Βάσω Κιντή: Ο σεξισμός στο δημόσιο χώρο

Ομιλία της Βάσως Κιντή σε εκδήλωση του «Ερευνητικού Ομίλου John Stuart Mill» με θέμα οι «Γυναίκες για την Ελευθερία» 22 Νοεμβρίου 201

Ορισμένα προκαταρκτικά:

  1. Θα ήθελα να ευχαριστήσω για την πρόσκληση. Μου δίνει την ευκαιρία, τώρα που επί τόσους μήνες δεν δουλεύουμε, να σκεφθώ λίγο φιλοσοφικά, έστω και με αφορμή τη συγκυρία.
  2. η εκδήλωση είχε οριστεί πριν συμβούν τα τελευταία γεγονότα με το σκίτσο του Χαντζόπουλου. Η πρόσκληση που πήρα ήταν από τις 5 Νοεμβρίου. Απεδείχθη πολύ επίκαιρη, αν και πάντα δίνει την ευκαιρία η δημόσια ζωή στην Ελλάδα για τέτοια θέματα.

Θα μιλήσω για το θέμα ξεκινώντας από τη πολυσυζητημένη γελοιογραφία.

Τον Δ. Χαντζόπουλο τον θεωρώ φίλο μου, τον εκτιμώ και τον θαυμάζω απεριόριστα. Τα σκίτσα του δεν είναι μόνο εικαστικά σημαντικά και πολιτικά εύστοχα αλλά τα θεωρώ παρεμβάσεις μεγάλου διανοητικού διαμετρήματος. Όπως είπα κάποια άλλη στιγμή, κάνει ιδιοφυείς αναλύσεις με αισθητική λιτότητα. Φέρνει μαζί πολλά στοιχεία, κάνει απροσδόκητες συνδέσεις, αναδεικνύει όψεις που δεν είχαμε δει και μας κάνει να σκεφτούμε διαφορετικά τα πράγματα. Πάει πέρα από τα αναμενόμενα και τον απλό γελοιογραφικό σχολιασμό.

Τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, με της οποίας τις απόψεις και τον τρόπο του πολιτεύεσθαι διαφωνώ, την υπερασπίστηκα σε ανύποπτο χρόνο δημοσίως με άρθρο μου στο protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.politiki&id=23645 όταν βρισκόταν εν εξελίξει οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής για τη λίστα Λαγκάρντ. Εκείνο που με είχε ενοχλήσει σε αυτή την υπόθεση ήταν ότι σε μια θεσμική διαδικασία η Ζωή Κωνσταντοπούλου αντιμετωπιζόταν ως ξένο σώμα σε ένα περιβάλλον ανδρών.  Με περιφρόνηση, ειρωνεία και ανδρικούς αστεϊσμούς. Γι’ αυτό και ο τίτλος του κειμένου, που τον είχα δώσει εγώ, ήταν “The boys’ club”.

Τι θα έλεγα για την επίδικη γελοιογραφία και τη συζήτηση που έγινε;

