Μισαλλοδοξία και ελευθερία του λόγου

black

Σε ποια βάση άραγε μπορεί μια φιλελεύθερη κοινωνία να απαγορεύσει τον μισαλλόδοξο λόγο χωρίς να αντιφάσκει με τη θεμελιώδη σημασία που αποδίδει στην ελευθερία της έκφρασης; Όχι ασφαλώς στη βάση ότι η πλειοψηφία διαφωνεί ριζικά με το περιεχόμενό του ή ότι αποτελεί μια βαθύτατα λανθασμένη ιδέα που διακηρύσσει μια αποκρουστική άποψη κοινωνικής οργάνωσης. Η ελευθερία της έκφρασης συνεπάγεται την ελεύθερη διακίνηση όλων των ιδεών και των απόψεων ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους. Δεν νοείται ελεύθερος δημόσιος διάλογος αν αυτός προσληφθεί ως αποκαθαρμένος από τις λανθασμένες, εξωφρενικές ή απεχθείς ιδέες. Η ρήση ότι νομικά δεν υπάρχουν ορθές ή λανθασμένες απόψεις δεν σημαίνει ότι το «η γη είναι πιάτο» περιέχει την ίδια αλήθεια με το «η γη είναι στρογυλή». Σημαίνει απλούστατα ότι και οι δύο απόψεις έχουν θέση στο δημόσιο διάλογο, ότι και οι δύο προστατεύονται εξίσου.

Τα επιχειρήματα για το πόσο κακός και λανθασμένος είναι ο μισαλλόδοξος λόγος είναι μεν ορθά, δεν βοηθούν όμως να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέσαμε. Προσωπικά, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι μισαλλόδοξες απόψεις, δηλαδή οι απόψεις που εκφράζουν μίσος προς άλλους ανθρώπους εξαιτίας κάποιων χαρακτηριστικών τους (της φυλής, του φύλου, των πεποιθήσεων ή των ερωτικών προτιμήσεων) αποτελούν βαθύτατα λανθασμένες ιδέες. Εφόσον εξ ορισμού αντιστρατεύονται την ίση αξία των ανθρώπων και διακηρύσσουν τον αποκλεισμό κάποιων από την κοινωνική οργάνωση, είναι ασυμβίβαστες με την ίδια την έννοια της κοινωνικής συμβίωσης. Υπ΄αυτή την έννοια είναι ακόμη πιο διαστροφικές από τις αντιδημοκρατικές απόψεις, αφού δεν αρνούνται σε κάποιους την πολιτική συμμετοχή αλλά την ίδια την ανθρώπινη ιδιότητά τους. Αλλά, όπως ακριβώς η διαφωνία ή το λανθασμένο των αντιδημοκρατικών ιδεών δεν αποτελούν επαρκή δικαιολογία για τον εξοβελισμό τους από το δημόσιο διάλογο, το ίδιο ισχύει και με τον μισαλλόδοξο λόγο και αυτό δεν αλλάζει αν προσθέσουμε κάποιο επίθετο, αν π.χ. πούμε ότι είναι ιδιαίτερα κακός λόγος.

Σταθερή βάση για την απαγόρευση του μισαλλόδοξου λόγου μπορεί να αναζητηθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται άμεσος και επικείμενος κίνδυνος επέλευσης κάποιου κακού. Αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει άμεση υποκίνηση σε παράνομες πράξεις ή κατά πρόσωπο λεκτικές επιθέσεις κατά συγκεκριμένων προσώπων. Στις περιπτώσεις αυτές δεν ενδιαφέρει τόσο το περιεχόμενο του μηνύματος όσο μια συμπεριφορά που χρησιμοποιεί τον λόγο ως μέσο για να επιφέρει άμεση βλάβη. Τέτοιες συμπεριφορές, όμως, τιμωρούνται ούτως ή άλλως, ανεξαρτήτως αν ο λόγος (το μέσο) που χρησιμοποιείται είναι μισαλλόδοξος ή όχι.

