ΕΔΔΑ, Gas et Dubois c. France: Μια άδικη απόφαση για την υιοθεσία ομόφυλων ζευγαριών

Acknowledgment[1]

Οι σύγχρονες δυνατότητες τεχνητής γονιμοποίησης σε συνδυασμό με τη νομική αναγνώριση της δημιουργίας οικογενειακής ζωής από ομόφυλα ζευγάρια θέτουν εκ των πραγμάτων νέα ζητήματα οικογενειακού δικαίου, τα οποία χρήζουν εξέτασης υπό το πρίσμα των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στην υπόθεση Gas και Dubois κατά Γαλλίας[2], το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε την ευκαιρία να κρίνει ένα ζήτημα που άπτεται της ανωτέρω προβληματικής και συγκεκριμένα αφορούσε την υιοθεσία από ομόφυλο ζευγάρι. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι έχασε την ευκαιρία για μια δίκαιη κρίση.

Η υπόθεση αφορούσε το παράπονο δύο γυναικών για παραβίαση από τη Γαλλική έννομη τάξη του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (προστασία ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) σε συνδυασμό με το άρθρο 14 που απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τις διακρίσεις βάσει σεξουαλικού προσανατολισμού. Η πρώτη προσφεύγουσα αιτήθηκε από τις Γαλλικές αρχές να υιοθετήσει το παιδί της συντρόφου της, δεύτερης προσφεύγουσας, η οποία το έφερε στον κόσμο κατόπιν τεχνητής γονιμοποίησης. Η τεχνητή γονιμοποίηση έγινε στο Βέλγιο, όπου, η νομοθεσία, σε αντίθεση με τη Γαλλία όπου τίθενται ιδιαίτερες προϋποθέσεις, επιτρέπει την ανωνυμία του δότη σπέρματος, και επομένως, το παιδί ήταν αγνώστου πατρότητας. Η μητέρα διατηρούσε μακροχρόνια σχέση με την πρώτη αιτούσα, σχέση που επισημοποιήθηκε με την σύναψη Συμφώνου Συμβίωσης[3]. Μολονότι την ανατροφή του παιδιού είχαν αναλάβει και οι δύο γυναίκες, μόνο η βιολογική μητέρα του αναγνωριζόταν νομικά ως γονέας και σε αυτήν ανήκε αποκλειστικά η γονική μέριμνα. Νομικά η πρώτη αιτούσα δεν είχε κανένα δικαίωμα και καμία υποχρέωση έναντι του παιδιού. Με την ρητή συγκατάθεση της μητέρας ζήτησε από τις Γαλλικές αρχές να υιοθετήσει το παιδί.

Οι γαλλικές αρχές απέρριψαν την αίτησή της διότι, σύμφωνα με τη νομοθεσία, τυχόν αποδοχή υιοθεσίας θα συνεπαγόταν κατά τον γαλλικό νόμο τον αποκλεισμό της (βιολογικής) μητέρας από τη γονική μέριμνα και την απονομή αυτής αποκλειστικά στη σύντροφό της. Το σχετικό άρθρο του γαλλικού Αστικού Κώδικα απέκλειε τη κοινή γονική μέριμνα τόσο σε ετερόφυλα όσο και σε ομόφυλα ζευγάρια εκτός γάμου. Την κοινή γονική μέριμνα επέτρεπε μόνο στις περιπτώσεις ζευγαριών που είχαν τελέσει γάμο. Με δεδομένο ότι στη Γαλλία δεν επιτρεπόταν ο γάμος μεταξύ ομοφύλων, οι αιτούσες δεν είχαν καμία δυνατότητα να υιοθετήσει η πρώτη το παιδί της συντρόφου της με στόχο την από κοινού ανάληψη της γονικής μέριμνας. Αντίθετα, τέτοια δυνατότητα υπήρχε για τα ετερόφυλα ζευγάρια μέσω της τέλεσης γάμου.

