Θωμά Ν. Σταυρόπουλου: Μαθήματα εξ αποστάσεως για την ελευθερία του λόγου

 

Σχόλιο για την Padrick, Obsidian Finance Group vs Cox

Στην υπόθεση Padrick, Obsidian Finance Group vs Cox [1] το Ninth Circuit Court of Appeals αποφάσισε ότι σε υποθέσεις δυσφήμισης η Πρώτη Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος[2] προστατεύει όλους τους ομιλητές με την ίδια ένταση που προστατεύει τους δημοσιογράφους. Το δικαστήριο δεν υιοθέτησε τον διαχωρισμό των ομιλητών σε θεσμικούς, όπως οι δημοσιογράφοι, και μεμονωμένους, όπως οι bloggers εν προκειμένω. Έτσι επέκτεινε το προστατευτικό πεδίο της ελευθερίας του λόγου στο σύνολο των ομιλητών που κατηγορούνται για δυσφήμιση. Περαιτέρω, επιβεβαίωσε ότι η πιθανή τέλεση εγκλημάτων εμπίπτει στο πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης, ενώ χαρακτηρισμοί όπως «κλέφτης», «απατεώνας» και άλλοι σχετικοί αποτελούν αξιολογικές κρίσεις και όχι γεγονότα επιδεκτικά απόδειξης.

Το ιστορικό της υπόθεσης και η πορεία της έως το δεύτερο βαθμό

Το ιστορικό της υπόθεσης είναι μάλλον τυπικό για υπόθεση δυσφήμισης. Η εταιρία Summit Accommodators είχε απευθυνθεί στην εταιρία Obsidian Finance Group αναζητώντας συμβουλές σχετικά με το ενδεχόμενο αναδιοργάνωσης της, καθώς αντιμετώπιζε δυσεπίλυτα οικονομικά προβλήματα. Αργότερα, όταν η Summit Accommodators τέθηκε τελικά σε πτωχευτική διαδικασία, ο Kevin Padrick, δικηγόρος και ιδιοκτήτης της Obsidian Finance Group, διορίστηκε από το δικαστήριο σύνδικος πτώχευσης. Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, η blogger Crystal Cox δημοσίευσε posts σε διάφορες ιστοσελίδες που δημιούργησε η ίδια, στα οποία κατηγορούσε τον Padrick και την Obsidian για απάτη, διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος, φοροδιαφυγή και άλλες παράνομες δραστηριότητες σε σχέση με την διαδικασία πτώχευσης της Summit. Παρά τις εξώδικες οχλήσεις του Padrick και της Obsidian η Cox επέμεινε να δημοσιεύει εις βάρος τους κατηγορίες. Έτσι οι Padrick και Obsidian κατέθεσαν αγωγή κατά της Cox κατηγορώντας την για δυσφήμιση και αξιώνοντας αποζημίωση.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέτασε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, καθώς αρνήθηκε να εξετάσει όλα τα posts της Cox που εμπεριείχαν χαρακτηρισμούς εις βάρος του Padrick και της Obsidian. Και αυτό διότι έκρινε ότι όλα τα posts – εκτός από ένα – εκφράζουν τις απόψεις της και τίθενται ως εκ τούτου υπό την σκέπη της Πρώτης Τροποποίησης ως αξιολογικές κρίσεις που δεν επιδέχονται απόδειξης της αλήθειας ή του ψεύδους τους. Η δικαιολογητική βάση της θέσης του δικαστηρίου ότι χαρακτηρισμοί όπως «κλέφτης», «απατεώνας» και άλλοι παρόμοιοι προστατεύονται, εντοπίζεται στο γεγονός ότι η Cox χρησιμοποίησε τόσο υπερβολική και παραστατική γλώσσα στους χαρακτηρισμούς της που κανένας λογικά σκεπτόμενος αναγνώστης δεν θα αντιλαμβανόταν ότι εννοούσε κυριολεκτικά τα όσα έγραφε. Έτσι δυσφήμιση δεν ήταν δυνατόν να στοιχειοθετηθεί, αφού κατά το δικαστήριο η Cox δεν ανέπτυξε ψευδή ισχυρισμό ως προς την ύπαρξη γεγονότος, αλλά αντιθέτως εξέθεσε δημόσια την άποψή της για τη δράση του Padrick και της Obsidian.

