Δεν πιστεύω, δεν πληρώνω;

Η πρόταση Κουράκη να φορολογούνται μόνο οι πιστοί για την ενίσχυση της εκκλησίας έφερε τις συνηθισμένες επιφανειακές αντιδράσεις. Η ΝΔ έσπευσε να τη χαρακτηρίσει ως νέο φόρο που θα επιβαρύνει όλους τους πολίτες, αφού οι περισσότεροι Έλληνες είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Θεωρεί βέβαιο ότι, αν πρόκειται για εκούσια φορολογία, όλοι θα δηλώσουν Χριστιανοί και αποκλείεται το ενδεχόμενο η συντριπτική πλειοψηφία να προκύψει άθεη αν είναι να αποφύγει έτσι μια επί πλέον φορολόγηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αντίδραση διαφόρων άθρησκων που βρήκαν την πρόταση ορθή με τον εξής συλλογισμό: «αφού εγώ δεν πιστεύω γιατί να πληρώνω για διάφορες θρησκείες; Ας πληρώνουν μόνον όσοι πιστεύουν. Έτσι γίνεται σε διάφορα κράτη (Γερμανία) και έτσι είναι σωστό να γίνεται». Επί πλέον, εντάσσουν τον συλλογισμό τους στη γενικότερη αρχή του χωρισμού εκκλησίας και κράτους και θεωρούν ότι εκφράζουν μια συνεπή φιλελεύθερη άποψη.

Κατά την άποψή μου ο χωρισμός εκκλησίας και κράτους, τον οποίο υποστηρίζω χωρίς επιφυλάξεις, δεν αποκλείει την ενίσχυση των διαφόρων θρησκειών από το κράτος. Σε περίπτωση χωρισμού είναι αλήθεια ότι το κράτος δεν είναι υποχρεωμένο να ενισχύει οικονομικά τις διάφορες θρησκείες, αλλά δεν αποκλείεται να επιλέξει να το κάνει και συνήθως αυτό συμβαίνει σε φιλελεύθερα κράτη με τη μορφή διαφόρων απαλλαγών που απολαμβάνουν οι θρησκευτικές οργανώσεις. Εκείνο που δεν επιτρέπεται να κάνει, αν επιλέξει την οικονομική ενίσχυση, είναι διακρίσεις υπέρ μιας ή περισσότερων θρησκειών.

Το επιχείρημα «δεν πιστεύω δεν πληρώνω» είναι σαθρό διότι κατά βάση υπονοεί ότι όρος για το δίκαιο ή μη της επιβολής ενός φόρου είναι η ατομική συμφωνία του καθενός με τις δημόσιες δαπάνες. Θυμηθείτε ότι το ίδιο επιχείρημα προβλήθηκε από όσους δεν συμφωνούσαν με την επιδότηση αμφισβητούμενων έργων Τέχνης: «Δεν μου αρέσει ο σουρεαλισμός, άρα δεν δέχομαι να επιδοτώ εκθέσεις σουρεαλιστών. Είμαι πιστός, άρα αρνούμαι να επιδοτώ βλάσφημα έργα». Στην πραγματικότητα η ατομική συμφωνία του καθενός δεν αποτελεί όρο για την επιδότηση της Τέχνης, των θρησκειών ή άλλων δραστηριοτήτων. Η πλειοψηφία αποφασίζει ελεύθερα για τις επιλογές των δημοσίων δαπανών, αρκεί οι επιλογές της να μην κάνουν διακρίσεις που απαγορεύονται από τα δικαιώματα του ανθρώπου.

Αξίζει να προσέξει κανείς το εξής σχόλιο του Δημήτρη Κυρίτση:

Όντως, το ‘δεν πιστεύω, δεν πληρώνω’ δεν αποτελεί αρχή δικαιοσύνης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα φιλελεύθερο κράτος οφείλει να εξασφαλίσει στον καθένα ίσο σέβασμο και μέριμνα, ανεξάρτητα από τις προτιμήσεις του. Εφόσον όμως αυτή η συνθήκη πληρούται, δεν μπορούμε να απαιτούμε μια α λα καρτ συμμετοχή στα δημόσια βάρη, ακόμη κι όταν από τα βάρη αυτά χρηματοδοτούνται προγράμματα με τα οποία διαφωνούμε. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει μια πολύ διαδεδομένη εκδοχή φιλελεύθερης πολιτικής θεωρίας με κύριο εκπρόσωπο το John Rawls. Οι λόγοι δεν είναι μόνον πρακτικοί, είναι και λόγοι αρχής. Πολύ συνοπτικά, η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι η φιλελεύθερη ουδετερότητα θέτει άκρα όρια στην πολιτική δράση, δεν προσδιορίζει όμως το περιεχόμενο των σκοπών της. Εφόσον η πολιτική δράση σέβεται αυτά τα άκρα όρια -χονδρικά, αφήνει στον καθένα μας αρκετό χώρο να ζήσει τη ζωή του με αυτοσεβασμό και σύμφωνα με τις δικές του προτιμήσεις-, μπορεί να πάρει θέση σε διαμφισβητούμενα ζητήματα σχετικά με το τι δίνει αξία και νόημα στη ζωή. Μπορεί πχ να χρηματοδοτήσει την όπερα με το σκεπτικό ότι η όπερα έχει αξία και όχι τα μπουζούκια. Με άλλα λόγια, το κράτος πρέπει να είναι ουδέτερο ώσπου να εξασφαλιστεί η δικαιοσύνη, αλλά δεν έχει υποχρέωση ουδετερότητας από κει και πέρα. Ακόμη και όταν επιδοτεί, βέβαια, οφείλει να δείχνει ανοχή και σεβασμό στην αντίθετη άποψη, αλλά δεν οφείλει να κρατά ίσες αποστάσεις από όλες τις απόψεις. Το κείμενο φαίνεται ότι ασπάζεται αυτήν τη θεωρία.

Όμως από το ότι δεν ισχύει το ‘δεν πιστεύω, δεν πληρώνω’ δε συνεπάγεται ότι η πρόταση Κουράκη είναι εσφαλμένη. Μπορεί ο άθεος να μην έχει δικαίωμα να μην πληρώνει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι έχει υποχρέωση να πληρώνει. Είναι συμβατό με τη θεωρία που σκιαγράφησα στην προηγούμενη παράγραφο ένα φορολογικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο εκείνοι που περισσότερο κερδίζουν από την προαγωγή, ας πούμε, της όπερας -επειδή, για παράδειγμα, τους αρέσει η όπερα- θα επιβαρύνονται περισσότερο. Αφού κατ’ αρχήν επιτρέπεται το μείζον -γενική επιβάρυνση-, θα πρέπει να επιτρέπεται και το έλασσον -επιλεκτική επιβάρυνση. Με τι κριτήρια θα επιλέξουμε ανάμεσα στα δύο κατ’ αρχήν επιτρεπτά συστήματα; Ένα κριτήριο αναφέρθηκε ήδη. Ποιος έχει να κερδίσει περισσότερο; Δεν είναι όμως το μόνο, ούτε είναι κατ’ ανάγκην αποφασιστικό.

Υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές. Δε θα πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει το ότι καλόπιστοι και φιλελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι που παίρνουν στα σοβαρά το χωρισμό εκκλησίας και κράτους θα διαφωνήσουν μαζί μας για το ποια είναι η σωστή απάντηση. Ας ακούσουμε τι έχουν να πουν.

This entry was posted in Σχόλια. Bookmark the permalink.

10 Responses to Δεν πιστεύω, δεν πληρώνω;

  1. Δημήτρης Κυρίτσης says:

    Όντως, το ‘δεν πιστεύω, δεν πληρώνω’ δεν αποτελεί αρχή δικαιοσύνης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα φιλελεύθερο κράτος οφείλει να εξασφαλίσει στον καθένα ίσο σέβασμο και μέριμνα, ανεξάρτητα από τις προτιμήσεις του. Εφόσον όμως αυτή η συνθήκη πληρούται, δεν μπορούμε να απαιτούμε μια α λα καρτ συμμετοχή στα δημόσια βάρη, ακόμη κι όταν από τα βάρη αυτά χρηματοδοτούνται προγράμματα με τα οποία διαφωνούμε. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει μια πολύ διαδεδομένη εκδοχή φιλελεύθερης πολιτικής θεωρίας με κύριο εκπρόσωπο το John Rawls. Οι λόγοι δεν είναι μόνον πρακτικοί, είναι και λόγοι αρχής. Πολύ συνοπτικά, η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι η φιλελεύθερη ουδετερότητα θέτει άκρα όρια στην πολιτική δράση, δεν προσδιορίζει όμως το περιεχόμενο των σκοπών της. Εφόσον η πολιτική δράση σέβεται αυτά τα άκρα όρια -χονδρικά, αφήνει στον καθένα μας αρκετό χώρο να ζήσει τη ζωή του με αυτοσεβασμό και σύμφωνα με τις δικές του προτιμήσεις-, μπορεί να πάρει θέση σε διαμφισβητούμενα ζητήματα σχετικά με το τι δίνει αξία και νόημα στη ζωή. Μπορεί πχ να χρηματοδοτήσει την όπερα με το σκεπτικό ότι η όπερα έχει αξία και όχι τα μπουζούκια. Με άλλα λόγια, το κράτος πρέπει να είναι ουδέτερο ώσπου να εξασφαλιστεί η δικαιοσύνη, αλλά δεν έχει υποχρέωση ουδετερότητας από κει και πέρα. Ακόμη και όταν επιδοτεί, βέβαια, οφείλει να δείχνει ανοχή και σεβασμό στην αντίθετη άποψη, αλλά δεν οφείλει να κρατά ίσες αποστάσεις από όλες τις απόψεις. Το κείμενο φαίνεται ότι ασπάζεται αυτήν τη θεωρία.

    Όμως από το ότι δεν ισχύει το ‘δεν πιστεύω, δεν πληρώνω’ δε συνεπάγεται ότι η πρόταση Κουράκη είναι εσφαλμένη. Μπορεί ο άθεος να μην έχει δικαίωμα να μην πληρώνει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι έχει υποχρέωση να πληρώνει. Είναι συμβατό με τη θεωρία που σκιαγράφησα στην προηγούμενη παράγραφο ένα φορολογικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο εκείνοι που περισσότερο κερδίζουν από την προαγωγή, ας πούμε, της όπερας -επειδή, για παράδειγμα, τους αρέσει η όπερα- θα επιβαρύνονται περισσότερο. Αφού κατ’ αρχήν επιτρέπεται το μείζον -γενική επιβάρυνση-, θα πρέπει να επιτρέπεται και το έλασσον -επιλεκτική επιβάρυνση. Με τι κριτήρια θα επιλέξουμε ανάμεσα στα δύο κατ’ αρχήν επιτρεπτά συστήματα; Ένα κριτήριο αναφέρθηκε ήδη. Ποιος έχει να κερδίσει περισσότερο; Δεν είναι όμως το μόνο, ούτε είναι κατ’ ανάγκην αποφασιστικό.

    Υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές. Δε θα πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει το ότι καλόπιστοι και φιλελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι που παίρνουν στα σοβαρά το χωρισμό εκκλησίας και κράτους θα διαφωνήσουν μαζί μας για το ποια είναι η σωστή απάντηση. Ας ακούσουμε τι έχουν να πουν.

  2. Δεν εχει να κανει μονο με το δεν πιστευω δεν πληρωνω. Θεωρουμε κυριως οτι η εκκλησια δεν θα επρεπε να χρημοτοδοτειται απο το κρατος ειδικα εφ οσον εχει τρομερα εσοδα απο πιστους κια δωρεες.

  3. νεαδερταλ says:

    Διαφωνώ με τον παραλληλισμό του κειμένου για τον σουρεαλισμό, άλλο η τέχνη και οι επιχορηγήσεις της και άλλο η θρησκεία και το κόστος της θρησκείας. Πληρώνεις για το υπουργείο πολιτισμού για την ανάδειξη του πολιτισμού και ενίοτε και για σουρεαλισμό, στη θρησκεία πληρώνεις κατ’εξακολούθηση για ένα ολόκληρο αποκλειστικό πακέτο ανοησίας που δεν αποδεικνύεται και για χάρη του οποίου σου περιορίζονται άλλες πιο βασικές ανάγκες.

    Το θέμα είναι απλό, πετάς εκτός την εκκλησία από την χρηματοδότηση, κρατάς κονδύλια για τη διατήρηση των μνημείων της (όπως γίνεται στις πολιτισμένες χώρες) και αφήνεις τους πιστούς και μη να τη χρηματοδοτούν αυτοβούλως. Ο μόνος που ποτέ δεν πείνασε σε αυτή τη χώρα είναι η εκκλησία.

