Είναι νόμιμη η απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων πριν τις εκλογές;

Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εκκρεμούν δύο προσφυγές (Dimitras v. Greece και Voulgaris and Others v. Greece) που ισχυρίζονται  ότι η απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων 15 μέρες πριν τις εκλογές παραβιάζει το δικαίωμα της ελεύθερης λήψης πληροφοριών. Επειδή το θέμα έχει γενικότερο ενδιαφέρον δημοσιεύω το περιεχόμενο της δεύτερης προσφυγής. Για την επίσημη παρουσίαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο βλ. εδω.

Voulgaris and Others v. Greece

STATEMENT OF THE FACTS

Οι προσφεύγοντες είναι Έλληνες πολίτες. Στις 4 Οκτωβρίου 2009 διενεργήθηκαν βουλευτικές εκλογές και όλοι οι προσφεύγοντες είχαν εκλογικό δικαίωμα ψήφου.

Στις εκλογές της 4 Οκτωβρίου 2009 ίσχυσε διάταξη νόμου που απαγόρευε τη δημοσιοποίηση των δημοσκοπήσεων δεκαπέντε μέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών. Συγκεκριμένα, στις 7 Αυγούστου 2009 με το άρθρο 13 του ν. 3783/2009 «επαναφέρεται σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 7 του νόμου 3603/2007» (Annex 1).  Το άρθρο 7 του νόμου 3603/2007 έχει ως εξής: «1.α) Δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών, των εκλογών για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και των δημοψηφισμάτων και έως την 19.00 ώρα της ημέρας της ψηφοφορίας, απαγορεύεται η δημοσιοποίηση δημοσκοπήσεων για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο μετάδοση αποτελεσμάτων των δημοσκοπήσεων, καθώς και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο μετάδοση και αναμετάδοσή τους από τα μέσα ενημέρωσης, με οποιονδήποτε τρόπο και αν διανέμονται ή εκπέμπουν.  β) Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από την ημέρα των προαναφερόμενων εκλογών και μέχρι την 19.00 ώρα της ημέρας της ψηφοφορίας, απαγορεύεται στους δημόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, στους φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, σε κάθε είδους εφημερίδα και περιοδικό, καθώς και στα πολιτικά κόμματα και στους υποψηφίους η καθ’ οιονδήποτε τρόπο δημοσιοποίηση ή μετάδοση ή αναμετάδοση οποιασδήποτε έρευνας γνώμης, με οποιονδήποτε τρόπο και αν διενεργείται, σχετικά με τις πολιτικές τάσεις, απόψεις και προτιμήσεις της κοινής γνώμης, για πολιτικά κόμματα, πολιτικές θέσεις και πρόσωπα ή άλλα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. (Annex 2).

Στη παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι εξής κυρώσεις για την παραβίαση της απαγόρευσης:  «6. Οι παραβάτες των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6)μηνών, η οποία δεν είναι δεκτική μετατροπής ή αναστολής και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ». (Annex 2)

Πρέπει να τονισθεί ότι ο νόμος απαγορεύει μόνο τη δημοσιοποίηση και όχι τη διενέργεια δημοσκοπήσεων. Δημοσκοπήσεις εξακολουθούσαν να γίνονται όσο διάστημα ίσχυε η απαγόρευση δημοσιοποίησης, τα αποτελέσματά τους όμως γίνονταν γνωστά μόνον σε αυτούς που τις είχαν παραγγείλει. Αφ’ ενός τα επιτελεία των κομμάτων αλλά και οποιοσδήποτε οικονομικά ισχυρός παράγοντας μπορούσαν να πληρώσουν και να γνωρίσουν τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων.

Είναι γεγονός ότι τα επιτελεία των κομμάτων είχαν πρόσβαση και αξιοποιούσαν τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που γίνονταν σε καθημερινή βάση. Χαρακτηριστικά, ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας κ. Λ. Ζαγορίτης στις 28 Σεπτέμβρη 2009 σε ραδιοφωνική συνέντευξη που παραχώρησε στον Ρ/Σ Real FM (ενόσω δηλαδή ίσχυε η απαγόρευση) δήλωσε τα εξής: «…έχει αυξηθεί κατακόρυφα η συσπείρωση των νεοδημοκρατών (…) ιδίως μετά το debate Καραμανλή-Παπανδρέου, η μέτρηση έδειξε ότι ο Καραμανλής κυριάρχησε κυριολεκτικά στην αναμέτρηση αυτή και κόσμος πάρα πολύς συσπειρώνεται, επανακάμπτει στη Νέα Δημοκρατία.» (Annex 3). Ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας αναφέρθηκε σε μέτρηση που έγινε μετά το debate των αρχηγών των δύο μεγαλύτερων κομμάτων (δηλαδή όταν ίσχυε η απαγόρευση) και σε τάσεις του εκλογικού σώματος όπως η συσπείρωση και διάθεση των αναποφάσιστων, δηλαδή σε στοιχεία που έδιναν δημοσκοπήσεις.