Οι αιτούσες ισχυρίσθηκαν ότι η απόρριψη της αίτησης για υιοθεσία παραβιάζει το δικαίωμά τους στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και, στο βαθμό που δεν είχαν τη δυνατότητα, όπως τα ετερόφυλα ζευγάρια, να παρακάμψουν την ανελαστικότητα του νόμου τελώντας γάμο, υφίστανται δυσμενή διάκριση ερειδόμενη στον σεξουαλικό τους προσανατολισμό. Αποτέλεσμα της άρνησης υιοθεσίας ήταν να βλάπτεται το συμφέρον του παιδιού. Στερείτο της δυνατότητας να έχει δύο γονείς και της ασφάλειας που αυτοί μπορούσαν να του παρέχουν δρώντας από κοινού, από την διεκπεραίωση απλών πράξεων, όπως να το συνοδεύουν στο σχολείο, έως την αντιμετώπιση σοβαρών καταστάσεων, όπως η περίπτωση ασθένειας ή θανάτου του ενός γονέα.

Το Δικαστήριο με (εκ πρώτης όψεως) ευρύτατη πλειοψηφία (6 έναντι 1) έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση. Διαπίστωσε ότι τυπικά ο νόμος δεν έκανε διάκριση σε βάρος των ομόφυλων ζευγαριών διότι, όπως προαναφέρθηκε, τόσο τα ομόφυλα όσο και τα ετερόφυλα ζευγάρια υφίσταντο την ίδια μεταχείριση. Δεν επιτρεπόταν στο ένα μέλος να υιοθετήσει το παιδί του συντρόφου του αναλαμβάνοντας από κοινού τη γονική μέριμνα. Επομένως, κατά το σκεπτικό της απόφασης, δεν υπήρξε διάκριση βάσει του σεξουαλικού προσανατολισμού. Η μόνη διάκριση που γινόταν αφορούσε τα ζευγάρια σε γάμο με τα ζευγάρια σε συμβίωση εκτός γάμου. Αυτή η διάκριση ήταν, κατά την απόφαση, θεμιτή, δεδομένης της νομολογίας του Δικαστηρίου ότι το δικαίωμα στο γάμο που κατοχυρώνει η Σύμβαση (άρθρο 12), δεν υποχρεώνει τα κράτη να «ανοίξουν» το θεσμό σε ομόφυλα ζευγάρια,. Δικαίωμα στον γάμο για τα ομόφυλα ζευγάρια δεν θα μπορούσε να συναχθεί, κατά την σχολιαζόμενη απόφαση, ούτε από μια συστηματική ερμηνεία των άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης.  Στο ζήτημα αυτό τα κράτη απολαμβάνουν ευρέως περιθωρίου εκτίμησης και εναπόκειται στα εθνικά νομοθετικά σώματα να αποφασίσουν αν θα θεσμοθετήσουν τον γάμο ομοφύλων ή όχι. Σε αυτά εναπόκειται να  αποφασίσουν αν θα παράσχουν μία εναλλακτική του γάμου νομοθετική αναγνώριση των σχέσεων ομοφύλων καθώς και την επακριβή φύση αυτής (η οποία δεν είναι δεσμευτικό να ταυτίζεται σε εύρος με αυτή του γάμου).

Το Δικαστήριο περιορίσθηκε να εξετάσει κατά πόσον υπήρξε ή όχι ευθεία διάκριση λόγω ερωτικών προτιμήσεων, κάτι το οποίο δεν αμφισβητούνταν ούτε άλλωστε είχε τεθεί με την προσφυγή, και παρέκαμψε τον ουσιαστικό ισχυρισμό για έμμεση διάκριση. Το παράπονο του ομόφυλου ζευγαριού ήταν ότι, αντίθετα με τα ετερόφυλα ζευγάρια, αποκλείονταν γι’ αυτούς η δυνατότητα υιοθεσίας με κοινή γονική μέριμνα αφού δεν επιτρεπόταν στη Γαλλία ο γάμος ομοφύλων. Με άλλα λόγια, η προϋπόθεση του γάμου για την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης υιοθεσίας αποτελούσε μια έμμεση διάκριση εις βάρος τους, η οποία οφειλόταν αποκλειστικά στην ομοφυλία τους. Αυτό που ζητούσαν ήταν να τους αναγνωρισθεί ότι η κατάστασή τους ήταν ανάλογη με την κατάσταση ενός ζευγαριού σε γάμο και όχι με κάθε ζευγάρι σε συμβίωση. Το Σύμφωνο Συμβίωσης ήταν για τις αιτούσες ό, τι περισσότερο μπορούσαν νομικά να κάνουν για να επισημοποιήσουν την οικογενειακή ένωσή τους, σε αντίθεση με τους ετερόφυλους που είχαν την πρόσθετη δυνατότητα τέλεσης γάμου.