  4. Αλέξανδρος Μουστάκας says:

    Με ποιό κριτήριο θα επιλέξουμε τους τομείς της οικονομίας, στους οποίους το κράτος δικαιούται να παρεμβαίνει (επιλέγοντας το “αξιόλογο” προϊόν και επιδοτόντας το, με πόρους που συλλέγει από επιπλέον -αναγκαστικούς- φόρους);

  5. Παναγιώτης Βογιατζής says:

    Σχετικές με το θέμα, αν και έμμεσα, είναι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ Fernandez and Caballero Garcia v. Spain (2001), Scampinato v. Italy (2007) και Wasmuth v. Germany (2011).

  6. Philippos Vassiloyannis says:

    Η αρχή “δεν πιστεύω, δεν πληρώνω” μου φαίνεται εύλογη ως προς την “επικρατούσα” θρησκεία: όσοι δεν την ασπάζονται πώς είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν, μέσω της φορολογίας, το κόστος της θεσμικής διατηρήσεώς της (ως “επικρατούσας”); Η φορολογία υπέρ της “επικρατούσας” θρησκείας έχει μάλλον σαθρή δικαιολόγηση: η ίδια η Εκκλησία (περιλαμβανομένων των πιστών της ως ιδιωτών) πρέπει να καταβάλλει από τους δικούς της πόρους (που – υποθέτω ότι – νομιμοποιημένα κατέχει) το σχετικό κόστος. Το ζήτημα, δηλαδή, δεν είναι της δημόσιας σφαίρας. Τα πράγματα διαφέρουν, κατά τη γνώμη μου, ως προς τις μη “επικρατούσες” (ή τις λιγότερο ευνοημένες) θρησκείες: στην περίπτωσή τους φαίνεται ότι το κράτος, υπό κάποιες (ζητούμενες) προϋποθέσεις, μάλλον έχει την εξουσία να αναλάβει μέσω της φορολογίας το εν λόγω κόστος. Πρόκειται, ωστόσο, γιά ζήτημα αμοιβαίου σεβασμού των ελεύθερων και ίσων (συμ)πολιτών (ανεξαρτήτως, δηλαδή, θρησκευτικών πεποιθήσεων).

  7. Δημήτρης Κυρίτσης says:

    Αν καταλαβαίνω το σχόλιο σου, Φίλιππε, θεωρείς ότι το εύλογο της αρχής ‘δεν πιστεύω, δεν πληρώνω’ δεν είναι παράγωγο μια διευρυμένης εφαρμογής της αρχής της ουδετερότητας (εφόσον δέχεσαι ότι το κράτος μπορεί να χρηματοδοτήσει τις μη επικρατούσες θρησκείες). Ως εδώ συμφωνούμε. Αλλά δεν καταλαβαίνω τι εννοείς όταν λες ότι η κάλυψη του κόστους λειτουργίας της επικρατούσας Εκκλησίας ‘δεν είναι της δημόσιας σφαίρας’. Αν δεχτούμε ότι το κράτος δεν εμποδίζεται από την αρχή της ουδετερότητας να στηρίξει συγκεκριμένες θρησκείες, τότε κατ’ αρχήν θα πρέπει να μπορεί να αποφασίσει ότι θα στηρίξει και την επικρατούσα. Κατά τούτο μπορεί να το εισαγάγει στη δημόσια σφαίρα. Άλλο φυσικά αν για διάφορους λόγους θα ήταν ενδεχομένως πολιτικά προτιμητέο να μην αποφασίσει κάτι τέτοιο.