  1. Τίθεται ένα ζήτημα ελευθεροτυπίας. Δεν μπορεί ένα πολιτικό κόμμα να καταγγέλλει ειδικά έναν γελοιογράφο και να ζητεί στην ουσία τον περιορισμό του. Επίσης, ειδικά οι πολιτικοί χρειάζονται πολύ μικρή προστασία. Ένας πολιτικός έχει μάθει, και πρέπει να μάθει, να αντέχει και την πιο σκληρή κριτική και έχει, κατά κανόνα, αναπτύξει την ικανότητα να μπορεί να απαντά και να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Δεν είναι το ίδιο να απευθύνεσαι σε μια γυναίκα πολιτικό και σε μια γυναίκα στον χώρο εργασίας ή στην οικογένεια. Ακόμη και η γυναίκα πολιτικός βρίσκεται σε μια κάποια θέση ισχύος εν σχέσει προς έναν ή μία ιδιώτη. Ο χώρος της πολιτικής είναι ο χώρος που χρειάζεται τη μικρότερη προστασία. Ελάχιστοι πρέπει να είναι οι περιορισμοί.
  2. Η γελοιογραφία, εξ ορισμού, όπως έγραψε και ο Σταύρος Τσακυράκης,[1] δεν σέβεται τίποτε. Όπως είπε ο Ανδρέας Πετρουλάκης (άλλος γελοιογράφος που εκτιμώ απεριόριστα και απολαμβάνω),[2] στηρίζεται σε στερεότυπα -η ζωή της είναι τα στερεότυπα-, για να κάνει την ανατροπή. Και δεν πρέπει να ζητάμε βέβαια από έναν καλλιτέχνη η ανατροπή, ή το μήνυμά του όπως λέγεται, να είναι πάντα υπέρ των αδυνάτων, όπως έγραψε ο Γ. Κυρίτσης στην Αυγή.[3] Ποιοι είναι οι αδύνατοι κάθε φορά; Δεν θα επαναφέρουμε της προγραφές της στρατευμένης τέχνης.
  3. Για το ότι η γελοιογραφία δεν σέβεται τίποτε, θα σας δώσω ένα παράδειγμα που αφορά τον  Χαντζόπουλο και μένα. Το 2004 μια παρέα ξεκινήσαμε ένα μη ακαδημαϊκό φιλοσοφικό περιοδικό, το Cogito, για το ευρύ κοινό. Εκτός από τα κείμενα που θέλαμε να είναι πολύ καλά, είχαμε δώσει σημασία και στο εικαστικό μέρος και είχα ζητήσει, επειδή εμμέσως γνωριζόμασταν, τη συνεργασία του Δ. Χαντζόπουλου. Στο πρώτο, λοιπόν, τεύχος, σε μια ολόκληρη μεγάλου μεγέθους σελίδα, είχε σε τέσσερις επαναλήψεις έναν να γράφει στον πίνακα μία ακολουθία κλασμάτων, ½, ¼, 1/8, 1/16, κλπ. Στη λεζάντα που παρακολουθούσε την επανάληψη της εικόνας, έγραφε  – υπενθυμίζω στο πρώτο τεύχος του περιοδικού, με όλες τις μεγάλες φιλοδοξίες που είχαμε για την προσέλκυση του κοινού-, το εξής: «Οι φιλόσοφοι για να κόψουν τις μαλακίες που λένε, πρέπει πρώτα να τις περιορίσουν στις μισές, και μετά στις μισές των μισών και ούτω καθεξής επ’ άπειρον. Αλλ’ επειδή κι ο απειροελάχιστος αριθμός μαλακιών διαιρείται με το δύο… αποκλείεται να τις κόψουν εντελώς» !!!! Εννοείται ότι τη φιλοξενήσαμε με πολύ χαρά. Αυτό είναι δεν σέβομαι τίποτε. Όχι για να προσβάλλω, αλλά να δείξω αυτό που αρνούμαι να δω, αυτό που δεν θέλω να δω, κάτι ίσως δυσάρεστο. Γιατί οι φιλόσοφοι, όσα σοφά κι αν λένε, πρέπει να έχουν υπ’ όψη τους ότι πολλοί θεωρούν πως αυτά που λένε είναι μαλακίες και πολλές φορές πράγματι είναι!
  4. Η επίδικη γελοιογραφία για την οποία έγινε πολύς ντόρος περιείχε μία οξεία πολιτική κριτική σε δύο γυναίκες πολιτικούς (όχι εν γένει στις γυναίκες, αλλά σε συγκεκριμένη πράξη συγκεκριμένων προσώπων). Ήταν σεξιστική; Ένα κριτήριο είναι να σκεφθούμε εάν θα μπορούσε ο ίδιος γελοιογράφος να κάνει κάτι αντίστοιχο με άνδρες. Π.χ., να παρουσιάσει δύο άνδρες πολιτικούς ως χορευτές/male strippers στο Chippendales. Είμαι σίγουρη ότι ειδικά ο Χαντζόπουλος θα το έκανε. Αλλά ίσως δεν έχει σημασία ποιες είναι προθέσεις του δημιουργού, τι track record έχει. Και υπ’ αυτή την έννοια δεν έχει σημασία αν ο Ανδρέας Πετρουλάκης, έγραψε κείμενο για την «απαράμιλλη κομψότητα» του Αβραμόπουλου[4] για να δείξει ότι μπορεί να γράφονται κείμενα και για άνδρες που εστιάζουν στο lifestyle. Αυτό το κείμενο λειτουργεί περίπου σαν ξεκάρφωμα και βέβαια πέρασε στο ντούκου. Το ερώτημα είναι: η ίδια η γελοιογραφία ήταν σεξιστική; Αξιοποιούσε μια στερεοτυπική εικόνα: Γυναίκες χορεύτριες ικανοποιούν επί πληρωμή τα όχι τόσο υψηλά γούστα ανδρών που σχετίζονται μάλιστα με το σεξ. Ήταν εξ αυτού σεξιστική; Δεν είμαι σίγουρη. Δεν έχω τον χρόνο να κάνω ανάλυση, αλλά θα έλεγα ότι μιλώντας αφηρημένα δεν ήταν σεξιστική (κι αυτό ήθελε να υπογραμμίσει ο Ανδράς Πετρουλάκης με το κείμενό του για τον Αβραμόπουλο). Θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν είναι μειωτικό το επάγγελμα της pole dancer και άρα δεν ήταν προσβλητική η σύγκριση με τη δράση των δύο γυναικών πολιτικών. Νομίζω αυτό το επιχείρημα το χρησιμοποίησε ο Πάσχος Μανδραβέλης.[5] Μιλώντας όμως συγκεκριμένα, και όχι αφηρημένα, η γελοιογραφία είχε σεξιστικά στοιχεία διότι αξιοποιούσε μία στερεοτυπική εικόνα για τις γυναίκες και δούλευε ως γελοιογραφία ακριβώς επειδή τα αξιοποιούσε. Γι’ αυτό και το κείμενο για τον Αβραμόπουλο του Πετρουλάκη δεν κάνει γκελ ενώ ένα αντίστοιχο για τη Τζάκρη θα δημιουργούσε θόρυβο. Ο σεξισμός αφορά και χρησιμοποιείται σε σχέση με τις γυναίκες.

