Καθήκον η κριτική στη δικαστική εξουσία

Μου έχει βγει το όνομα ότι δεν χωνεύω τους δικαστές και ψάχνω ευκαιρία για να τους ασκήσω κριτική. Δεν είναι αλήθεια. Αγαπώ και εκτιμώ τους περισσότερους δικαστές που γνωρίζω. Πιστεύω ειλικρινά ότι δικαστής είναι το πιο σπουδαίο επάγγελμα σε μια κοινωνία και μόνο με αυτό θα μπορούσα να σκεφτώ να αλλάξω το δικό μου επάγγελμα (δεν εννοώ ασφαλώς τη δικηγορία). Γι’ αυτό, άλλωστε, έχω πάντα ενθαρρύνει όσους φοιτητές ζήτησαν τη συμβουλή μου να ακολουθήσουν δικαστική καριέρα.

Μετά την πιο πάνω εξομολόγησή μου, η οποία άλλωστε δεν έχει γενικότερο ενδιαφέρον, θα ήθελα να εξηγήσω γιατί όχι μόνο δεν διστάζω να ασκήσω κριτική στη δικαστική εξουσία αλλά την θεωρώ ως πρωταρχικό μου καθήκον. Στο παραδοσιακό διαχωρισμό της διάκρισης των εξουσιών, η δικαστική λειτουργία απολαμβάνει τέτοια ανεξαρτησία ώστε, ενώ αυτή ελέγχει τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, η ίδια δεν ελέγχεται σχεδόν από κανέναν. Μόνον ο διορισμός της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων γίνεται από την εκτελεστική εξουσία και αυτόν ακόμη κάποιοι θέλουν να τον περιορίσουν ζητώντας να ακολουθείται ευλαβικά η επετηρίδα. Το μόνο σοβαρό αντίβαρο στη μεγάλη εξουσία τους είναι η δημόσια κριτική του έργου τους, η οποία, μάλιστα, θεωρώ ότι πρέπει να γίνεται επωνύμως.

Η κριτική μπορεί να είναι οξεία, ακόμη και άδικη, είναι, όμως, απολύτως αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Μερικοί, λένε, περίμενε, μη μιλάς αφού δεν ξέρεις όλα τα στοιχεία (τη δικογραφία). Όλα τα στοιχεία ή δεν θα τα έχω ποτέ ή, όταν θα τα έχω, η υπόθεση θα είναι ξεχασμένη. Δεν έχω, επομένως, ανάγκη να περιμένω, σπεύδω να ασκήσω κριτική με βάση τα στοιχεία που κάθε φορά είναι δημόσια και, αν διαψευστώ, τόσο το χειρότερο για μένα και τόσο το καλύτερο για την απονομή της δικαιοσύνης.

Μήπως, όμως, με την οξεία κριτική πλήττεται το κύρος της δικαιοσύνης; Όχι βεβαίως. Κανενός το κύρος δεν προστατεύθηκε αποτελεσματικά με τη φίμωση της κριτικής. Το αντίθετο συμβαίνει. Αν η κριτική είναι λαθεμένη έχει κοντά ποδάρια. Αν είναι ορθή, δίνει την ευκαιρία αναστοχασμού και διόρθωσης στο μέλλον.

Το πιο προκλητικό το άφησα για το τέλος. Οι δικαστές δεν μπορούν να απαντούν στη κριτική που τους ασκείται, όχι μόνο από πολίτες ή νομικούς αλλά και από μέλη του νομοθετικού σώματος και της εκτελεστικής εξουσίας. Η ελευθερία του λόγου που απολαμβάνουν οι υπόποιποι πολίτες δεν ισχύει υπέρ όσων είναι κρατικά όργανα και η αμεροληψία που οφείλουν να επιδεικνύουν οι δικαστές σχεδόν σε κάθε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος δεν τους επιτρέπει να δημοσιοποιούν τις απόψεις τους και, επομένως, περιορίζει δραματικά τη συμμετοχή τους στο δημόσιο διάλογο. Αυτό είναι σημαντικό ζήτημα και απαιτεί ιδιαίτερη τεκμηρίωση που ξεπερνά τα όρια αυτού του σχολίου.

Τις παραπάνω σκέψεις προκάλεσε η σημερινή ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ, κατήγγειλε τις επικριτικές δηλώσεις του Γ. Παπναδρέου για την άσκηση δίωξης στην υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ ως παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης. Στο δικό μου μυαλό η ΕΕΕ συγχέει την έννοια της κριτικής με την έννοια της παρέμβασης και, αν έχουν έστω και λιγοστή βάση τα επιχειρήματά μου, καλά θα κάνει να ξανασκεφτεί τον ρόλο της και τον δημόσιο λόγο της.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια. Bookmark the permalink.

One Response to Καθήκον η κριτική στη δικαστική εξουσία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s