Το δικαστήριο όμως δέχτηκε να εξετάσει αν υπάρχει δυσφήμιση των εναγόντων σε μία περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα, σε ένα post της στην ιστοσελίδα bankruptcycorruption.com η Cox κατηγόρησε τον Padrick ότι «ως σύνδικος πτώχευσης δεν απέδωσε φόρους ύψους 174.000$ που όφειλε η υπό πτώχευση Summit στο αμερικανικό δημόσιο». Το δικαστήριο θεώρησε ότι τα παραπάνω μπορούσαν να εκληφθούν από ένα λογικά σκεπτόμενο αναγνώστη ως συγκεκριμένη κατηγορία που μπορεί να αποδειχτεί με ευχέρεια. Η Cox παραδέχτηκε την αναλήθεια των ισχυρισμών της, προέβαλε όμως τον ισχυρισμό ότι στην προκείμενη περίπτωση θα έπρεπε να εφαρμοστούν τα standards της New York Times vs Sullivan[3] ή εναλλακτικά της Gertz vs Welch[4], όπως θα αναλυθούν εκτενώς παρακάτω. Η αιτιολογία της απόρριψης των ισχυρισμών της Cox εντοπίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο[5] στο γεγονός ότι η συνδρομή των standards αυτών εξετάζεται μόνο στην περίπτωση που εναγόμενος είναι δημοσιογράφος και η Cox εν προκειμένω δεν απέδειξε ότι έχει αυτή την ιδιότητα. Καταδίκασε έτσι την Cox για δυσφήμιση, επιδικάζοντας στους ενάγοντες το ποσό των 2.500.000$ ως αποζημίωση.

Η υπόθεση ενώπιον του Ninth Circuit Court of Appeals

Η Cox, μετά από μια σχετική ταλαιπωρία[6], άσκησε έφεση[7] κατά της πρωτόδικης απόφασης και το θέμα ήχθη ενώπιον του Ninth Circuit Court of Appeals προκειμένου να αποφανθεί σε δεύτερο βαθμό.

Το δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει καταρχήν στο εξής ερώτημα: Για την καταδίκη της Cox για δυσφήμιση ποιο είναι το επίπεδο ευθύνης που απαιτείται να αποδειχτεί για να καταδικαστεί; Απαιτείται κάτι παραπάνω από την αναλήθεια των ισχυρισμών της ή αρκεί μόνη αυτή η αναλήθεια για να στοιχειοθετηθεί η παράνομη συμπεριφορά της; Μήπως θα πρέπει, όπως ισχυρίστηκε η Cox, να αποδειχτεί επιπλέον αμέλειά της ως προς την δημοσίευσή τους κατά τα διαλαμβανόμενα στην Gertz vs Welch ή ακόμη και πραγματική μοχθηρία της για την πρόκληση βλάβης στους ενάγοντες όπως απαιτεί η New York Times vs Sullivan; Το γεγονός ότι η Cox δεν είναι δημοσιογράφος ασκεί κάποια επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου σχετικά με το επίπεδο ευθύνης της;

Ι. Ως προς το αν οι χαρακτηρισμοί της Cox είναι αξιολογικές κρίσεις ή γεγονότα

Είναι αναγκαίο σε αυτό το σημείο να αναφερθεί τι προβλέπεται για την ευθύνη από δυσφήμιση στο αμερικανικό δίκαιο, όπως έχει νομολογηθεί από το US Supreme Court, κυρίως με τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις του. Απαραίτητο προαπαιτούμενο για να εξετάσουν τα αμερικανικά δικαστήρια αν υπάρχει ή όχι δυσφήμιση είναι ο εκάστοτε ομιλητής/εναγόμενος να προέβη στη δήλωση ψευδούς γεγονότος. Απόψεις ή κάθε είδους αξιολογικές κρίσεις – όσο σκληρές, προσβλητικές και εκτός πραγματικότητας να είναι – δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ευδοκίμηση των κατηγοριών για δυσφήμιση. Αυτή η θέση έχει αποτυπωθεί με ενάργεια στην Milkovich vs Lorain Journal Co[8] και επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ορθά λοιπόν η μόνη κατηγορία που ήχθη ενώπιον του δικαστηρίου ήταν συγκεκριμένη και αφορούσε μόνο στην δήθεν φοροδιαφυγή ποσού ύψους 174.000$ του Padrick και απέρριψε την αγωγή του ως προς τους άλλους εις βάρος του χαρακτηρισμούς, όπως «κλέφτης», «απατεώνας» και άλλους αορίστως προβληθέντες. Όλες οι άλλες κατηγορίες, όπως εκτέθηκε παραπάνω, δεν έφτασαν στο ακροατήριο. Το ότι η κατηγορία για φοροδιαφυγή δεν είχε πραγματική βάση και ήταν ψευδής και δυσφημιστική το παραδέχτηκε και η ίδια η Cox, επομένως δεν τέθηκε ζήτημα απόδειξης.