Στις  25 Σεπτεμβρίου 2009 ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Αθηνών κ. Γιάννης Σακελάκος διέταξε κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση για τη δημοσιοποίηση, μέσω μπλογκς, δημοσκοπήσεων για τις επικείμενες εκλογές, παρά τη ρητή απαγόρευση του νόμου. Ο ίδιος ο κ. Σακελάκος έδωσε εντολή να αρθεί το απόρρητο των ιστολογίων και να δοθούν στην Εισαγγελία και οι ταυτότητες των εταιριών που διενήργησαν τις δημοσκοπήσεις (Annex 4). Η προκαταρκτική εξέταση που διετάχθη κατέστησε σαφές ότι θα εφαρμοσθεί με αυστηρότητα ο νόμος.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 2009 ο ραδιοφωνικός σταθμός ΣΚΑΪ κλήθηκε σε απολογία από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επειδή την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου παρουσίασε δημοσίευμα γερμανικής εφημερίδας για τις εκλογές που ανέφερε ότι με βάση τις δημοσκοπήσεις έχουν προβάδισμα οι σοσιαλιστές (Annex 5). Στις 13 Οκτωβρίου 2009 το ΕΣΡ επέβαλε πρόστιμο 3000 ευρώ στο ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΙ για την παραπάνω εκπομπή (Annex 6).

STATEMENT OF ALLEGED VIOLATION(S) OF THE CONVENTION AND/OR PROTOCOLS AND OF RELEVANT ARGUMENTS

Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης

Οι προσφεύγοντες παραπονούνται για παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης.  Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι οι εθνικές αρχές παρενέβησαν αδικαιολόγητα και έθεσαν υπέρμετρους φραγμούς στο δικαίωμα τους για ελεύθερη λήψη πληροφοριών. Ειδικότερα, πιστεύουν ότι οι εθνικές αρχές, με το να απαγορεύσουν τη δημοσιοποίηση των δημοσκοπήσεων 15 μέρες πριν τη διενέργεια των εθνικών εκλογών, δεν σεβάστηκαν το δικαιώμά τους να λαμβάνουν ελεύθερα πληροφορίες και ιδέες. Εξάλλου στην παρ. 35 της απόφασης TÁRSASÁG A SZABADSÁGJOGOKÉRT v. HUNGARY (Απόφ. 14/4/2009) το Δικαστήριό Σας έκρινε πως: «Nevertheless, the Court has recently advanced towards a broader interpretation of the notion of “freedom to receive information” (see Sdružení Jihočeské Matky c. la République tchèque (dec.), no. 19101/03, 10 July 2006) and thereby towards the recognition of a right of access to information». Επομένως η παρούσα υπόθεση πρέπει να εξετασθεί με δεδομένη την ευρύτερη ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριό Σας στη διάταξη του άρυθρου 10 που εγγυάται «την ελευθερία λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων».

Καταρχήν, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η απαγόρευση δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων των δημοσκοπήσεων 15 μέρες πριν τη διενέργεια των εθνικών εκλογών αποτελεί παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων να λαμβάνουν ελεύθερα πληροφορίες και ιδέες. Από τη στιγμή που η εν λόγω παρέμβαση έγινε στη βάση των ελληνικών νόμων πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον  αυτή ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Το Δικαστήριό Σας στην παρ. 55 της Απόφασης Barthold της 25/3/1985 έχει κρίνει ότι: «It has been pointed out in the Court’s case-law that, whilst the adjective “necessary”, within the meaning of Article 10 para. 2 (art. 10-2) of the Convention, is not synonymous with “indispensable”, neither does it have the flexibility of such expressions as “admissible”, “ordinary”, “useful”, “reasonable” or “desirable”; rather, it implies a “pressing social need”. The Contracting States enjoy a power of appreciation in this respect, but that power of appreciation goes hand in hand with a European supervision which is more or less extensive depending upon the circumstances; it is for the Court to make the final determination as to whether the interference in issue corresponds to such a need, whether it is “proportionate to the legitimate aim pursued” and whether the reasons given by the national authorities to justify it are “relevant and sufficient”». Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι οι λόγοι που δόθηκαν από τις εθνικές αρχές για να δικαιολογήσουν τη συγκεκριμένη απαγόρευση δεν ήταν ούτε σχετικοί ούτε επαρκείς και ότι η τελευταία δεν ήταν ανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό ούτε αντιστοιχούσε σε μια πιεστική κοινωνική ανάγκη.