Όταν χαρακτηρίζουμε κάτι σεξιστικό εννοούμε ότι είναι καταδικαστέο και ότι δεν πρέπει να γίνεται. Αλλά τι είναι σεξιστικό; Όχι ο,τιδήποτε σχετίζεται με το φύλο. Π.χ., το να πεις ότι οι γυναίκες έχουν έμμηνο ρήση δεν είναι σεξιστική πρόταση. Το σεξιστικό συνίσταται στο ότι, σε ένα επιχείρημα, σε μία εικόνα, λαμβάνονται υπ’ όψη ή προβάλλονται χαρακτηριστικά που είναι άσχετα με το επίδικο κάθε φορά θέμα. Κατ’ αντιστοιχία, έχουμε στα αγγλικά εκτός από το sexism που γίνεται κατ’ αντιστοιχία προς το racism, το ageism, facism, ή speciesism. Δεν σε προσλαμβάνω γιατί είσαι ηλικιωμένος, χοντρός, δεν μ’ αρέσει η φάτσα σου κλπ. Το ποιο χαρακτηριστικό είναι κάθε φορά σχετικό σε ένα θέμα, μια συζήτηση, είναι βεβαίως αμφιλεγόμενο ζήτημα. Ας πούμε, οι αντίπαλοι των θετικών διακρίσεων (affirmative action) στην Αμερική έλεγαν ότι το χρώμα του δέρματος και το φύλο είναι άσχετα χαρακτηριστικά ως προς το ποιος θα μπαίνει στο Πανεπιστήμιο.  Γιατί; Γιατί θεωρούν ότι το μόνο που μετράει είναι η επίδοση, ο βαθμός. Αλλά δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους ότι το χρώμα του δέρματος και το φύλο έχουν παίξει τον ρόλο τους στο τι βαθμό θα πάρει κανείς και ότι το Πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο για να απονέμει βαθμολογία και να αποτιμά ακαδημαϊκή επίδοση. Είναι και ένας χώρος για να καλλιεργήσεις, και εν τέλει και να επιβάλλεις, μια πολιτική ισότητας και ενσωμάτωσης (integration). Οπότε το φύλο και το χρώμα του δέρματος είναι σχετικά/συναφή χαρακτηριστικά στο τι θέλεις να κάνεις.

Εδώ μπαίνουμε σε δύο πιο θεωρητικά σοβαρά θέματα. Αυτό που μόλις είπα εντάσσεται στο πεδίο της συζήτησης για τα λεγόμενα ad hominem επιχειρήματα. Συνήθως το ad hominem επιχείρημα καταχωρίζεται στα βιβλία λογικής ως λογική πλάνη (fallacy), και μάλιστα ως πλάνη του τι είναι σχετικό (fallacy of relevance). Δηλαδή κάνεις το σφάλμα να κρίνεις την ορθότητα μιας θέσης και ενός επιχειρήματος όχι από αυτά που λέει το επιχείρημα αλλά από το ποιος το λέει, από κάτι δηλαδή άσχετο.  Λέμε, π.χ., όταν υποπίπτουμε στη λογική πλάνη του ad hominem επιχειρήματος: «μην ακούς τι υποστηρίζει ο Χ με αυτό το επιχείρημα γιατί ο Χ είναι αλκοολικός.» Ή, «δεν είναι σοβαρά αυτά που λέει η Τζάκρη γιατί φοράει γόβες δωδεκάποντες με κόκκινη σόλα.» Σωστά.  Όμως κατά τη γνώμη μου, ο φορέας μιας θέσης ή ενός επιχειρήματος δεν είναι πάντα αδιάφορος και άσχετος με το τι συμβαίνει στη χρήση ενός επιχειρήματος. Στόχος ενός επιχειρήματος είναι να πείσει ένα έλλογο ακροατήριο.  Προσκομίζει λόγους που είναι σχετικά εύκολα αποδεκτοί από το ακροατήριο, για να υποστηρίξει μια λιγότερο αυτονόητη/αποδεκτή θέση. Πόσο μπορεί να πείσει όμως όταν ο φορέας αυτών των λόγων, αυτός ή αυτή που τους προσκομίζει, είναι υποκριτής ή αναξιόπιστος; Οι αφηρημένα ορθολογιστές πιστεύουν ότι παρουσιάζοντας την αλήθεια, κάθε έλλογος άνθρωπος οφείλει να πειστεί. Παραγνωρίζουν όμως τη διάσταση της ρητορικής που αναγκάστηκε να αποδεχθεί και ο ίδιος ο Πλάτων ο μέγας αντίπαλος των σοφιστών όπως μας δείχνει στο βιβλίο της Πλατωνική Πειθώ η Χλόη Μπάλλα (Εκδόσεις Πόλις, 1997). Παραγνωρίζουν όλα τα στοιχεία των περιστάσεων, του καιρού, που έχουν σημασία στην εκφορά ενός λόγου και στην ισχύ του για πειθώ. Η πολιτική είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος όπου θάλλει η ρητορική η οποία βεβαίως μπορεί να εκπέσει στην προπαγάνδα, στη δημαγωγία και τον λαϊκισμό. Οι κίνδυνοι αυτοί υπάρχουν αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί κανείς να κινηθεί στον χώρο της πολιτικής όπως νομίζουμε ότι κινούμαστε στον χώρο της επιστήμης (και λέω ‘νομίζουμε ότι κινούμαστε’ διότι και εκεί αναδεικνύεται τελευταία η σημασία της ρητορικής).