II. Ως προς το αν οι χαρακτηρισμοί εμπίπτουν ή όχι στη δημόσια συζήτηση

Έπειτα, προκειμένου ο ομιλητής να τύχει της προστασίας της Πρώτης Τροποποίησης, δεν θα πρέπει το ψευδές γεγονός που εξέφρασε να αφορά ιδιωτική υπόθεση του ενάγοντος, αλλά αντιθέτως θα πρέπει η δήλωσή του ομιλητή/εναγόμενου να εκφράστηκε στο πλαίσιο διεξαγωγής της δημόσιας συζήτησης γύρω από ένα δημόσιο θέμα[9]. Εν προκειμένω το δικαστήριο θεώρησε – παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των εναγόντων – ότι η ενδεχόμενη τέλεση εγκλημάτων από τον Padrick και την Obsidian και η πιθανή πλημμελής προστασία των επενδυτών της υπό πτώχευση εταιρίας[10] άπτονται του δημοσίου ενδιαφέροντος και εύλογα εισάγονται στο δημόσιο διάλογο[11]. Επομένως η Cox με τις εις βάρος των εναγόμενων κατηγορίες έθιξε ζητήματα που εντάσσονται στη δημόσια σφαίρα.

ΙΙΙ. Η σημασία των αποφάσεων που επικαλείται η Cox

Αφού το δικαστήριο δέχτηκε ότι υπάρχει εν προκειμένω ψευδές γεγονός που εμπίπτει στη δημόσια συζήτηση, εξέτασε τον ισχυρισμό της Cox ότι για την καταδίκη της θα πρέπει να πληρούνται τα standards είτε της Gertz vs Welch είτε της New York Times vs Sullivan. Το νομολογιακό προηγούμενο των δύο αυτών αποφάσεων βρίσκει εφαρμογή σε υποθέσεις δυσφήμισης, στις οποίες το ψευδές γεγονός που ειπώθηκε αφορά στη συζήτηση που διεξάγεται γύρω από ένα δημόσιο θέμα. Με τις αποφάσεις του αυτές το US Supreme Court ερμηνεύοντας την Πρώτη Τροποποίηση καθόρισε το επίπεδο ευθύνης που απαιτείται προκειμένου να υπάρξει καταδίκη για δυσφήμιση χωρίς να αρκείται απλώς στην έκφραση ψευδούς γεγονότος εκ μέρους του ομιλητή. Έθεσε δηλαδή περισσότερες νομικές προϋποθέσεις προκειμένου το δικαστήριο να αχθεί σε καταδικαστική κρίση καθιστώντας την προστασία του ομιλητή ακόμη μεγαλύτερη και συνακόλουθα την δημόσια συζήτηση ευρύτερη και πιο δυναμική[12].

Πιο αναλυτικά: με την New York Times vs Sullivan το US Supreme Court έκρινε ότι όταν ο θιγόμενος είναι δημόσιος λειτουργός, τότε απαιτείται ο ομιλητής να έχει πραγματική μοχθηρία[13] για να προκαλέσει πραγματική βλάβη. Απαιτεί δηλαδή το δικαστήριο να αποδειχτεί ότι ο ομιλητής εξέφρασε το δυσφημιστικό γεγονός με γνώση ότι ήταν ψευδές ή με απερίσκεπτη αδιαφορία για την αλήθεια ή την αναλήθειά του και προκάλεσε έτσι πραγματική βλάβη στον θιγόμενο. Όταν ο θιγόμενος δεν είναι δημόσιος λειτουργός αλλά ιδιώτης, τότε βρίσκει εφαρμογή η Gertz vs Welch. Το δικαστήριο απαιτεί να αποδειχτεί η αμελής[14] συμπεριφορά εκ μέρους του ομιλητή κατά την διατύπωση της δυσφημιστικής δήλωσης[15]. Επομένως, ανάλογα του αν ο Padrick κριθεί ότι, λόγω της ιδιότητάς του ως σύνδικος πτώχευσης, είναι δημόσιος λειτουργός ή όχι, θα πρέπει να εφαρμοστούν τα standards της αντίστοιχης απόφασης.

IV. Το κρίσιμο ερώτημα: η ευνοϊκή νομολογία υπέρ των δημοσιογράφων πρέπει να επεκταθεί στους bloggers;

Εδώ όμως ανακύπτει το ερώτημα που έγινε αφορμή για το σχολιασμό της απόφασης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των θιγόμενων τα standards των παραπάνω αποφάσεων διαμορφώθηκαν από το US Supreme Court σε υποθέσεις όπου ομιλητές/εναγόμενοι ήταν δημοσιογράφοι. Το US Supreme Court δεν έχει αποφασίσει για υπόθεση δυσφήμισης, όταν ο ομιλητής έχει άλλη ιδιότητα πέρα από αυτή του δημοσιογράφου, όταν δηλαδή είναι blogger παραδείγματος χάριν. Το Ninth Circuit Court of Appeals έπρεπε λοιπόν να κρίνει αν το ευεργετικό για τον ομιλητή νομολογιακό προηγούμενο των Gertz vs Welch και New York Times vs Sullivan θα εφαρμοστεί και στην περίπτωση των bloggers.

