Καταδίκη για πολιτική κριτική

Η υπ’ αριθ. 1350/2013 του ΣτΕ έκρινε νόμιμο το πρόστιμο 100.000 ευρώ που επέβαλε το ΕΣΡ σε τηλεοπτικό σταθμό επειδή κατά τη διάρκεια δελτίου ειδήσεων δημοσιογράφος-συνεργάτης του σταθμού «αναφέρθηκε με απαξιωτικά σχόλια και ανάρμοστες εκφράσεις για το πρόσωπο του τότε Βουλευτή Νικ. Κωνσταντόπουλου…». Η σχετική απόφαση του ΕΣΡ (495/8.11.2006) που επέβαλε το πρόστιμο περιγράφει ως εξής το επίμαχο απόσπασμα της εκπομπής:

Δημοσιογράφος του σταθμού αναφερόμενος στον καταγγέλοντα με αφορμή τις τελευταίες καταγγελίες για ενδεχόμενο χρηματισμό πολιτικών από επιχειρηματικά συμφέροντα διατύπωσε την παρακάτω θέση:

Εγώ λοιπόν τον καλώ αυτόν το κύριο … να πει δημοσίως πόσους νταβατζήδες της πολιτικής ζωής αναγκάστηκε και της επιχειρηματικής χρησιμοποιώ τον όρο του Πρωθυπουργού, εκτός λοιπόν από τον Τεγόπουλο και τον Αλαφούζο, πόσους άλλους νταβατζήδες υποχρεώθηκε να υποστηρίξει ως δικηγόρος; Να το πει δημοσίως τώρα, διότι αμέσως μετά τις εκλογές θα αναγκαστούμε εμείς να χρησιμοποιήσουμε τη δημοσιογραφική μας πένα … όλοι αυτοί οι κύριοι οι οποίοι ζουν με το συγκεκριμένο τρόπο είναι λαθρόβιοι πολιτικοί τόσα χρόνια, κρύβονται πίσω από μια αριστερή αισθητική και είναι υπηρέτες των νταβατζήδων από εμάς θα βγουν στη φόρα, είναι απλό.

Αμέσως μετά τη διατύπωση του παραπάνω σχολίου, παρενέβη ο κεντρικός παρουσιαστής του δελτίου δηλώνοντας ρητά ότι διαφωνεί με την τοποθέτηση του δημοσιογράφου όσον αφορά τους κατονομαζόμενους από αυτόν επιχειρηματίες. Ο δημοσιογράφος δήλωσε στη συνέχεια ότι δέχεται τη διαφωνία αλλά εμμένει στη θέση που διατύπωσε.

Η απόφαση του ΕΣΡ έκρινε ότι παραβιάσθηκε ο σεβασμός της προσωπικότητας του βουλευτού με το εξής σκεπτικό:

Πρόκειται περί σχολιασμού της επικαιρότητος από τον προστηθέντα υπό του τηλεοπτικού σταθμού δημοσιογράφο, ο οποίος αναφέρθηκε στο πρόσωπο του βουλευτού του Συνασπισμού Νικολάου Κωνσταντόπουλου και στην επαγγελματική δραστηριότητα αυτού. Ειδικότερα ο σχολιαστής, ισχυρίστηκε υπό τύπον ερωτήματος, ότι ο εν λόγω πολιτικός και δικηγόρος αναγκάστηκε να υποστηρίξει «νταβατζήδες» της πολιτικής και επιχειρηματικής ζωής, ως και ότι αυτοί οι κύριοι που ζουν με συγκεκριμένο τρόπο, είναι λαθρόβιοι πολιτικοί τόσα χρόνια, κρύβονται πίσω από την αριστερή ιδιότητά τους και είναι υπηρέτες των «νταβατζήδων». Αναμφιβόλως πρόκειται περί σχολίων τα οποία παρουσιάστηκαν χωρίς προσοχή και το απαιτούμενο αίσθημα ευθύνης ώστε να μην δημιουργήσουν σύγχυση στο κοινό, ενώ εξάλλου, κατά τον εν λόγω σχολιασμό, ο οποίος έγινε με τρόπο ιδιαίτερα απαξιωτικό σχετικά με την άσκηση του δικηγορικού του λειτουργήματος, καθώς και με αόριστες απειλές για μελλοντικές αποκαλύψεις, παραβιάσθηκε η υφιστάμενη υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητος του ως άνω βουλευτού.