  8. Philippos Vassiloyannis says:

    Δημήτρη, έχω τη γνώμη – σε γενικές γραμμές – ότι το εύλογο της αρχής βασίζεται στη θεμελιώδη διάκριση δημόσιας και μη δημόσιας σφαίρας. Η θρησκεία δεν ανήκει στη δημόσια σφαίρα (αρχή της ουδετερότητας). Η κρατική υποστήριξη προς τις εκκλησίες των “λιγότερο ευνοημένων” πιστών βασίζεται σε κάποια αρχή αλληλεγγύης που μας συνδέει ως συμπολίτες και, βέβαια, δεν έχει ως σκοπό να μεγιστοποιήσει την πιθανότητα να καταστεί η εκκλησία τους “επικρατούσα” κ. τ. τ., αλλά να τους συνδράμει, εφ’ όσον κάτι τέτοιο κρίνεται ως απαραίτητο στο πλαίσιο της εφαρμογής κάποιων αρχών διανεμητικής δικαιοσύνης, γιά να συνυπάρξουν μαζί μας ως ελεύθερα και ισότιμα πρόσωπα. Γι’ αυτό η υποστήριξή τους αποτελεί ζήτημα της δημόσιας σφαίρας και δεν νομιμοποιεί, κατά τη γνώμη μου, τις γνωστές ενστάσεις περί της ουδετερότητας του κράτους. Ίσως, τελικά, να μη διαφωνούμε επί της αρχής.

  9. Δημήτρης Κυρίτσης says:

    Νομίζω ότι τώρα καταλαβαίνω καλύτερα τον ισχυρισμό σου, Φίλιππε. Μάλλον διαφωνούμε. Εγώ υποστηρίζω την εφαρμογή της αρχής της ουδετερότητας σε ζητήματα που άπτονται των συνταγματικών θεμελίων (constitutional essentials). Πέραν αυτών, ισχυρίζομαι ότι η δικαιοσύνη επιτρέπει κατ’ αρχήν πολιτικές που δικαιολογούνται από μια συγκεκριμένη αντίληψη του αγαθού, ενδεχομένως εντός ορισμένων άκρων ορίων. Απομένει το ερώτημα αν η χρηματοδότηση μιας θρησκείας αφορά στα συνταγματικά θεμέλια. Πιστεύω πως όχι. Παρεμπιπτόντως, διστάζω να δεχτώ την υπόθεση ότι οι πιστοί μειοψηφικών θρησκειών έχουν αξίωση στήριξης από την πολιτική κοινότητα στο όνομα της δικαιοσύνης δυνάμει της μειοψηφικής απήχησης της θρησκείας τους.

    • Philippos Vassiloyannis says:

      Ο χωρισμός κράτους και εκκλησίας, όπως και η θρησκευτική ελευθερία, αφορά στα “constitutional essentials” και, κατά τη γνώμη μου, η κρατική ενίσχυση μιάς θρησκείας τα παραβιάζει. Η “Κατήχηση-Λειτουργική” (που διδάχθηκα γιά λίγο στο Δημοτικό) αποτελεί “κρατική ενίσχυση” της Επικρατούσας και παραβιάζει τις προκείμενες αρχές. Τα μη δογματικά “θρησκευτικά” (που θα έπρεπε να είχα διδαχθεί), αν και νομιμοποιημένα καλλιεργούν στην ανήλικη νεότητα πτυχές του αγαθού, δεν τις παραβιάζουν. Η αρχή “δεν πιστεύω, δεν πληρώνω” θέτει, περαιτέρω, ένα ζήτημα διανομής περιορισμένων πόρων (μέσω της φορολογίας). Ένα (αντι)παράδειγμα: Οι “400 Εκκλησιές” πλήττονται από σεισμό που έχει ως αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές ζημίες ο 400ός (της Επικρατούσας) και ο μόνος ναός μιάς χειμαζόμενης μειονότητας, η οποία αδυνατεί να τον αποκαταστήσει στην προτέρα κατάσταση με τους δικούς της πόρους. Η συνδρομή της πολιτείας (μέσω της φορολογίας) στην αποκατάσταση του 400ού ναού θέτει – έστω ως πολυτελής δαπάνη – ένα ζήτημα απαγορεύσεως των διακρίσεων, ενώ η μη συνδρομή της (και πάλι μέσω της φορολογίας) στην αποκατάσταση του μειονοτικού ναού θέτει ένα ζήτημα ίσης μεταχειρίσεως. Κατά τη γνώμη μου, η πολιτεία έχει ειδική υποχρέωση να συνδράμει στην αποκατάσταση του μειονοτικού ναού. Το συγκεκριμένο ζήτημα, ωστόσο, αν και αφορά στα “constitutional essentials”, δεν αφορά στον διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας ούτε στη θρησκευτική ελευθερία, αλλά στο status ελεύθερων και ίσων πολιτών.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s