Όπως παρατήρησε ορθά το δικαστήριο, το US Supreme Court ποτέ δεν περιόρισε ρητά το πεδίο εφαρμογής των προστατευτικών ρυθμίσεων των παραπάνω αποφάσεων μόνο στον Τύπο ή στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ούτε ποτέ αναγνώρισε μεγαλύτερη προστασία στους δημοσιογράφους σε σύγκριση με τους μεμονωμένους ομιλητές. Έτσι, στην Bartnicki vs Vopper[16] δεν έκανε διάκριση ανάλογα με το αν αυτός που χρησιμοποιεί υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις είναι εκπρόσωπος του Τύπου ή οποιοσδήποτε άλλος ομιλητής, ενώ στην Cohen vs Cowles Media[17] έκρινε ότι ο Τύπος δεν μπορεί να εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής των νόμων περί πνευματικής ιδιοκτησίας μόνο και μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως θεσμικού ομιλητή. Εξάλλου, με την πρόσφατη απόφασή Citizens United vs Federal Election Commission[18] το US Supreme Court διατύπωσε την κρίση ότι «έχει επανειλημμένα απορρίψει τη θέση ότι ο θεσμικός Τύπος έχει οποιοδήποτε συνταγματικό προνόμιο έναντι των λοιπών ομιλητών». Αλλά και πιο συγκεκριμένα στην Dun & Bradstreet vs Greensome Builders[19] έκρινε ότι σε υποθέσεις δυσφήμισης τα δικαιώματα που απολαμβάνουν τα θεσμικά media είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά που απολαμβάνουν και μεμονωμένα άτομα που επιδίδονται σε ανάλογες δραστηριότητες. Η όποια ιδιότητα του ομιλητή δεν παίζει κανένα ρόλο στον προσδιορισμό του επιπέδου ευθύνης για δυσφήμιση.

Με δεδομένη λοιπόν τη νομολογία του US Supreme Court το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η Πρώτη Τροποποίηση δεν επιφυλάσσει ένα ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας του θεσμικού Τύπου έναντι των λοιπών ομιλητών. Για την απόλαυση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση δηλαδή δεν αναγνωρίζεται ως κρίσιμο μέγεθος το αν ο ομιλητής είναι εκπαιδευμένος δημοσιογράφος, αν έχει κάποιο πτυχίο ή κρατική άδεια δημοσιογραφίας, αν ανήκει στα παραδοσιακά media, αν έκανε την απαραίτητη σε βάθος δημοσιογραφική έρευνα ή αν ανέδειξε όλες τις απόψεις στην παρουσίαση του θέματος.

Η δικαιολογητική βάση πίσω από αυτή την κρίση και την απόρριψη του διαχωρισμού των ομιλητών σε θεσμικούς και μεμονωμένους σχετίζεται άμεσα με τις δυσχέρειες που θα αντιμετωπίσει το δικαστήριο σε περίπτωση που κληθεί να κρίνει αν ο εκάστοτε ομιλητής ανήκει ή όχι στα media ή αν λειτουργεί κατά τον «πρέποντα» τρόπο. Όπως παραδέχτηκε και το US Supreme Court στην Citizens United vs Federal Election Commission, με την ραγδαία ανάπτυξη του διαδικτύου και την σταδιακή παρακμή του έντυπου Τύπου «η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των υπολοίπων που επιθυμούν να σχολιάσουν πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα γίνεται ακόμη πιο θολή». Έτσι η προσπάθεια διαχωρισμού των ομιλητών σε θεσμικούς και μη θα ήταν μάταιη, καθώς θα στηριζόταν σε ασαφή κριτήρια και θα κατέληγε σε εσφαλμένες κρίσεις περιορίζοντας τελικά το δικαίωμα στο λόγο[20]. Με δεδομένο λοιπόν ότι η ίδιου επιπέδου προστασία που απολαμβάνει ο θεσμικός τύπος επεκτείνεται κατά λογική αναγκαιότητα και στους μεμονωμένους ομιλητές, το Ninth Circuit Court of Appeals έκρινε ότι οι bloggers – και επί της ουσίας όλοι οι ομιλητές – απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια με τους εκπροσώπους του θεσμικού Τύπου. Πρέπει ως εκ τούτου και στην περίπτωση της Cox να εξεταστεί αν πληρούνται τα standards είτε της New York Times vs Sullivan είτε της Gertz vs Welch, ανάλογα με το αν κριθεί ότι ο Padrick είναι δημόσιος λειτουργός ή όχι αντίστοιχα[21].