Η απόφαση αντιμετώπισε την οικογενειακή ένωση των αιτουσών όπως όλες τις εκτός γάμου οικογενειακές ενώσεις και εκεί τέλειωσε την εξέταση της υπόθεσης. Έτσι, όμως, άφησε ανοικτά πολλά ζητήματα. Κατ’ αρχάς πρέπει να διερωτηθεί κανείς κατά πόσον η τομή πρέπει να γίνει μεταξύ ζευγαριών σε γάμο και ζευγαριών εκτός γάμου. Στην απόφαση Burden v. UK (Grand Chamber) το Δικαστήριο έπραξε διαφορετικά: «Όπως και στην περίπτωση του γάμου, η Ευρεία Σύνθεση θεωρεί ότι οι έννομες συνέπειες του Συμφώνου Συμβίωσης υπό το νόμο του 2004, στις οποίες τα ζευγάρια ρητώς και σκοπίμως επιλέγουν να υπαχθούν, διαφοροποιούν το είδος αυτό σχέσης από άλλες μορφές συμβίωσης. […] Όπως δεν μπορεί να θεμελιωθεί αναλογία μεταξύ ζευγαριών σε γάμο ή υπαγόμενων στο καθεστώς του Συμφώνου Συμβίωσης, και ζευγαριών (ετερόφυλων ή ομόφυλων) που επιλέγουν να συμβιώνουν χωρίς γάμο ή Σύμφωνο Συμβίωσης, η έλλειψη μίας τέτοιας νομικώς δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ των προσφευγουσών καθιστά την συμβιωτική σχέση τους, παρά την μακρά της διάρκεια, θεμελιωδώς διάφορη από αυτήν ενός ζευγαριού σε γάμο ή σε Σύμφωνο Συμβίωσης.» Η βασική τομή που έκανε ήταν μεταξύ ζευγαριών σε γάμο και σύμφωνο συμβίωσης από τη μια μεριά και μεταξύ ζευγαριών σε απλή συμβίωση από την άλλη.

Η εξομοίωση των ζευγαριών που υπάγονται σε Σύμφωνο Συμβίωσης προς τα ζευγάρια που έχουν τελέσει γάμο είναι, κατά την άποψή μου, η μόνη ορθή σε υποθέσεις που αφορούν τη γονική μέριμνα του παιδιού. Η λογική θέσπισης του Συμφώνου Συμβίωσης είναι ακριβώς να δώσει νομική μορφή σε μια de facto οικογενειακή ένωση ατόμων που συμβιώνουν, δεσμευόμενοι σε αμοιβαία υποστήριξη με προοπτική η ένωσή τους να έχει μακρά διάρκεια ζωής. Δεν πρόκειται για την αναγνώριση κάποιας μορφής εταιρίας που ρυθμίζει απλώς οικονομικά ζητήματα των προσώπων (φορολογικά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά), αλλά για την αναγνώριση ένωσης που βασίζεται σε υπαρκτές σχέσεις οικειότητας μεταξύ των προσώπων. Ακριβώς αυτό το θεμέλιο οικειότητας αποτελεί την ουσία του Συμφώνου Συμβίωσης και τη βάση της παράπλευρης αναγνώρισης των οικονομικού τύπου σχέσεων του ζευγαριού.

Δεν ήταν ανάγκη να εξετασθεί το ζήτημα κατά πόσον το κράτος είναι υποχρεωμένο να «ανοίξει» τον θεσμό του γάμου και σε ομόφυλα ζευγάρια για να κρίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση. Οι ίδιες οι αιτούσες, άλλωστε, δεν έθεταν τέτοιο ζήτημα. Το ζήτημα της υιοθεσίας μπορούσε να αποσυνδεθεί από το γάμο και να συνδεθεί με σχέσεις συμβίωσης που προσομοιάζουν με αυτόν, όπως το Σύμφωνο Συμβίωσης. Αρκούσε δηλαδή να έχει στο επίκεντρο της έρευνάς του τί είδους νομική ένωση αποτελεί το Σύμφωνο Συμβίωσης και τι είδους σχέσεις οικειότητας αναγνωρίζει. Αφήνει, άραγε, έξω από αυτές το δικαίωμα του ομόφυλου ζευγαριού να έχει νομικούς δεσμούς με το παιδί που ζει και μεγαλώνει μέσα στη θεσμοθετημένη συμβίωσή του;