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Διότι θέλω να διαφοροποιηθώ από έναν αφηρημένο φιλελευθερισμό (κι αυτό είναι το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα που θέλω να θίξω) που θεωρεί ότι γυναίκες και άνδρες είναι αυτεξούσιες, αυτόνομες προσωπικότητες και πρέπει να αντιμετωπίζονται με ισότιμο/τον ίδιο τρόπο. Με αυτή τη λογική αντιτάσσονται πολλοί στις θετικές διακρίσεις (affirmative action) και στις ποσοστώσεις που αφορούν τις γυναίκες, λόγου χάριν, στην πολιτική. Υπάρχουν πολλά θέματα, π.χ., τι σημαίνει ‘ισότιμος/ίδιος τρόπος’. Ποιες ομοιότητες και ποιες διαφορές είναι σχετικές; Ας μην ξεχνάμε ότι η αρχή της ισότητας λέει «να μεταχειρίζεσαι τους ίσους ίσα και τους άνισους άνισα» (“treat equals equally and unequals unequally”). Δηλαδή για να τηρήσουμε την αρχή της ισότητας όταν έχουμε άνισα μέρη, πρέπει να τους συμπεριφερθούμε άνισα. Υπ’ αυτή την έννοια, εφόσον οι γυναίκες βρίσκονται σε θέση ανισότητας ως προς τους άνδρες στον δημόσιο χώρο, θα πρέπει να διεκδικήσουν την άνιση, δηλαδή προνομιακή, μεταχείρισή τους. Και να μην έχουν τύψεις, να μην αισθάνονται άσχημα και να μην εκλαμβάνουν αυτή τη μεταχείριση ως μειωτική. Θα πρέπει να σκέφτονται ως εξής:  «Μάς έχετε εξαφανίσει από τον δημόσιο χώρο, μάς έχετε βάλει στη σκιά, και εμείς θα βγούμε στην επιφάνεια διεκδικώντας αυτό που μας ανήκει. Στη σκιά δεν μας έβαλε η ανικανότητά μας ή η βλακεία μας. Μας έβαλε ο τρόπος που έχουμε οργανώσει την κοινωνία μας, οι ιδεολογίες που τη συνέχουν. Με αυτό είμαστε αντίπαλοι και αυτό πολεμάμε. Την «προνομιακή» μεταχείριση, μας την οφείλει η κοινωνία για να αποκαταστήσει την ισότητα γιατί αυτή με τον τρόπο που δουλεύει μάς έφερε σε αυτή την κατάσταση.»

Η δημόσια σφαίρα είναι αφιλόξενη για τις γυναίκες και πρέπει να διεκδικήσουμε μέτρα, όχι απλώς για να γίνει φιλόξενη (δηλαδή ένας χώρος που θα υποδέχεται τη γυναίκα ευγενικά μεν αλλά ως ξένη), αλλά ένας χώρος που της ανήκει όπως ανήκει και στους άνδρες. Θα έχετε διαπιστώσει τη δυσφορία/δυσκολία που παρατηρείται όταν εγερθεί το θέμα, πού είναι οι γυναίκες σε ένα panel, μία συζήτηση ή σε ένα συνέδριο. Θα βάλουμε μια γυναίκα να διευθύνει, καταχρηστικά ή κατά παραχώρηση, για να κρατηθούν τα προσχήματα (το «άρωμα γυναίκας» που έγραψε και η Ξένια Κουναλάκη[6]) ή θα πούμε ότι δεν υπάρχουν σχετικές με το θέμα γυναίκες οι οποίες, βέβαια, στη συνέχεια, αν υπάρχει θέληση, βρίσκονται.[7]

Έχει εφευρεθεί τώρα και το επιχείρημα, που άκουσα και στο πρώτο συνέδριο της Δημάρ, ότι το κόμμα είναι τόσο προχωρημένο που δεν χρειάζεται τις ποσοστώσεις που είναι μειωτικές για τις γυναίκες γιατί αυτό ήδη φροντίζει και με το παραπάνω για την ίση μεταχείριση. Και καθώς σηκώθηκα να επιχειρηματολογήσω υπέρ των ποσοστώσεων στο συνέδριο αυτό, γύρισα πίσω μου και έδειξα στους συνέδρους το προεδρείο: 13-15 άτομα όλα άνδρες! Την ψηφοφορία εκείνη τη χάσαμε. Αλλά δεν βλέπω μεγάλες προόδους χωρίς τις ποσοστώσεις στη μεταχείριση των γυναικών στο κόμμα αυτό.