V. Ο σύνδικος πτώχευσης δεν είναι δημόσιος λειτουργός

Ο ισχυρισμός της Cox ότι ο Padrick είναι δημόσιος λειτουργός βασίστηκε στην ιδιότητά του ως σύνδικου πτώχευσης της Summit Accommodators. Το δικαστήριο έκρινε ότι ο Padrick δεν μπορεί να θεωρηθεί δημόσιος λειτουργός εξ αυτής της ιδιότητάς του, καθώς, παρά το γεγονός ότι οι σύνδικοι πτώχευσης αποτελούν μέρος της δικαστικής διαδικασίας, μόνος ο διορισμός τους από το δικαστήριο δεν αρκεί, αφού οι εξουσίες τους αφορούν μόνο την εκάστοτε πτώχευση και ο ρόλος τους είναι κατά βάση διαχειριστικός. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο σύνδικος πτώχευσης αποζημιώνεται για την απασχόλησή του δεν συνεπάγεται την ιδιότητά του ως δημοσίου λειτουργού. Και αυτό διότι η αμοιβή τους δεν προέρχεται από την κυβέρνηση αλλά από το κεφάλαιο της υπό πτώχευση εταιρίας. Ως εκ τούτου ο Padrick δεν είναι δημόσιος λειτουργός, επομένως το δικαστήριο που θα εξετάσει επί της ουσίας την υπόθεση πρέπει να εξετάσει αν η Cox προέβη στην επίδικη δήλωση από αμέλεια, αν δηλαδή πληρούνται τα standards της Gertz vs Welch και όχι αυτά της New York Times vs Sullivan.

Έτσι το Ninth Circuit Court of Appeals έκανε δεκτή την έφεση της Cox και παρέπεμψε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την υπόθεση προκειμένου να την δικάσει εκ νέου. Αυτή τη φορά όμως για να οδηγηθεί σε καταδικαστική κρίση θα πρέπει να μην αρκεστεί μόνο στο ψευδές της δήλωσης της Cox, αλλά θα πρέπει να αποδειχτεί περαιτέρω και η αμέλειά της ως προς δημοσίευσή της, αφού δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της δημοσιογραφικής της ιδιότητας για να απολαύσει των ευεργετικών standards της Gertz vs Welch.

Η λογική έρχεται από μακριά. Αλλά έρχεται…

Συνοπτικά, με την Padrick, Obsidian Finance Group vs Cox το Ninth Circuit Court of Appeals επέκτεινε την προστασία της Πρώτης Τροποποίησης όσον αφορά την ευθύνη από δυσφήμιση στους bloggers αλλά επί της ουσίας σε όλους τους ομιλητές. Έκανε έτσι ένα ακόμη σταθερό βήμα για την ενδυνάμωση του δημοσίου διαλόγου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα επιβεβαίωσε ότι η ενδεχόμενη διασάλευση της δημόσιας τάξης και τέλεση εγκλημάτων εμπίπτει στη δημόσια συζήτηση, ενώ χαρακτηρισμοί όπως «κλέφτης», «απατεώνας» και άλλοι σχετικοί αποτελούν αξιολογικές κρίσεις.

Το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση προστατεύεται παραδοσιακά από τα αμερικανικά δικαστήρια κυρίως λόγω της ισχυρής επιρροής του στη διαμόρφωση του πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος των Ηνωμένων Πολιτειών. Με την συγκεκριμένη απόφαση το ευνοϊκό υπέρ του παραδοσιακού θεσμικού Τύπου νομολογιακό προηγούμενο επεκτείνεται πλέον και σε νεοπαγή μέσα ενημέρωσης, όπως τα blogs. Για την καταδίκη ενός blogger για δυσφήμιση λόγω ψευδούς δήλωσης γεγονότος εκ μέρους του στο πλαίσιο δημόσιας συζήτησης δεν αρκεί μόνο η διαπίστωση της αναλήθειας του γεγονότος, αλλά απαιτείται περαιτέρω και η διαπίστωση δόλου άμεσου σκοπού βλάβης του θιγόμενου ή αμέλειά του ως προς τη δήλωση ανάλογα με το αν ο θιγόμενος είναι δημόσιος λειτουργός ή όχι. Ουσιαστικά με την σχολιαζόμενη απόφαση κρίθηκε ότι το προστατευτικό πλέγμα της Πρώτης Τροποποίησης καλύπτει όλους τους ομιλητές κάνοντας ακόμη πιο δυναμικό το διάλογο γύρω από τα δημόσια θέματα.