Η εισηγητική έκθεση του νόμου 3603/2007 σε σχέση με τις ρυθμίσεις του άρθρου 7 αναφέρει πως: «Σκοπός των συγκεκριμένων ρυθμίσεων είναι η διασφάλιση της ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης, εν όψει της επερχόμενης κάθε φορά εκλογικής αναμέτρησης»  (Annex 2). Όμως, θεμελιώδης προϋπόθεση της ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης είναι ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή η ελεύθερη ανταλλαγή πληροφοριών και ιδεών και όχι η απαγόρευσή τους. Η ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής βούλησης, η οποία αναντίρρητα αποτελεί βασικό στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος, «νοθεύεται» όταν αποκρύπτονται πληροφορίες από το εκλογικό σώμα γι αυτό και το Δικαστήριό Σας έχει αποφανθεί ότι «τo δικαίωμα ελέυθερης λήψης πληροφοριών κυρίως απαγορεύει μια Κυβέρνηση από το να περιορίζει ένα άτομο να λαμβάνει πληροφορίες που άλλοι επιθυμούν ή θα ήθελαν ενδεχομένως να θέσουν υπόψη του». (Leander v. Sweden, Απόφ. 26/3/1987, παρ. 74). Η δυνατότητα λήψης πληροφοριών αποτελεί προυπόθεση της ελεύθερης έκφρασης, όπως αυτή νοείται στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Με την απαγόρευση που θέσπισε η ελληνική Κυβέρνηση στέρησε από το εκλογικό σώμα τη δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες σημαντικές, οι οποίες εκτός του ότι αποτελούν συστατκά στοιχεία του δημοσίου διαλόγου, συμβάλλουν καταλυτικά στη διαμόρφωση της άποψης των εκλογέων. Μπορεί επομένως να λεχθεί ότι νόθευση δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση η διάθεση πληροφοριών στο κοινό παρά μόνο η απόκρυψή τους, ενώ η περαιτέρω αξιολόγηση των πληροφοριών αυτών (το κατά πόσον δηλαδή αυτές είναι αξιόπιστες ή όχι) εναπόκειται αποκλειστικά στο ίδιο το εκλογικό σώμα. Το ζήτημα δηλαδή αν οι δημοσκοπήσεις δεν παρέχουν έγκυρη πληροφόρηση, είναι κατευθυνόμενες ή ύποπτες αποτελεί στοιχείο που το κρίνει ο κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης. Η μοναδική εγγύηση για την αποκάλυψη της όποιας χειραγώγησης ή απάτης είναι ο ελεύθερος διάλογος και η ελεύθερη δημοσίευση κάθε δημοσκόπησης.  Γι’ αυτό το λόγο, δεν ανήκει στο Κράτος, αλλά στον τύπο και στους πολίτες η εκτίμηση των διαφόρων δημοσκοπήσεων. Συνεπώς, ο λόγος που προβλήθηκε από τις εθνικές αρχές προκειμένου να δικαιολογήσουν την επιβληθείσα απαγόρευση όχι μόνον αντιστρατεύεται αυτό που υποτίθεται ότι επιδιώκει να εξυπηρετήσει (την ανόθευτη λαϊκή βούληση) αλλά, όπως θα καταδειχθεί παρακάτω, είχε προδήλως τα αντίθετα αποτελέσματα.

Όπως ελέχθη, η απαγόρευση αφορούσε μόνο την δημοσιοποίηση και όχι και τη διενέργεια δημοσκοπήσεων. Αυτό εκ των πραγμάτων είχε ως αποτέλεσμα τον διαχωρισμό των πολιτών σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης στις συγκεκριμένες πληροφορίες και σε αυτούς που αποκλείονταν. Την δυνατότητα πληροφόρησης είχαν τα επιτελεία των κομμάτων αλλά και οποιοσδήποτε οικονομικά ισχυρός παράγων ήταν διατεθειμένος να πληρώσει για τη διενέργεια δημοσκοπήσεων. Οι υπόλοιποι πολίτες προορίζονται από το νόμο να μείνουν στο σκοτάδι. Πρόκειται για την πλέον διαστροφική διαχείριση πληροφοριών που μπορεί να φανταστεί κανείς σε μια δημοκρατία. Για ζητήματα όχι απλώς γενικού ενδιαφέροντος αλλά που σχετίζονται με το ύψιστο δικαίωμα του πολίτη (εκλογές) κάποιοι (οικονομικά ισχυροί) έχουν πρόσβαση σε πληροφόρηση και οι πολλοί αποκλείονται. Και αυτά στο όνομα της ανόθευτης λαϊκής βούλησης! Στο βαθμό που η συγκεκριμένη απαγόρευση δεν αποκλείει a priori όλους τους πολίτες από τις πληροφορίες αυτές, αλλά επιτρέπει την πρόσβαση μόνο σε μερικούς από αυτούς, παραβιάζει προδήλως το άρθρο 10 της Σύμβασης.