Δεν αρκεί λοιπόν να μιλάμε αφηρημένα για την ισότητα και να παραβλέπουμε τι συμβαίνει. Όταν λέγεται κάτι, είναι σημαντικό (για να επανέλθουμε στο ad hominem επιχείρημα και στις λογικές πλάνες του τι είναι σχετικό) αν μιλάει γυναίκα ή άνδρας ή αν απεικονίζεται γυναίκα ή άνδρας σε μια εικόνα. Η αφηρημένη ισότητα και η απλή αμεροληψία αναπαράγει τις διακρίσεις.

Υπάρχουν πολλά προβλήματα στη μεταχείριση των γυναικών που δεν είναι πάντα ορατά, ιδίως από τους άνδρες αλλά και τις νέες γυναίκες,. Οι νέες γυναίκες ειδικά, και μάλιστα οι πιο δυναμικές, δεν διανοούνται ότι μπορεί να τους τεθούν εμπόδια, και δεν μπορούν να συλλάβουν και να δουν το μέγεθος των προκαταλήψεων, φανερών και αφανών, τις ποίες φθάνουν να αναγνωρίσουν μόνον όταν μεγαλώνουν. Μπορεί να ακούγεται κάπως πατερναλιστικό αυτό, αλλά το έχουμε διαπιστώσει εμείς οι ίδιες από προσωπική εμπειρία στη δική μας διαδρομή αλλά και από τα παραδείγματα άλλων. Η γυναίκα π.χ., σκέφτεται πάντα δυο και τρεις φορές όταν μιλά για να υπολογίσει πώς θα εκληφθεί ο λόγος της (θα τη θεωρήσουν «εύκολη», γραφική, υστερική, υποταγμένη, κλπ). Παλεύει συνεχώς με την αυθεντική της έκφραση και το πώς θα την εκλάβουν οι άλλοι. Ένας άντρας δεν χρειάζεται να κάνει τις σκέψεις αυτές. Ο δημόσιος χώρος του ανήκει.

Στις διεκδικήσεις και στην προβολή των γυναικείων θεμάτων σίγουρα θα γίνουν υπερβολές: π.χ,, στην εφαρμογή της πολιτικής ορθότητας στη χρήση της γλώσσας. Είναι πολύ κουραστικό, ειδικά στα ελληνικά, να σημειώνεις παντού το θηλυκό γένος – δεν βοηθάει ούτε ο πληθυντικός όπως συμβαίνει με τα αγγλικά. Αλλά αισθάνομαι σαν να μην υπάρχω όταν στα έγγραφα σε ένα δημόσιο θεσμό όπως το Πανεπιστήμιο πρέπει συνεχώς να υπογράφω ως «ο βαθμολογητής», «ο αιτών», «ο πρόεδρος», «ο καθηγητής». Πάρα πολύ συχνά δίπλα στο όνομα γυναικών πανεπιστημιακών γράφεται «Καθηγητής ή αναπληρωτής καθηγητής φιλοσοφίας, χημείας κλπ). Και οι προκηρύξεις για θέσεις ακαδημαϊκού προσωπικού γίνονται πάντα με αναφορά στο αρσενικό γένος: «θέση καθηγητή…» Εσύ ως γυναίκα μόνο ως ατύχημα φαίνεται απλώς να παρεισφρέεις σε ένα περιβάλλον ανδρών.

Πρέπει λοιπόν να επιμείνουμε και δεν έχουμε καθόλου να απολογηθούμε που είμαστε όλες γυναίκες σήμερα στο panel.


[1] Σταύρος Τσακυράκης, «Μια τέχνη εξ ορισμού ανίερη» Τα Νέα 14/11/2013

http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5053717/mia-texnh-eks-orismoy-anierh/

[2] Ανδρέας Πετρουλάκης, «Τα ζωτικά υλικά της γελοιογραφίας», Τα Νέα 14/11/2013,

http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5053718/ta-zwtika-ylika-ths-geloiografias/

[3] «[Τα]ο χιούμορ καταξιώνεται κοινωνικά μόνο όταν είναι εναντίον του ισχυρού και υπέρ του αδυνάτου» Γ. Κυρίτση, «Ο κ. Δ. Χαντζόπουλος και το χιούμορ του αυλικού», Αυγή 13.11.2013

http://www.avgi.gr/article/1289402/o-k-d-xantzopoulos-kai-to-xioumor-tou-aulikou

[4] Ανδρέας Πετρουλάκης “Ένας άνδρας απαράμιλλης κομψότητας”, Protagon 13.11.2013  