Περαιτέρω, θα πρέπει να τονιστεί η διαπίστωση του δικαστηρίου ότι η ενδεχόμενη τέλεση εγκλημάτων συνιστά ζήτημα που άπτεται της δημόσιας συζήτησης και σχετικές κρίσεις – ακόμη και εσφαλμένες, πεπλανημένες ή εκτός πραγματικότητας – προστατεύονται ως συστατικά στοιχεία του δημοσίου διαλόγου. Αρκετές από τις υποθέσεις δυσφήμισης που φτάνουν ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων αφορούν κατηγορίες εις βάρος προσώπων που ασκώντας δριμεία και ίσως άδικη κριτική εις βάρος δημοσίων προσώπων χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως «κλέφτης», «απατεώνας» και άλλες σχετικές. Όπως ορθά διαπίστωσε το Ninth Circuit Court of Appeals, τέτοιες κρίσεις, όταν δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα στοιχεία, δεν μπορούν να εκληφθούν ως ισχυρισμοί γεγονότος, αλλά ως αξιολογικές κρίσεις ανεπίδεκτες απόδειξης. Επομένως έχουν θέση στο δημόσιο διάλογο και προστατεύονται.

Τέλος, παρότι η απόφαση αυτή σχολιάστηκε θετικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, διατυπώθηκαν επιφυλάξεις σχετικά με την κρίση του δικαστηρίου ότι οι δηλώσεις της Cox περί «κλεφτών», «απατεώνων», «φοροφυγάδων» προστατεύονται γιατί η Cox «χρησιμοποίησε υπερβολικές εκφράσεις, τις οποίες δεν μπορεί κανένας λογικά σκεπτόμενος αναγνώστης να εκλάβει σοβαρά». Η ανησυχία των σχολιαστών εντοπίστηκε στο γεγονός ότι το δικαστήριο ενδεχομένως αντιμετώπισε τον λόγο που εκφέρουν τα blogs ως υπερβολικό και αυτή η θέση μπορεί να οδηγήσει στην ένταξη του λόγου των bloggers στην κατηγορία του λόγου δεύτερης κατηγορίας με συνέπεια τον άδικο περιορισμό του[22]. Ωστόσο αυτή η ανησυχία είναι μάλλον αβάσιμη. Και αυτό διότι στην περίπτωση της Cox το δικαστήριο έκρινε την υπερβολή των λόγων της όχι από το μέσο που χρησιμοποίησε για να τις εκφράσει αλλά από ένα συνδυασμό στοιχείων: από τον αριθμό των sites που «άνοιξε» προκειμένου να επιτεθεί στον Padrick και την Obsidian, από τους υπερβολικούς και πολλές φορές προσωποποιημένους τίτλους τους[23], από την ευκολία των χαρακτηρισμών της και από την τεκμηριωμένη συνήθειά της να προβαίνει σε εσφαλμένη κριτική για πληθώρα θεμάτων εις βάρος διαφόρων προσώπων[24]. Επομένως τα blogs δεν χαρακτηρίστηκαν επ’ ουδενί δεύτερης κατηγορίας λόγος, αλλά αντιθέτως αυτό που κρίθηκε ως υπερβολικό ήταν οι εκφράσεις της Cox.

Η σημασία της Padrick, Obsidian Finance Group vs Cox είναι αναμφισβήτητα μεγάλη και για εμάς. Τα ελληνικά δικαστήρια θα πρέπει να λάβουν υπόψη αποφάσεις σαν και αυτή και να επιδιώκουν πιο δυναμικά τον επιστημονικό διάλογο με την αλλοδαπή νομολογία, έτσι ώστε να παύσουν να περιορίζουν[25] αδικαιολόγητα τη δημόσια συζήτηση σε μια χρονική συγκυρία που είναι απαραίτητη η διεύρυνση και η εμβάθυνσή της. Παρά τις προφανείς διαφορές στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αποφάσεις σαν τη σχολιαζόμενη εμφανίζουν μια λογική που συνάδει με τις αρχές της ελευθερίας της έκφρασης, όπως έχει αποτυπωθεί στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και δύσκολα μπορεί να ανατραπεί. Αργά ή γρήγορα λοιπόν τα ελληνικά δικαστήρια θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα δεδομένα που έρχονται από μακριά.

[1] Το πλήρες όνομα της υπόθεσης είναι Kevin Padrick, Obsidian Finance Group, LLC vs Crystal Cox. Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα του Ninth Circuit Court of Appeals.

[2] Επικυρώθηκε από το σύνολο των Πολιτειών και ετέθη σε ισχύ στις 15 Δεκεμβρίου 1791. Για την Πρώτη Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος και δη το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης βλέπε: όσον αφορά στην ελληνική βιβλιογραφία, ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΑΚΥΡΑΚΗΣ, Η Ελευθερία του Λόγου στις Η.Π.Α. Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα (1997), όσον αφορά την αμερικανική βιβλιογραφία, EUGENE VOLOKH, The First Amendment and Related Statutes – Problems, Cases and Policy Arguments, Foundation Press (2011).