Όσοι υποστηρίζουν την απαγόρευση του μισαλλόδοξου λόγου δεν έχουν, βέβαια,  κατά νου το  κακό που προκαλείται σε εξατομικευμένες περιπτώσεις. Περιγράφουν την οδύνη, τον τρόμο και την ανασφάλεια που αισθάνονται τα θύματα ως μέλη μιας ομάδας από την προπαγάνδιση μιας διεστραμμένης και βλαβερής ιδεολογίας και προσβλέπουν στην απαγόρευση για να τους απαλλάξει από αυτά τα δεινά. Πρόκειται, όμως, για δεινά που συνδέονται με τις επιπτώσεις του λόγου, με την επίδραση που έχει στην κοινωνική ζωή ο εκθειασμός της ανισότητας. Το πρόβλημα είναι ότι όσο πιο πολύ εντοπίζεται το κακό στον ιδεολογικό ρόλο του μισαλλόδοξου λόγου, τόσο πιο πολύ συγκρούεται με μια αντίληψη ισχυρής προστασίας της έκφρασης που επιβάλλει την προστασία κάθε μηνύματος, ακόμη και του πλέον απεχθούς.

Αν περιορίζουμε την έκφραση βάσει των πραγματικών ή εικαζόμενων επιπτώσεων που έχει το περιεχόμενο του μηνύματος σε κάποιους ανθρώπους, τότε προσυπογράφουμε την πιο άγρια λογοκρισία. Κάθε ιδέα, ακόμη και η πλέον «ευγενής», μπορεί να προκαλέσει πόνο, φοβία ή διάφορα άλλα ανεπιθύμητα συναισθήματα σε κάποιον άνθρωπο. Ακόμη και η εκδήλωση αγάπης, μια ερωτική εξομολόγηση, μπορεί να προκαλέσει αηδία, αποστροφή, οδύνη. Αν επιδιώξουμε να φιμώσουμε κάθε λόγο που έχει δυσάρεστες επιπτώσεις σε κάποιον, στην πραγματικότητα ανάγουμε τη σιωπή ως βασική αρχή της κοινωνικής οργάνωσης (κρείττον το σιγάν). Αντίθετα, αν συμφωνούμε με την αρχή της ελευθερίας της έκφρασης, τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η διαφωνία, η εναντίωση, η προσβολή, η οργή, η αγανάκτηση, η ψυχική οδύνη δεν είναι θεμιτές δικαιολογίες περιορισμού του λόγου.

Γινόμαστε έτσι αναίσθητοι στο ιδεολογικό κακό που προκαλεί ο μισαλλόδοξος λόγος; Η απάντηση είναι ότι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με τον μόνο ορθό και αποτελεσματικό τρόπο, που είναι ο αντίλογος. Ο αντίλογος στο μισαλλόδοξο λόγο δεν αποσκοπεί στην ανακάλυψη της αλήθειας αλλά στην ενδυνάμωση των δικών μας απόψεων, στην εξέταση των ζητημάτων σε βάθος, στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τη ζωή και την κοινωνία μας. Πριν από λίγα χρόνια βαυκαλιζόμασταν ότι ήμασταν οι μεγαλύτεροι αντιρατσιστές του κόσμου και η δυναμική εμφάνιση της Χρυσής Αυγής μάς προσγείωσε στην πραγματικότητα. Επιφανειακά ήμασταν αντιρατσιστές, όπως επιφανειακά ήμασταν χιλιάδες άλλα πράγματα. Δεν θα καταφέρουμε ποτέ να αποκτήσουμε ως κοινωνία συνείδηση της κακίας του μισαλλόδοξου λόγου, αν επιδιώξουμε να τον απαγορεύσουμε, αν θελήσουμε να τον αφήσουμε να λειτουργεί υπόγεια.