Το παιδί και το συμφέρον του ήταν στο επίκεντρο της μόνης αποκλίνουσας άποψης, αυτής του Δικαστή Villiger. Αυτός θεώρησε ότι η απόφαση ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα συμφέροντα των ενηλίκων και έχασε από το οπτικό της πεδίο το συμφέρον του παιδιού. Κατά την άποψή του, η διακριτική μεταχείριση έπρεπε να εξετασθεί υπό το πρίσμα  του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού. Τα παιδιά ενός ζευγαριού ετερόφυλων είχαν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από την κοινή γονική μέριμνα αν τελούσαν γάμο. Αυτή η δυνατότητα αποκλειόταν για τα παιδιά των ομοφύλων, επομένως, υπήρχε διακριτική μεταχείριση που αφορούσε το παιδί. Ο Δικαστής Villiger υπενθύμισε ότι το Δικαστήριο σε άλλες περιπτώσεις που αφορούσαν το συμφέρον του παιδιού δεν είχε διστάσει να ελέγξει την εθνική νομοθεσία και το ίδιο έκρινε ότι έπρεπε να γίνει με την επίμαχη υπόθεση.

Η διαφωνούσα γνώμη του Δικαστή Villiger ώθησε τον τότε Πρόεδρο του Δικαστηρίου Δικαστή Costa να συντάξει συντρέχουσα άποψη με την οποία συντάχθηκε ο νυν Πρόεδρος του Δικαστηρίου Δικαστής Spielmann. O Δικαστής Speilmann μάλιστα δεν αρκέστηκε σε αυτήν αλλά διατύπωσε και ξεχωριστή συντρέχουσα άποψη, με την οποία συντάχθηκε η Δικαστής Berro-Lefevre. Οι συντρέχουσες απόψεις αποκαλύπτουν, όχι μόνον πόσο διστακτικοί ήταν με το αποτέλεσμα οι δικαστές αλλά και γιατί η Gas et Dubois ήταν μια λανθασμένη απόφαση. Πράγματι και οι δύο εκφράζουν τη διαφωνία τους με τη γαλλική νομοθεσία. Με διακριτικό τρόπο ο Γάλλος Πρόεδρος Costa  παροτρύνει το νομοθέτη της πατρίδας του να επανεξετάσει το ζήτημα («Επομένως, λοιπόν, ο γάλλος νομοθέτης ας μην μείνει ικανοποιημένος με την μη παραβίαση στην οποία καταλήξαμε, αλλά ας αποφασίσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, να επανεξετάσει το ζήτημα.») Απερίφραστα ο Spielmann χαρακτηρίζει τη γαλλική νομοθεσία «προβληματική», εκφράζει την πεποίθησή του ότι η νομική κατάσταση του παιδιού είναι αβέβαιη και επαναλαμβάνει την προτροπή να προσαρμοσθεί ο νομοθέτης με τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα.

Η πλειοψηφία, λοιπόν, των Δικαστών (Costa, Speilman, Villinger, Berro-Lefevre) αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφράσει την απαρέσκειά της προς τη διάταξη που απέκλειε στα ομόφυλα ζευγάρια να υιοθετήσει με κοινή γονική μέριμνα η μία σύντροφος το παιδί της άλλης. Εκτός, όμως, του Villiger, η απαρέσκειά τους δεν έφτασε ως το σημείο να κρίνουν ότι υπήρξε παραβίασης της Σύμβασης. Ο ρόλος, όμως, των δικαστών δεν είναι να κάνουν συστάσεις προς τους εθνικούς νομοθέτες αλλά να αποφαίνονται αν υπάρχει παραβίαση ή όχι.