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.politiki&id=29208

[5] Πάσχος Μανδραβέλης «Το παστίτσιο και ο σεξισμός», Καθημερινή 16.11.2013

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_16/11/2013_528096

[6] Ξένια Κουναλάκη, «Ο σεξισμός είναι σέξι» Η Καθημερινή 14.11.2013

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_14/11/2013_527802

[7] Βλ. συνέδριο φιλοσοφίας της επιστήμης για τον Feyerabend στο Βερολίνο, Σεπτ. 2012. Βλ. επίσης Β. Κιντή «Γυναίκες στη σκιά» protagon 24.09.2012, http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.post&id=18324).

 

Advertisements
This entry was posted in Διάλογος. Bookmark the permalink.

5 Responses to Βάσω Κιντή: Ο σεξισμός στο δημόσιο χώρο

  1. Βάσω Κιντή says:

    Να διορθώσω κάποια ορθογραφικά:
    έμμηνος ρύση
    τις προγραφές
    και να δώσω ένα link για τη συμμετοχή γυναικών σε ακαδημαΪκά συνέδρια
    http://www.change.org/petitions/professional-academic-philosophers-actively-support-the-gendered-conference-campaign
    Βάσω Κιντή

  2. Γιώργος Βογιατζής says:

    Διαβάζω πάντα τα άρθρα της κυρίας Κιντή (την οποία δεν γνωρίζω προσωπικά) διότι εκτιμώ τις απόψεις της, τη μετριοπάθειά της και τη γενικότερη παρουσία της στα πανεπιστημιακά πράηματα. Το κείμενο της ομιλίας της όμως με εξέπληξε. Από πού συνάγεται ότι “οι γυναίκες βρίσκονται σε θέση ανισότητας ως προς τους άνδρες στον δημόσιο χώρο”; Στις δικαστικές αίθουσες, για παράδειγμα, σήμερα είναι κυρίαρχη η γυναικεία παρουσία και (καμία αντίρρηση γι’ αυτό) πολλές φορές στις δικαστικές πολυμελείς συνθέσεις δεν υπάρχει ούτε ένας άνδρας. Οι γυναίκες (και, μάλιστα, του επιπέδου της ομιλήτριας) δεν έχουν ανάγκη το, αντιδημοκρατικό και μειωτικό, μέτρο της ποσόστωσης, για να καταλάβουν τα αξιώματα και τις θέσεις που τους αξίζουν. Το ίδιο ισχύει και για κάθε κοινωνική ή επαγγελμαυική ομάδα, που θεωρεί ότι παραγκωνιζεται λόγω προκαταλήψεων. Αν ακολουθήσουμε τη λογική της ποσόστωσης, θα έπρεπε να ληφθούν αντίστοιχα μέτρα π.χ. για να περιορισθεί η συντριπτική παρουσία των δικηγόρων στη Βουλή. Είναι δυνατόν; Η ποσόστωση δεν θεραπεύει αλλά δημιουργεί ανισότητες διότι παρεμβαίνει προστατευτικά και νοθεύει την ελεύθερη επιλογή, που αποτελεί την υφιέστερη και δικαιότερη διαδικασία, ακόμα και όταν κάποιοι επιλέγοντες κυριαρχούνται από προκαταλήψεις και αδικαιολόγητες εμμονές. Αυτοί όλο και θα λιγοστεύουν. Αλλά ας προσέξουμε διότι η προκατάληψη έχει την ενεργητική και την παθητική της μορφή. Και η δεύτερη, ας μου επιτραπεί, εκφράζεται μέσα από θεωρίες ποσόστωσης ή φεμινιστικές κινήσεις, που πιστεύουν ότι αδικούν τις γυναίκες.

    • Γιώργος Βογιατζής says:

      Διορθώνω τη φράση: Και η δεύτερη, ας μου επιτραπεί, εκφράζεται μέσα από θεωρίες ποσόστωσης ή φεμινιστικές κινήσεις, που πιστεύω ότι αδικούν τις γυναίκες.

  3. Helene Foceane says:

    Πολύ ενδιαφέρουσα η ομιλία της κ. Κιντή, όπως όλες οι δημόσιες παρεμβάσεις της (και ευχαριστίες στον κ. Τσακυράκη που τη δημοσιεύει). Εντούτοις, δεν γίνεται καθόλου σαφές το επιχείρημά της ότι η επίμαχη γελοιογραφία δεν είναι μεν αφηρημένα σεξιστική αλλά ταυτόχρονα είναι συγκεκριμένα σεξιστική. Αν το κατηγόρημα του σεξισμού μπορεί να αποδοθεί στη συγκεκριμένη γελοιογραφία, τότε αυτή είναι προφανώς και αφηρημένα σεξιστική. Εάν, δηλαδή, η γελοιογραφία συγκεντρώνει τις ιδιότητες τού να είναι σεξιστική, ήτοι οι ιδιότητές της ανήκουν στην ένταση της έννοιας “σεξισμός”, τότε κατ’ ανάγκην ανήκει και η ίδια στην έκταση της έννοιας αυτής. Δεν γίνεται κάτι (το οποιοδήποτε απτό ή νοητό αντικείμενο της σκέψης μας) ταυτοχρόνως να μην είναι αφηρημένα κάτι αλλά να είναι συγκεκριμένα το αντίθετό του.