Τέλος, όσοι πιστεύουν ότι οι νομοθετικές απαγορεύσεις μπορούν αποτελεσματικά να υποκαταστήσουν τα επιχειρήματα, ας έχουν κατά νου ότι μπορεί να φέρουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Οι αντιρατσιστικοί νόμοι της Βαϊμάρης και οι διώξεις χιτλερικών χρησιμοποιήθηκαν προπαγανδιστικά από τον Χίτλερ και μάλλον ευνόησαν παρά απέτρεψαν την άνοδό του.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Το Βήμα στις 19 Μαϊου 2013

*Λήδα Κοντογιαννοπούλου, Αυτοπροσωπογραφία (2001)

 

Advertisements
This entry was posted in Αρθρογραφία στον Τύπο and tagged , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Μισαλλοδοξία και ελευθερία του λόγου

  1. Ιάσων Κλεάνδρου says:

    Η αρχή της αναλογικότητας είναι άμεση συνέπεια της ύπαρξης πολλών συνταγματικών αξιών και διατάξεων οι οποίες συχνά είναι “αντιφατικές” μεταξύ τους και πρέπει να εναρμονισθούν (πρόχειρο παράδειγμα οικονομική ελευθερία και προστασία περιβάλλοντος). Είναι επομένως σύμφυτη και αυτονόητη σε μια φιλελεύθερη δημοκρατική κοινωνία η οποία εξ ορισμού δεν έχει μια κρατική ιδεολογία και στοχοθεσία. Επομένως πέρα από το γεγονός ότι στο Σύνταγμα υπάρχει το άρθρο 25 (περί απαγορεύσεως καταχρήσεως δικαιώματος) και περιττές ή στερούμενες κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις του Συντάγματος δεν είναι δυνατό να νοηθούν, η αναλογικότητα, η στάθμιση και η ανάγκη πρακτικής εναρμονίσεως συνταγματικών διατάξεων είναι αυτονόητες σε μια συνταγματική δικαιοταξία σαν την δική μας. Δεύτερο συμπέρασμα απολυτότητα στην άσκηση ενός δικαιώματος δεν είναι δυνατόν λογικά και νομικά να γίνει αποδεκτή. Είναι absurdum. Ο φιλελευθερισμός διαφέρει από άλλα συστήματα στο ότι ποτέ δεν μπορεί να δεχθεί απόλυτες και άκαμπτες θέσεις. Είναι το σύστημα της λογικής, της σύνθεσης, του μέτρου και των συμβιβασμών. Για πολλούς αυτή είναι η ατέλειά του, για μένα αυτή είναι η δύναμή του.Τώρα στο θέμα της απαγόρευσης του μισαλλόδοξου λόγου: Συμφωνώ ότι το ζήτημα είναι δύσκολο και η οριοθέτηση της απαγόρευσης είναι πολύ λεπτό ζήτημα, αν δεν θέλουμε να πέσουμε σε λογοκρισίες απόψεων που δεν μας αρέσουν. Εδώ πρέπει να γίνουν κάποιες διακρίσεις. Κατ’ αρχήν συμφωνούμε άπαντες ότι κείμενα του τύπου “ελάτε αύριο πρωί να συγκεντρωθούμε να κάψουμε τα καταστήματα των εβραίων , των πακιστανών, να στείλουμε στο νοσοκομείο τους ομοφυλόφιλους κλπ” πρέπει να είναι κολάσιμες ποινικά ενέργειες. Από κει και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα. Αν εγώ βγαίνω και λέω “οι Εβραίοι (Πακιστανοί, ομοφυλόφιλοι κ.ο.