Η αμηχανία τους οφείλεται στο γεγονός ότι αισθάνθηκαν ότι επιτρέπουν μια κατάσταση που αρνιόταν στο παιδί να έχει νομικό δεσμό με ένα μέλος της de facto οικογένειάς του και αυτό φαινόταν να μην εξυπηρετεί το συμφέρον του. Μολονότι, όμως, το συμφέρον του παιδιού ήταν ένα σημαντικό και ευαίσθητο θέμα, αυτό αποτελούσε μέρος μόνο του γενικότερου ζητήματος που ήταν το δικαίωμα δημιουργίας σχέσεων οικειότητας που περιλαμβάνουν ένα παιδί. Υπ’ αυτή την έννοια, η άποψη του Villiger να εξετασθεί η υπόθεση υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού είναι μεν συμπαθής αλλά φοβάμαι ότι δεν αρκεί χωρίς να ενταχθεί στο πλαίσιο της εξέτασης του δικαιώματος στη δημιουργία οικογενειακών σχέσεων.

Υπάρχει τέτοιο δικαίωμα στη Σύμβαση; Ο σεβασμός της οικογενειακής ζωής, που προστατεύει το άρθρο 8, δεν μπορεί να ερμηνευθεί τόσο στενά ώστε να αποκλείει κάθε άλλης μορφής οικογενειακή σχέση πλην της έγγαμης[4]. Το Δικαστήριο έχει μεν δεχθεί ότι το άρθρο 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 12, που ρητά κατοχυρώνει το δικαίωμα γάμου άνδρα και γυναίκας,  δεν περιλαμβάνει την υποχρέωση του κράτους να επεκτείνει το δικαίωμα αυτό σε ομόφυλα ζευγάρια, όμως, σε πολλές υποθέσεις έχει δεχθεί ότι προστατεύει σχέσεις οικειότητας εκτός γάμου.[5] Με αυτό το σκεπτικό, άλλωστε, απέρριψε σχετική ένσταση της Γαλλίας ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορούσε το άρθρο 8 και κατ’ επέκταση δεν έπρεπε καν να εξετασθεί η όποια διάκριση ενδεχομένως γινόταν.

Εφ’ όσον δεχθεί κανείς ότι ο σεβασμός της οικογενειακής ζωής περιλαμβάνει σχέσεις οικειότητας εκτός γάμου, είναι υποχρεωμένος να εξετάσει τί περιλαμβάνουν αυτές οι σχέσεις, όταν μάλιστα αναγνωρίζονται νομικά με Σύμφωνο Συμβίωσης. Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι ότι περιλαμβάνουν σχέσεις που προσομοιάζουν στις σχέσεις οικειότητας των ζευγαριών σε γάμο, αλλιώς δεν έχει νόημα το Σύμφωνο αφού τα διάφορα οικονομικά ζητήματα μιας συμβίωσης μπορούν προφανώς να ρυθμισθούν και χωρίς αυτό. Το επόμενο βήμα είναι να θέσει κανείς το ερώτημα κατά πόσον οι σχέσεις οικειότητας που ρυθμίζει το Σύμφωνο Συμβίωσης περιλαμβάνουν και τους δεσμούς του ζευγαριού με ένα παιδί ή όχι. Αν απαντήσει κανείς αρνητικά απορρίπτει την ουσία του δεσμού του ζευγαριού. Αν δεν αναγνωρίζεται ο δεσμός με το παιδί της συντρόφου, το οποίο ζει στο ίδιο σπίτι και μεγαλώνει και με τη δική της φροντίδα, τότε και η ίδια η ουσία της σχέσης της με τη σύντροφό της δεν αναγνωρίζεται.

Ο Δικαστής Spielmann κατέθεσε ξεχωριστή από τον Costa συντρέχουσα γνώμη μόνο και μόνο για να τονίσει ότι, κατά την άποψή του, οι αιτούσες βρίσκονταν σε μια νομική κατάσταση που προσομοιάζει (comparable) με τη νομική κατάσταση των ζευγαριών σε γάμο.[6] Δεν ψήφισε, όμως, ότι υπήρξε παραβίαση διότι θεώρησε ότι η οικογενειακή ζωή των αιτουσών μπορούσε να κυλήσει ομαλά και χωρίς την υιοθεσία. Πρόκειται για ένα πολύ αδύναμο επιχείρημα διότι το ζητούμενο δεν είναι αν υπάρχουν νομικοί διέξοδοι για να «κυλά» η οικογενειακή ζωή ενός ομόφυλου ζευγαριού. Με βάση αυτό το σκεπτικό κάθε διάκριση θα ήταν επιτρεπτή αρκεί να υπάρχουν άλλοι τρόποι που να εξασφαλίζουν τις ανάγκες μιας κοινής συμβίωσης. Το ζητούμενο είναι αν τα ομόφυλα ζευγάρια έχουν δικαίωμα στη νομική αναγνώριση της οικογενειακής του ζωής.

