασική θέση του Rawls για την ανάγκη δικαιολόγησης των επιλογών μιας κοινωνίας με προσβάσιμο σε όλους λόγο. Όσες κι αν είναι οι επιρροές αυτού του λόγου από την θρησκεία, αυτός σε τελική ανάλυση αποκλείεται να είναι θρησκευτικός. Η υποχρέωση των πιστών να «μεταφράζουν» τις αξίες τους σε κοσμικό λόγο στην πραγματικότητα δεν αποτελεί κάποιου είδους ασυμμετρία σε σχέση με τους μη θρησκευόμενους πολίτες. Οι τελευταίοι εξ ορισμού είναι αδύνατον να μετέχουν του θρησκευτικού λόγου ακόμη κι αν τον αντιμετωπίζουν με την ευρύτητα κατανόησης που προτείνει ο Χάμπερμας. Επομένως, οι απόψεις που εκφράζει στο άρθρο του ο σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος μεγαλύτερη σημασία έχουν στο γνωσιολογικό επαναπροσδιορισμό της θρησκείας στη σύγχρονη εποχή παρά σε αλλαγές των γενικών προδιαγραφών του φιλελεύθερου κράτους.


Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ (Τεύχος 124 Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2012 σ.50-54)

James Ensor, Η Είσοδος του Ιησού στις Βρυξέλλες το 1889 (1888)

[1] Βλ. John Rawls POLITICAL LIBERALISM, ColumbiaUniversity Press, 1993, Lecture VI, The Idea of Public Reason, σ. 212-254

[2] Ο.π. σ. 217

[3] Jurgen Habermas, Θρησκεία στη Δημόσια Σφαίρα, σ. 9

[4] Ο.π. σ. 14

[5] Ο.π., σ. 17

This entry was posted in Επιστημονικά άρθρα and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s