κ.) είναι σκουλήκια, η αιτία όλων των κακών της ανθρωπότητας, η αιτία της δυστυχίας του ελληνικού (πχ) λαού” χωρίς ταυτόχρονα να καλώ σε βιαιοπραγία, είναι δυνατόν αυτή η φράση μου (που όλοι συμφωνούμε ότι είναι hate speech), ειδικά δε όταν εκφέρεται από πρόσωπα που έχουν επίδραση στην κοινή γνώμη (αλλά όχι μόνο) να γίνει ανοικτή στην δημοκρατία? Δεν λέω ότι η απάντηση είναι εύκολη και η ότι η επιχειρηματολογία σας Κε καθηγητά είναι απορριπτέα. Όμως επιτρέψτε μου να προτείνω μια (προσωρινή?) αντίθετη θέση:Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και δεν μπορεί να γίνει διότι έχει το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα με ρήσεις του τύπου “ελάτε αύριο πρωί να τους κάψουμε, να τους δείρουμε κλπ”. Μην κοροϊδευόμαστε και μην κλείνουμε τα μάτια στον κίνδυνο που διατρέχει η δημοκρατία, τυφλωμένοι μόνο από την (απόλυτα αξιοσέβαστη) ελευθερία της έκφρασης! Όταν ενσταλλάζεις το μίσος στον δημόσιο χώρο, αυτό θα εκδηλωθεί ΣΙΓΟΥΡΑ και με μαθηματική ακρίβεια σε πράξεις κάποια στιγμή. Δεν έχουν όλοι την παιδεία ή την ωριμότητα να πεισθούν από τα αντίθετα επιχειρήματα και την πειθώ του σώφρονος λόγου. Διότι οι άνθρωποι, δυστυχώς, δεν κινούμαστε μόνο (πολλές φορές καθόλου) με βάση τον καντιανό ορθό λόγο. Πολύ συχνά κινούμαστε από σκοτεινά απωθημένα συμπλέγματα ή από άλογα πάθη, που ούτε εμείς οι ίδιοι συνειδητοποιούμε (και αυτό ισχύει περισσότερο για ανθρώπους χαμηλού μορφωτικού επιπέδου ή απόκληρους). Αυτό διδάσκει η ανθρώπινη Ιστορία και περισσότερο η τραγική Ιστορία του 20ου αιώνα που έδειξε πόσο (μονίμως) εύθραυστη είναι η Δημοκρατία. Και το υπέρτατο αγαθό που πρέπει να προστατευθεί είναι η επιβίωση της. Μια παράλυτη Δημοκρατία τύπου Βαϊμάρης είναι καταδικασμένη να υποχωρήσει στην βαρβαρότητα. Πρέπει, συνεπώς, όλα τα πράγματα να τα βάζουμε σε μια προοπτική και να μη βλέπουμε δογματικά μια μόνο διάσταση. Και θα μου πείτε ποιο είναι το κριτήριο για να μη διολισθήσουμε ανεπαισθήτως σε διαρκώς διογκούμενες απαγορεύσεις? Μα το είπατε κάποια στιγμή και μόνος σας Κε Καθηγητά. Η τομή (ο χρυσός κανόνας θα έλεγα) είναι ότι δεν γίνεται ανεκτός ο λόγος, ο οποίος αρνείται ρητά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ή αξιωματικά δαιμονοποιεί κάποιες κατηγορίες ανθρώπων με βάση τα χαρακτηριστικά φυλής, θρησκείας, ερωτικής προτίμησης κλπ. Είναι δε άλλο το θέμα να κάτσει κάποιος και να γράψει ένα επιστημονικό (ή επιστημονικοφανές) βιβλίο στο οποίο θα προσπαθεί πχ να αποδείξει, ότι οι εβραίοι κατά την διάρκεια της ιστορίας τους υπηρετούσαν το μεγάλο κεφάλαιο. Η άποψη αυτή μπορεί να είναι επιστημονικά γελοία (και επομένως είναι αντικρούσιμη με βάση επιχειρήματα επιστημονικά ή με τον αντίλογο) αλλά απαγορεύσιμη δεν είναι. Δέχομαι ότι η διάκριση είναι συχνά δύσκολη, αλλά η δυσκολία (η οποία πάντα ενυπάρχει στις σταθμίσεις) δεν είναι επιτρεπτό να μας αφήσει άπραγους θεατές ενώπιον της επέλασης του μίσους και της υπονόμευσης των κανόνων όχι μόνο της δημοκρατίας, αλλά και της ανθρωπιάς και του πολιτισμού (εξ άλλου και τα τρία πάνε μαζί).Συγγνώμη για το μεγάλο κείμενο, αλλά το ζήτημα είναι τεράστιο και πρωταρχικής σημασίας και μας παθιάζει όλους (προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση) και δικαίως

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s