Το σκεπτικό (ουσιαστικά έξι αράδες όλες κι όλες) επισημαίνει ότι πρόκειται για σχόλια, επομένως, δεν τίθεται θέμα δυσφήμησης απλής ή συκοφαντικής. Το μεμπτό φαίνεται να βρίσκεται στο ότι α) τα σχόλια «παρουσιάσθηκαν χωρίς προσοχή και το απαιτούμενο αίσθημα ευθύνης» β) ο τρόπος παρουσίασης ήταν «ιδιαίτερα απαξιωτικός σχετικά με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος» και γ) περιείχαν αόριστες απειλές για μελλοντικές αποκαλύψεις. Αυτά τα τρία στοιχεία συνιστούσαν την προσβολή της προσωπικότητας του βουλευτή.

Η απόφαση του ΣτΕ όχι μόνο δέχθηκε ότι η κρίση του ΕΣΡ είναι «επαρκώς και νομίμως αιτιολογημένη», αλλά πρόσθεσε ότι «εφ’ όσον τα επίμαχα σχόλια δεν στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία»[…] αμφισβητούν την πολιτική ακεραιότητα του εν λόγω πολιτικού προσώπου». Επί πλέον, αναφέρθηκε στους κανόνες δεοντολογίας που επιτάσσουν τα μεταδιδόμενα γεγονότα να είναι αληθή, να μην μεταδίδονται με τη μορφή πληροφορίας, αν δεν έχουν ελεγχθεί, και να παρουσιάζονται με προσοχή και αίσθημα ευθύνης.

Η επίκληση των κανόνων δεοντολογίας αναφορικά με την παρουσίαση γεγονότων προφανώς δεν έχει σχέση με την υπόθεση, η οποία αφορούσε αποκλειστικά σχολιασμό. Το μόνο γεγονός, στο οποίο άλλωστε στηριζόταν το όλο σχόλιο, ήταν ότι ο βουλευτής υπήρξε δικηγόρος δύο συγκεκριμένων προσώπων. Το γεγονός αυτό δεν υπήρξε αντικείμενο αμφισβήτησης, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ως ακριβές.  Ας ξεκινήσουμε, επομένως, από την παραδοχή ότι η υπόθεση αφορούσε αποκλειστικά σχολιασμό, δηλαδή έκφραση αξιολογικών κρίσεων.

Υπάρχει καμιά νομική υποχρέωση να εκφέρουν οι δημοσιογράφοι αξιολογικές κρίσεις «με προσοχή», με «αίσθημα ευθύνης» «ώστε να μην δημιουργήσουν σύγχυση»; Αν, βέβαια, για τη μετάδοση πληροφοριών ή γεγονότων μπορεί να υποστηριχθεί κάτι παρόμοιο, τούτο προφανώς δεν ισχύει για αξιολογικές κρίσεις. Οι τελευταίες χαίρουν απόλυτης προστασίας σε μια δημοκρατία που κατοχυρώνει το δημόσιο διάλογο. Χαρακτηριστικά το ΑΔ των ΗΠΑ έχει τονίσει ότι νομικά δεν υφίστανται λανθασμένες ιδέες. «Όσο ολέθρια και να μοιάζει μια άποψη, η διόρθωσή της δεν εξαρτάται από τη συνείδηση των δικαστών και των ενόρκων αλλά από τον ανταγωνισμό της με άλλες ιδέες».[1] Εξίσου ισχυρή προστασία στην ελεύθερη έκφραση αξιολογικών κρίσεων παρέχει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως αν αυτές εκκινούν από κάποιο πραγματικό γεγονός. Το ΕΔΔΑ διακρίνει μεταξύ αξιολογικών κρίσεων και γεγονότων και, ενώ θεωρεί ότι τα τελευταία υπόκεινται σε έλεγχο αληθείας, επισημαίνει ότι η αλήθεια των αξιολογικών κρίσεων δεν επιδέχεται απόδειξης και, επομένως, η απαίτηση μιας τέτοιας απόδειξης παραβιάζει την ελευθερία του λόγου.[2] Μόνον η παντελής έλλειψη οποιουδήποτε πραγματικού στοιχείου (δηλαδή μια εντελώς αξιωματική κρίση άσχετη με κάποιο γεγονός) θα μπορούσε να δικαιολογήσει περιορισμό.