    Η κ. Κιντή, φρονίμως ποιούσα, αναδιατυπώνει προσεκτικά μιλώντας περί “σεξιστικών στοιχείων”. Δηλ., αν κατανοώ σωστά, η γελοιογραφία δεν είναι μεν σεξιστική, εάν η έννοια του σεξισμού έχει έναν στενό πυρήνα-σύνολο γνωρισμάτων. Είναι όμως λίγο (;) ή κάπως (;) σεξιστική, εάν ο σεξισμός καθ-ορίζεται (και;) από ένα ευρύτερο σύνολο γνωρισμάτων που δεν ανήκουν στον στενό πυρήνα των ιδιοτήτων που τον ορίζουν αδιαμφισβήτητα. Η κ. Κιντή, συμπερασματικά, καίτοι φιλοσοφούσα, δεν μας ξεκαθαρίζει τι είναι σεξισμός, δηλ. δεν μπορεί να τελέσει παραγωγικό συλλογισμό, αφού η έννοια-κλειδί που θα περιληφθεί στη μείζονα πρόταση του συλλογισμού της δεν έχει οριστεί επαρκώς. Χωρίς όμως σαφή ορισμό, πώς θα γίνει η υπαγωγή του συγκεκριμένου στο αφηρημένο; Ή μήπως έχει σαφή ορισμό της έννοιας του σεξισμού; Νομίζω ότι τον έχει ορίσει: Σεξισμός είναι η μεταχείριση του γυναικείου φύλου με τέτοιον τρόπο που να του αποδίδονται προθέσεις πράξεων/παραλείψεων οι οποίες (προθέσεις) δεν είναι αληθείς και αποτελούν στερεότυπα. Π.χ. σεξισμός είναι να πιστεύεις ότι οι γυναίκες ψηφίζουν με κριτήριο την ομορφιά ή μη του προτείνοντος το υπό εγκριση νομοσχέδιο, πως ό,τι και να ψηφίσουν αιτία της ψήφου τους θα είναι η καταπιεσμένη/ανικανοποίητη/προπετής σεξουαλικότητά τους κλπ κλπ.

    Αν δεχτεί κανείς τον ορισμό αυτόν, ο οποίος δεν νομίζω ότι απέχει από την αντίληψη της κ. Κιντή περί σεξισμού, δεν θα δυσκολευτεί να συμπεράνει χωρίς τύψεις και αναστολές πως οι γελοιογραφούμενες βουλεύτριες του ελληνικού Κοινοβουλίου συνειδητά και κάπως άγαρμπα (αν μου επιτρέπεται το σχόλιο) εκμεταλλεύτηκαν το φύλο τους, ώστε ενώπιον της θύρας του προαυλίου της ΕΡΤ, και χωρίς κανείς από τους παρευρισκομένους (αστυνομικούς ή μη) να τις (παρ)ενοχλήσει/απειλήσει, να διαμαρτύρονται φωνάζοντας “Βοήθεια!” ότι τις προπηλακίζουν/βιαοπραγούν εναντίον τους επειδή είναι γυναίκες και άρα αβοήθητες (η έμφασή μου στο “επειδή είναι γυναίκες και αβοήθητες”). Η κακοπαιγμένη παράσταση της κ. Κωνσταντοπούλου και της κ. Μακρή θέλησε να ευαισθητοποιήσει τον τηλεθεατή όχι επειδή διαμαρτύρονται ειρηνικά για ένα πολιτικό ζήτημα, αλλά επειδή (δήθεν) απωθούνται ή γίνονται αντικείμενο επίθεσης καίτοι αβοήθητες γυναικούλες. Η γελοιογραφία του Χατζόπουλου έχει λοιπόν τον προφανή σκοπό να σατιρίσει τις εν λόγω βουλεύτριες όχι επειδή έχουν διαφορετική γνώμη από τον ίδιο ως προς την ΕΡΤ αλλά επειδή ο τρόπος της διαμαρτυρίας τους ήταν κουτοπόνηρος ως προς την δήθεν μυική τους αδυναμία απέναντι στα αστυνομικά όργανα. Το φύλο τους έγινε πρόσχημα για να το μετατρέψουν από αδυναμία σε επιθετικό όπλο. Αντί, εν κατακλείδι, να στηλιτεύεται το περιεχόμενο της γελοιογραφίας, θα έπρεπε να αναδειχτεί ο ανάστροφος σεξισμός (εάν μπορώ να το πω έτσι) της συμπεριφοράς των κ. Κωνσταντοπούλου και Μακρή, οι οποίες χωρίς να προκληθούν άρχισαν να σκούζουν λες και τους επετίθετο παρανόμως ή/και αδίκως η αντρική κρατική ισχύς, ενώ η ίδια η κάμερα (αυτό το κατεξοχήν αντρικό όργανο/βλέμμα σύμφωνα τουλάχιστον με μερίδα του φεμινιστικού κινήματος) μαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο: ουδεμία επίθεση και ουδείς προπηλακισμός έλαβαν χώρα.