Ο Δικαστής Spielmann επιβεβαίωσε την άποψή του αυτή και πρόσφατα στην απόφαση X και άλλοι κατά Αυστρίας[7], μια ανάλογη υπόθεση υιοθεσίας, όπου, όμως, επειδή υπήρχε ευθεία διάκριση μεταξύ ομόφυλων και ετερόφυλων ζευγαριών, το Τμήμα ευρείας σύνθεσης του Δικαστηρίου έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8. Μολονότι το αποτέλεσμα ήταν στην υπόθεση αυτή διαφορετικό, το σκεπτικό της απόφασης είναι το ίδιο προβληματικό με την Gas et Dubois, αφού το Δικαστήριο επιμένει να αρνείται την προσομοίωση ομόφυλων ζευγαριών με τα ζευγάρια σε γάμο.

Το χειρότερο ήταν ότι υπήρξε ισχυρή μειοψηφία, που φάνηκε να μην προσεγγίζει την ουσία του θέματος. Χαρακτηριστικά η μειοψηφία φάνηκε να απορεί γιατί θεωρήθηκε ότι υπήρξε παρέμβαση με τα δικαιώματα των αιτουσών: «Η πρώτη προσφεύγουσα, σύντροφος της μητέρας, δεν μπορούσε να επικαλεστεί κάποιο δικαίωμα στην υιοθεσία του τέκνου της τελευταίας. Ούτε ο δεύτερος εκ των προσφευγόντων, [το παιδί] ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι επιθυμούσε να υιοθετηθεί, μπορούσε να αξιώσει σχετικό δικαίωμα, επιπρόσθετα, είχε ήδη και πατέρα και μητέρα. Τα δικαιώματα της τρίτης προσφεύγουσας, μητέρας του παιδιού, δεν παραβιάστηκαν κατ’ ουδένα τρόπο.» [8]  Γενικά και αόριστα κανένας φυσικά δεν έχει δικαίωμα να υιοθετεί ούτε να υιοθετείται. Η έννομη τάξη της Αυστρίας, όμως, αναγνώριζε συγκεκριμένα δικαίωμα υιοθεσίας στον σύντροφο του παιδιού της μητέρας αρκεί αυτός να ήταν διαφορετικού φύλου. Αναγνώριζε, επίσης, ότι είναι προς το συμφέρον του παιδιού να υιοθετηθεί από τον de facto γονέα του, αρκεί αυτός να ήταν διαφορετικού φύλου. Τέλος, αναγνώριζε στη μητέρα να έχει δικαίωμα να μεγαλώνει το παιδί της από κοινού με τον σύντροφό της, αρκεί αυτός να ήταν διαφορετικού φύλου. Η απορία, επομένως, της μειοψηφίας για το αν υπήρξε ή όχι παρέμβαση αποδεικνύει πόσο στενά ερμηνεύει το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής που κατοχυρώνει το άρθρο 8 της Σύμβασης.