Επί πλέον, οι επίμαχες αξιολογικές κρίσεις αφορούσαν κατ’ εξοχήν δημόσιο πρόσωπο (βουλευτή και δικηγόρο). Οι όποιες κρίσεις για ένα τέτοιο πρόσωπο αποτελούν βασικό στοιχείο του δημόσιου διαλόγου και βρίσκονται στην καρδιά της προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης. Υπενθυμίζω το περίφημο απόφθεγμα της New York Times v. Sullivan ότι: «ο διάλογος επί δημοσίων θεμάτων πρέπει να είναι χωρίς αναστολές, ζωηρός και ανοικτός στα πάντα και ότι κάλλιστα μπορεί να περιέχει σφοδρές, καυστικές και μερικές φορές δυσάρεστα οξείες επιθέσεις σε κυβερνητικούς και δημόσιους λειτουργούς».[3] Από την πλευρά του το ΕΔΔΑ σε σειρά αποφάσεών του έχει δεχθεί ότι προστατεύονται από την ελευθερία του λόγου οξύτατοι χαρακτηρισμοί για δημόσια πρόσωπα. Ενδεικτικά έχουν κριθεί θεμιτοί χαρακτηρισμοί όπως: «ηλίθιος»[4], «φασίστας»[5], «καραγκιόζης»[6] «ψυχοπαθείς ψευτοπατριώτες».[7]

Με βάση τα παραπάνω στο ερώτημα κατά πόσον απαιτείται νομικά να είναι ο δημοσιογράφος προσεκτικός στις κρίσεις του και να επιδεικνύει αίσθημα ευθύνης, η απάντηση είναι ένα μεγάλο όχι. Το αντίθετο, η ελευθερία του τύπου περιλαμβάνει την υπερβολή και την πρόκληση.[8] H απόφαση του ΕΣΡ και του ΣτΕ στο βαθμό μάλιστα που φαίνονται να καταλογίζουν στον δημοσιογράφο σχολιασμό «ιδιαίτερα απαξιωτικό» για την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος η μία και αμφισβήτηση της «πολιτικής ακεραιότητας» του βουλευτή η άλλη, επιδεικνύουν πλήρη σύγχυση ως προς τους όρους διεξαγωγής του δημόσιου διαλόγου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Οι απαξιωτικές κρίσεις για ένα δικηγόρο και η αμφισβήτηση της πολιτικής ακεραιότητας  ενός βουλευτή είναι δικαίωμα του κάθε πολίτη και φυσικά του δημοσιογράφου. Ουδείς πολιτικός ή δημόσιος λειτουργός έχει αξίωση από τους πολίτες να λένε μόνο καλά λόγια γι’ αυτόν. Ουδείς πολιτικός έχει αξίωση από τους πολίτες να μην αμφισβητούν την πολιτική του ακεραιότητα, την ιδεολογία, τις προθέσεις ή τα κίνητρά του.

Τι, επομένως, το επιλήψιμο περιείχε η εκπομπή; Οι δήθεν «αόριστες απειλές για αποκαλύψεις»; Είναι απειλή να λες σε κάποιον πες μας κάτι αλλιώς θα το βγάλουμε στη φόρα; Η απόφαση του ΣτΕ αναφέρεται επί πλέον σε «ανάρμοστες φράσεις» υπονοώντας τη λέξη «νταβατζήδες» που, όμως, ρητά χρησιμοποιήθηκε με την έννοια που φέρεται να τη χρησιμοποίησε ο τότε πρωθυπουργός της χώρας, δηλαδή μεταφορικά (γι’ αυτό άλλωστε και οι δύο αποφάσεις δεν αναφέρονται σαφώς στη συγκεκριμένη λέξη). Γενικά, όμως, υπονοείται ότι υπάρχουν «ανάρμοστες» ή «απρεπείς» ή «ανοίκειες» λέξεις ή φράσεις, οι οποίες απαγορεύονται στο δημόσιο διάλογο.