    Όλα τα ανωτέρω δεν σημαίνουν προφανώς πως δεν υπάρχει σεξισμός στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει και είναι πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα, αλλά που αξίζει πάντοτε να αναδεικνύεται. Όχι όμως ως πρόσχημα για να κάνουν ντόρο οι εν λόγω κυρίες.

  4. Βάσω Κιντή says:

    Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια. Θα προσπαθήσω να απαντήσω, δυστυχώς κάπως σύντομα, διότι με όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες στο Πανεπιστήμιο δεν υπάρχει πολύς χρόνος.

    Για τον κ. Γ. Βογιατζή
    Οι πολλές γυναίκες σε ορισμένους κλάδους (π.χ., στα δικαστήρια, στα σχολεία, στις ανθρωπιστικές σπουδές) είναι συγκυριακό φαινόμενο και μπορεί να συνδέεται με πρακτικές διακρίσεων εναντίον των γυναικών, όσο παράξενο κι αν φαίνεται. Μαθαίνεις π.χ., από το σπίτι σου να θέλεις μια σίγουρη δουλειά, κλπ. Αλλά ακόμη και σε αυτούς τους χώρους παρατηρούμε ότι παρά τη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών όσο ανεβαίνουμε την ιεραρχία, κυριαρχούν οι άνδρες. Για το κατά πόσον οι ποσοστώσεις είναι μειωτικές προσπάθησα να εξηγήσω στο κείμενο ότι κατ’ εμέ δεν είναι. Δεν μπορώ εδώ να πω κάτι παραπάνω.

    Για την κ. Helene Foceane
    Αυτό που εννοούσα λέγοντας ότι η γελοιογραφία, μιλώντας αφηρημένα, δεν είναι σεξιστική είναι ότι αν σκεφθούμε αυστηρά με βάση φιλελεύθερες αρχές δεν μπορούμε να πούμε κατ’ ανάγκην ότι η μεταχείριση των γυναικών στη γελοιογραφία είναι άδικη (και άρα σεξιστική) με την έννοια ότι το να κάνει μια γυναίκα την pole dancer ή ακόμη και κονσομασιόν δεν είναι επιλήψιμο. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι θεωρείται επιλήψιμο λόγω προκαταλήψεων και ότι η αποδοκιμασία του ενέχει πατερναλισμό.
    Συγκεκριμένα, όμως, και όχι αφηρημένα, η γελοιογραφία έχει σεξιστικά στοιχεία, και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σεξιστική διότι πρακτικά το να κάνει μια γυναίκα την pole dancer ή να κάνει κονσομασιόν θα δυσκολευόμουν (και θα δυσκολευόταν πολύς κόσμος) να το θεωρήσω επιλογή. Επίσης, η απεικόνιση των γυναικών σε αυτούς τους ρόλους αξιοποιεί στερεότυπα (και προκαταλήψεις) που θεωρούν υποδεέστερες τις γυναίκες σε αυτούς τους ρόλους.

    Σχετικά με τις έννοιες, εγώ δουλεύω συνήθως, με μια Βιτγκενσταϊνική αντίληψη για τις έννοιες όπου δεν έχουμε ικανές και αναγκαίες συνθήκες για να ορίσουμε την ένταση. Το «εύρος» των εννοιών σε αυτή την αντίληψη παγιώνεται από τη χρήση και ασφαλώς με τη χρήση παγιώνεται ένας πυρήνας σε συγκεκριμένα γλωσσικά περιβάλλοντα. Οι έννοιες, όπως τις χρησιμοποιώ, είναι πιο «πλαστικές’, θα έλεγα, πιο ρευστές, οπότε δεν μπορούν να μπουν σε παραγωγικούς συλλογισμούς που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι οι καταλληλότεροι για θέματα ηθικής π.χ. (βλ. Αριστοτέλης). Σχετικά με τις έννοιες έχω γράψει ένα ακαδημαϊκό άρθρο με τίτλο “Concepts as Vessels and Concepts as Rules” το οποίο, αν ενδιαφέρει κάποιον μπορώ να το στείλω με e-mail.

    Τέλος, για όσα αναφέρετε για την παράσταση των δύο βουλευτίνων έξω από την ΕΡΤ συμφωνώ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s