[3] Βλέπε σχετικά New York Times Co vs Sullivan, 376 U.S. 254 (1964). Πρόκειται για απόφαση – ορόσημο στην ιστορία του US Supreme Court. Για πιο αναλυτική προσέγγιση της απόφασης βλέπε παρακάτω.

[4] Βλέπε σχετικά Gertz vs Robert Welch, Inc, 418 U.S. 323 (1974).

[5] Η πρωτόδικη απόφαση βρίσκεται εδώ.

[6] Το δικαίωμα της Cox για άσκηση έφεσης ετέθη σε δημοπρασία ελλείψει άλλων περιουσιακών της στοιχείων προκειμένου οι ενάγοντες να εκτελέσουν την πρωτόδικη απόφαση και να ικανοποιηθούν χρηματικά. Όμως τελικά η δημοπρασία κρίθηκε μη νόμιμη, αφού οι ενάγοντες επιχείρησαν να είναι αυτοί οι υπερθεματιστές. Είναι λογικό μία τέτοια εξέλιξη να κριθεί παράνομη, αφού η επόμενη κίνηση των θιγόμενων/εναγόντων θα ήταν η παραίτηση από την έφεση με αποτέλεσμα η δικαστική διαμάχη να τελειώσει και η Cox να στερηθεί την δικαστική της προστασία χωρίς η υπόθεση να κριθεί σε δεύτερο βαθμό. Βλέπε σχετικά εδώ και εδώ.

[7] Αξίζει να σημειωθεί ότι σε πρώτο βαθμό η Cox δεν εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Μετά την καταδίκη της σε πρώτο βαθμό, την υπόθεση ανέλαβε pro bono ο καθηγητής του UCLA, Eugene Volokh.

[8] Βλέπε σχετικά την Milkovich vs Lorain Journal Co, 497 U.S. 1 (1990).

[9] Αυτή η απαίτηση απαντάται τόσο στην Gertz vs Welch όσο και στην New York Times vs Sullivan. Η αυξομείωση της προστασίας του ομιλητή ανάλογα με τη φύση του υπό συζήτηση θέματος είναι εύλογη. Η μεγάλη σημασία που αποδίδεται στη διεξαγωγή ενός ζωντανού και πλούσιου δημοσίου διαλόγου σχετικά με τα ζητήματα που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης οδηγεί στην μεγαλύτερη προστασία των ομιλητών σε σχέση με τις περιπτώσεις που το θέμα συζήτησης είναι ιδιωτικής φύσεως.

[10] Η διαχείριση των κεφαλαίων των πελατών της Summit Accommodators απασχόλησε πράγματι την αμερικανική δικαιοσύνη και οδήγησε στην καταδίκη τριών εκ των ιδιοκτητών της. Βλέπε σχετική ανακοίνωση του FBI εδώ.

[11] Το δικαστήριο παρέθεσε διάφορες αποφάσεις του, με τις οποίες έχει κρίνει ότι διάφορα θέματα που παρουσιάζουν στοιχεία ιδιωτικότητας άπτονται του δημοσίου ενδιαφέροντος. Έτσι, υποτιθέμενες παραβιάσεις της νομοθεσίας περί όπλων από κατάστημα όπλων είναι δημόσιο θέμα [Adventure Outdoors, Inc vs Bloomberg, 552 F.3d 1290 1298 (11th Circuit 2008)], όπως επίσης και η άρνηση καταστηματάρχη να αποζημιώσει πελάτη για προβληματικό προϊόν, το οποίο του πούλησε [Gardner vs Martino, 563 F.3d 981 989 (9th Circuit 2009) κρίθηκε ότι αποτελούν θέμα δημόσιας συζήτησης.

[12] Ο λόγος της ευνοϊκής μεταχείρισης του ομιλητή, όπως προκύπτει από τις παραπάνω αποφάσεις, έγκειται στην ανάγκη προαγωγής του δημοσίου διαλόγου μέσω της θωράκισης του Τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων. Στόχος είναι να εξαλειφθεί ο φόβος των δημοσιογράφων από την πιθανότητα τέλεσης αναπόφευκτων λάθων. Έτσι, για την διαπίστωση της ευθύνης του ομιλητή για δυσφήμιση δεν αρκεί μόνη η απόδειξη της αναλήθειας των δηλώσεών του άνευ ετέρου.

[13] Η πραγματική μοχθηρία αποδίδει τον όρο «actual malice» που χρησιμοποίησε το US Supreme Court στη New York Times vs Sullivan.

[14] Στο κείμενο της Gertz vs Welch ο όρος που χρησιμοποιείται από το US Supreme Court είναι «negligence».