Μπορούν να προγραφούν λέξεις ή φράσεις από το δημόσιο διάλογο; Και σε αυτό το ερώτημα η απάντηση είναι αρνητική. Το ΑΔ των ΗΠΑ το εξηγεί πειστικά στην περίφημη απόφαση Cohen v. California[9] όπου έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμη η καταδίκη για μια κονκάρδα που έφερε την επιγραφή “Fuck the Draft”. Η απόφαση διευκρίνιζε ότι δεν υπάρχει νομικά βάση για διάκριση των λέξεων σε χυδαίες και ευπρεπείς. «Ασφαλώς το κράτος δεν έχει κανένα δικαίωμα να αποκαθάρει τον δημόσιο διάλογο μέχρι του σημείου που να είναι φραστικά εύγευστος στους πιο σιχασιάρηδες από μας». Άλλωστε, συνέχιζε η απόφαση, μολονότι η συγκεκριμένη λέξη είναι από τις πιο απεχθείς «είναι συχνά αλήθεια ότι η χυδαιότητα ενός ανθρώπου είναι για κάποιον άλλον ποίηση.»[10]

Στην πραγματικότητα η όλη υπόθεση αφορούσε κριτική προς ένα δημόσιο πολιτικό πρόσωπο. Στην ουσία τού καταλόγιζε ότι ως δικηγόρος είχε υποστηρίξει γνωστούς επιχειρηματίες και αυτό δεν ήταν συμβατό με την αριστερή ιδεολογία που προέβαλε ως πολιτικός. Ανεξαρτήτως του αν αυτή η κριτική ήταν πειστική, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίον διατυπώθηκε, αποτελούσε αξιολογική κρίση για γνωστό πολιτικό πρόσωπο. Ως εκ τούτου, έπρεπε να θεωρηθεί συστατικό στοιχείο του δημόσιου διαλόγου και να της αναγνωρισθεί απόλυτη προστασία. O μεν βουλευτής αντί για καταγγελία όφειλε να επιδείξει ανοχή ή να απαντήσει. Το δε ΕΣΡ και το ΣτΕ, αντί να φιμώσουν την κριτική, έπρεπε να εφαρμόσουν το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ ακολουθώντας τις επιταγές της ελευθερίας του λόγου.


[1] Gertz v. Robert Welch Inc., 418 U.S. 323, 339-40 (1974).

[2] «In its practice, the Court has distinguished between statements of fact and value judgments. While the existence of facts can be demonstrated, the truth of value judgments is not susceptible of proof. The requirement to prove the truth of a value judgment is impossible to fulfil and infringes freedom of opinion itself, which is a fundamental part of the right secured by Article 10 (see Lingens v. Austria, 8 July 1986, § 46, Series A no. 103)». Novaya Gazeta V Voronezhe v. Russia, Judgment of 21.12.2010, §37.

[3] New York Times v. Sullivan 376 U.S.254, 270 (1964).

[4] Oberschlick v. Austria (no. 2), Judgment of 1 July 1997.

[5] Bodrozic v. Serbia, Judgment of 23 June 2009.

[6] Katrami v. Greece, Judgment of 6 December 2007.

[7] Lionarakis v. Greece, Judgment of 5 July 2007:

[8] “Journalistic freedom also covers possible recourse to a degree of exaggeration, or even provocation” Prager and Oberschlick v. Austria (no. 1), 26 April 1995, § 38.

[9] Cohen v. California, 403 U.S. 15, (1971).

[10] Idem, στην 25.

Υπό δημοσίευση στο περιοδικό ΔΙΜΕΕ

Advertisements
This entry was posted in Επιστημονικά άρθρα and tagged , , . Bookmark the permalink.

One Response to Καταδίκη για πολιτική κριτική

  1. Κ.Λ. says:

    Οι παραδοχές του ΣτΕ δείχνουν δυστυχώς ότι το ανώτατο δικαστήριο δεν έχει καμία αντίληψη του ρόλου της ελευθερίας της έκφρασης στη δημοκρατία. Θα αναμέναμε από το ΣτΕ μια άλλη ποιότητα στις αποφάσεις του. Ίσως είναι και αυτό σημείο των καιρών.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s