Η διακριτική μεταχείριση στη πληροφόρηση δεν ήταν απλώς ενδεχόμενη αλλά επιβεβαιώθηκε στην πράξη. Εκτός από τις δηλώσεις του κ.  Λ. Ζαγορίτη, που εκτέθηκαν ανωτέρω και οι οποίες ομολογούσαν τη γνώση δημοσκοπήσεων, και ο εκπρόσωπος τύπου του ΠΑΣΟΚ (που βρισκόταν στην αντιπολίτευση τότε) κ. Γ. Παπακωνσταντίνου σχολιάζοντας τις δηλώσεις Ζαγορίτη ανέφερε χαρακτηριστικά πως: «εμείς γνωρίζουμε τι λένε οι κυλιόμενες [δημοσκοπήσεις] και εσείς το γνωρίζετε πολύ καλά και στη Νέα Δημοκρατία το γνωρίζουν… ας είναι λοιπόν πιο προσεκτικοί». (Annex 7)  Οι δηλώσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι τα κόμματα είχαν πρόσβαση σε δημοσκοπήσεις, γνώριζαν τα ευρήματα τους και τα χρησιμοποιούσαν για προπαγανδιστικούς λόγους. Η απαγόρευση είχε ως αποτέλεσμα καθ’ όλη την περίοδο των δύο βδομάδων που ίσχυσε η απαγόρευση να κυκλοφορούν διάφορες φήμες για τις δημοσκοπήσεις και να παίζονται διάφορα παιχνίδια εντυπώσεων και παραπληροφόρησης.

Αντίστοιχες απαγορεύσεις με αυτή του νόμου 3603/2007 έχουν απασχολήσει τα τελευταία χρόνια τα ανώτατα δικαστήρια και άλλων χωρών. Το Δικαστήριο έχει βέβαια εξαιρετικά πλούσια νομολογία, ιδιαίτερα σε θέματα ελευθερίας του λόγου, όμως οι προσφεύγοντες θεωρούν οτι τα ζητήματα αυτά εκτός της κεφαλαιώδους σημασίας τους έχουν και ένα χαρακτήρα οικουμενικό. Θεωρούν έτσι χρήσιμο να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου τις αποφάσεις τόσο του Γαλλικού Ακυρωτικού (Arrêt nu. 5302 du 4/9/2001) (Annex 8) όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά (Thomson Newspapers Co. v. Canada, 29/3/1998) (Annex 9). Οι απαγορεύσεις των δημοσκοπήσεων προβλεπόταν για διάστημα μιας εβδομάδας στη Γαλλία και τριών ημερών στον Καναδά πριν από τη διενέργεια των εκλογών. Και οι δύο διατάξεις κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την ελευθερία λήψης πληροφοριών. Το σκεπτικό, ιδιαίτερα της Καναδικής απόφασης είναι αποκαλυπτικό: «The benefits of the ban are, therefore, marginal.  The deleterious effects, however, are substantial.  The ban sends the general message that the media can be constrained by government not to publish factual information. As well, the ban interferes with the media’s reporting function with respect to the election. Further, by denying access to electoral information which some voters may consider useful, the ban interferes not only with their freedom of expression, but also with their perception of the freeness and validity of their vote. In sum, the very serious invasion of the freedom of expression of all Canadians is not outweighed by the speculative and marginal benefits postulated by the government».

Συμπερασματικά, οι προσφεύγοντες παραπονούνται για παραβίαση του δικαιώματός τους στη λήψη πληροφοριών όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 της Σύμβασης. Η πληροφόρησή ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος. Συγκεκριμένα για τον πρώτο των προσφευγόντων η έλλειψη πληροφόρησης ήταν τόσο σημαντική ώστε να προτιμήσει τελικά να απέχει από τις εκλογές. Ο δεύτερος των προσφευγόντων θα ψήφιζε διαφορετικά αν γνώριζε ότι ένα κόμμα προηγείτο σημαντικά στην προτίμηση του εκλογικού σώματος και επομένως θα υπήρχε σταθερή κυβέρνηση. Η τρίτη των προσφευγόντων στερήθηκε μια σημαντική πληροφόρηση που της ήταν απαραίτητη για την πολιτική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει.  Τέλος, η τέταρτη των προσφευγόντων λόγω ηλικίας άσκησε για πρώτη φορά το εκλογικό της δικαίωμα, η επιλογή της στρεφόταν προς κάποια μικρά κόμματα και ήθελε να γνωρίζει ποια από αυτά είχαν πιθανότητες να έχουν αντιπροσώπευση στη Βουλή.

This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s