[15] Είναι προφανής ο λόγος του διαφορετικού επιπέδου ευθύνης που υπάρχει ανάλογα με το αν ο θιγόμενος είναι δημόσιος λειτουργός ή όχι. Έχει άμεση σχέση με το ότι οι πράξεις του δημοσίου λειτουργού εμπίπτουν εξ ορισμού στη σφαίρα της δημόσιας συζήτησης. Εξάλλου, ο δημόσιος λειτουργός έχει αποδεχτεί το ενδεχόμενο να ασκείται δριμεία ή ακόμη και εσφαλμένη κριτική κατά των πράξεών του, πολλές φορές στηριζόμενη ακόμη και σε αναληθή γεγονότα, αφού με την είσοδό του στη δημόσια σφαίρα απεκδύεται εν πολλοίς του δικαιώματός του στην ιδιωτικότητα. Πρόκειται για την λεγόμενη θεωρία της «παραίτησης».

[16] Βλέπε σχετικά την Bartnicki vs Vopper, 532 U.S. 514 (2001).

[17] Βλέπε σχετικά την Cohen vs Cowles Media Co, 501 U.S. 663 (1991).

[18] Βλέπε σχετικά την Citizens United vs Federal Election Commission, 558 U.S. 310 (2010). Πρόκειται για μια από τις πλέον συζητημένες αποφάσεις του US Supreme Court. Το δικαστήριο έκρινε ότι η Πρώτη Τροποποίηση απαγορεύει στην κυβέρνηση τη θέσπιση νομοθεσίας που να θέτει όριο χρηματοδότησης προεκλογικής καμπάνιας σε εταιρίες, ενώσεις ή συνδικάτα. Μεταξύ πολλών σχετικών άρθρων βλέπε ενδεικτικά KATHLEEN SULLIVAN, Two Concepts of Freedom of Speech, 124 Harvard Law Review 143 (2010).

[19] Βλέπε σχετικά την Dun & Bradstreet, Inc vs Greensome Builders, Inc, 472 U.S. 749 (1985).

[20] Πρόκειται για το λεγόμενο «chilling effect». Αν ο ομιλητής δεν μπορεί με σχετική ευκολία να γνωρίζει αν ο λόγος που θα εκφέρει είναι νόμιμος ή όχι, τότε θα επιλέξει είτε να μην εκφράσει με την ίδια ένταση τη γνώμη του είτε να μην την εκφράσει καθόλου. Η εμπειρική αυτή παρατήρηση αποτυπώθηκε πρώτη φορά στο σκεπτικό της Wieman vs Updegraff, 344 U.S. 183 (1952).

[21] Το αν ο Padrick είναι δημόσιος λειτουργός έχει μεγάλη αξία προκειμένου να καθοριστεί το επίπεδο ευθύνης που απαιτείται για την καταδίκη της Cox. Σε περίπτωση που κριθεί ότι όντως εκτελεί δημόσια υπηρεσία, τότε θα πρέπει να αποδειχτεί ότι άμεσος σκοπός της ήταν η πρόκληση πραγματικής βλάβης στους θιγόμενους και όχι απλή αμέλεια. Η ενδεχόμενη καταδίκη της Cox δηλαδή θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη.

[22] Αν ο λόγος χαρακτηριστεί από το δικαστήριο ως δευτερεύουσας σημασίας, τότε η συμβατότητα του περιορισμού του με τα προβλεπόμενα στην Πρώτη Τροποποίηση εξετάζεται με βάση το κριτήριο του «ενδιάμεσου ελέγχου» intermediate scrutiny») και όχι αυτό του «εξονυχιστικού ελέγχου». Βλέπε σχετικά ΘΩΜΑΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Brown vs Entertainment Merchants Association: Ο «βίαιος ως προς τους ανήλικους» λόγος και η αποσαφήνιση του «εξονυχιστικού» ελέγχου, Το Σύνταγμα, τεύχος 2/2011, σελ. 415.

[23] Χαρακτηριστικός ο ακόλουθος: obsidianfinancesucks.com

[24] Βλέπε χαρακτηριστικά το με ημερομηνία 11-12-2011 άρθρο της online έκδοσης της New York Times από τον DAVID CARR με τίτλο When Truth Survives Free Speech διαθέσιμο στην ιστοσελίδα της εφημερίδας.

[25] Το πλέον πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση με τον «Γέροντα Παστίτσιο». Βλέπε σχετικά τη δημόσια δήλωση της Διεθνούς Αμνηστίας της 20ης Ιανουαρίου 2014.

Ο Θωμάς Σταυρόπουλος είναι δικηγόρος, Μ.Δ.Ε. Δημοσίου Δικαίου, υποψήφιος διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου

This entry was posted in Διάλογος and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s