Η γνώμη μου είναι ότι το Δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει με τέτοιον τρόπο το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή ώστε να δίνει σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού, το δικαίωμα να διαμορφώνουν σχέσεις οικειότητας που είναι απαραίτητες για το ευ ζην τους. Στην Gas και Dubois αρνήθηκε να το κάνει και αποδέχθηκε ως θεμιτή μια έμμεση διάκριση λόγω ερωτικών προτιμήσεων, με αποτέλεσμα να στερήσει από τις αιτούσες την αναγνώριση μιας θεμελιώδους για τη ζωή τους σχέσης. Περιορίσθηκε, όπως αναφέρθηκε, σε παραινέσεις προς τους εθνικούς νομοθέτες για αλλαγές, οι οποίες πλην του συμβολισμού τους δεν έχουν κανένα ουσιαστικό νομικό αντίκρυσμα. Σε ζητήματα, όμως, ιδιαίτερα των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων, οι εθνικές νομοθεσίες έχουν να επιδείξουν μια μακρά ιστορία παραβίασης. Αρκεί να θυμηθούμε πως πριν από κάποια χρόνια πολλά κράτη όχι μόνον δεν αναγνώριζαν οικογενειακή ζωή σε ομόφυλα ζευγάρια αλλά  ποινικοποιούσαν τις ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές σχέσεις. Σε εκείνη την εποχή (1955) η ίδια η Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέδωσε την εκπληκτική απόφαση WC c-1 v. Allemagne[9] με την οποία επικύρωσε την ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας από τα Συμβαλλόμενα Κράτη εντάσσοντας την στο ευρύ περιθώριο εκτίμησης που αυτά απολαμβάνουν. Το ίδιο σφάλμα επαναμβάνει το Δικαστήριο στη Gas et Dubois. Όσο εξωφρενική μοιάζει σήμερα η παρελθούσα ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας με τα εύσημα του Συμβουλίου της Ευρώπης, τόσο λανθασμένη θα μοιάζει στο απώτερο μέλλον η σχολιαζόμενη νομολογία.


[1]  Ευχαριστώ την Σταυρούλα Βρύνα για τη μετάφραση αποσπασμάτων των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και τα σχόλια που έκανε πάνω στο αρχικό σχέδιο του άρθρου. Σε αυτήν επί πλέον οφείλεται και η ανακάλυψη της παλιάς απόφασης της Επιτροπής 104/1955 WC c-1 v. Allemagne (1955).

[2] Απόφαση Gas και Dubois κατά Γαλλίας, αρ. προσφ.  25951/07, 15 Μαρτίου 2012

[3] Pacte civil de solidarité (PACS).

[4] Βλ. μεταξύ άλλων, Kroon et autres κατά Ολλανδίας, 27.10.1994, σειρά A no 297‑C, §30.

[5]  Την θέση του αυτή το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρόσφατα στην σκέψη 95 της απόφασης X και άλλοι κατά Αυστρίας (παρατεθείσα κατωτέρω σημ. 6): “The Court reiterates that the relationship of a cohabiting same-sex couple living in a stable de facto relationship falls within the notion of “family life” just as the relationship of a different-sex couple in the same situation would.”

[6] «Je suis d’avis que, contrairement à ce qui est affirmé au paragraphe 68 de l’arrêt, en matière d’adoption par le second parent, les requérantes se trouvent dans une situation juridique comparable à celle des couples mariés. » Gas et Dubois c. France, Opinion concordante du Juge Spielmann a laquelle se rallie la Juge Berro-Lefevre.

[7]   “With regard to point 2 of the operative provisions of the judgment, I believe that the situation of the applicants – the first and third applicants, who form a same-sex couple, and the third applicant’s son – was comparable to that of a married different-sex couple in which one partner wished to adopt the other partner’s child.” X and others v. Austria Judgment of 19 February 2013 Grande Chamber, Concurring Opinion of Judge Spielmann.

[8] Η μειοψηφία αποτελείτο από τους Δικαστές Casadevall, Ziemele, Kovler, Jociene, Sikuta, De Gaetano και Σισιλιάνο.

[9] Βλ. Απόφαση Επιτροπής 104/1955 WC c-1 v. Allemagne (1955), η οποία δέχθηκε πως η ποινικοποίηση της (ανδρικής) ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς καλυπτόταν από το άρθρο 8 παρ.2 της της ΕΣΔΑ για λόγους «προστασίας της υγείας και της ηθικής». Η απόφαση έκρινε επί πλέον ότι, υπό το άρθρο 14 ΕΣΔΑ, ήταν επιτρεπτή από τη νομοθεσία των Συμβαλλομένων Κρατών η διάκριση μεταξύ της ομοφυλοφιλίας των ανδρών και αυτής των γυναικών, και συνεπώς ότι μπορούσε να ποινικοποιηθεί η ανδρική ομοφυλοφιλία ενώ παράλληλα μπορούσε να αγνοηθεί ή και να γίνει ανεκτή η γυναικεία ομοφυλοφυλική δραστηριότητα.

Υπό δημοσίευση στο περιοδικό Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου

Advertisements
This entry was posted in Επιστημονικά άρθρα and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s