Τι καλείται να κρίνει ο δικαστής;

Στη συζήτηση της αίτησης ακύρωσης κατά της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές ενώπιον της Ολομελείας του ΣτΕ ο Πρόεδρος κ. Σ. Ρίζος είχε την τιμητική του. Από την έδρα, κατά το ρεπορτάζ της εφημερίδας το Βήμα, έκανε διάφορες παρατηρήσεις, οι οποίες, εκτός του ότι εκδήλωσαν τη δυσφορία του με το μέτρο, αποκάλυψαν βαθιά παρεξήγηση για τον δικαστικό έλεγχο που καλούνταν να πραγματοποιήσει και για το ρόλο τελικά του ίδιου του δικαστή.

Κατ’ αρχάς, ο κ. Σ. Ρίζος φέρεται να έκανε την παρατήρηση ότι «ο ανταγωνισμός δεν είναι υπεράνω των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν είναι υπεράνω από δόγμα και θρησκεία». Φυσικά όχι μόνον ο ανταγωνισμός αλλά τίποτα δεν είναι υπεράνω κανενός δικαιώματος, όχι μόνον των εργαζομένων αλλά οποιουδήποτε πολίτη. Και φυσικά τίποτα δεν δικαιολογεί παραβίαση της θρησκευτικής ή άλλης ελευθερίας. Αυτό, όμως, είναι το ζητούμενο της δίκης. Διεξάγεται για να κριθεί (και φυσικά να αιτιολογηθεί) κατά πόσον υπάρχει κάποια προσβολή δικαιώματος ή όχι. Η δήλωση ότι χάριν του ανταγωνισμού  παραβιάζονται δικαιώματα απλώς δημιουργεί προκατάληψη εναντίον του μέτρου.

Στη συνέχεια ο κ. Σ. Ρίζος φέρεται να δήλωσε ότι το Δικαστήριο «αφουγκράζεται τη ροή των πραγμάτων» και παρατήρησε: «Δηλαδή, θα έρθει ο Ιταλός τουρίστας στην οδό Πανεπιστημίου την Κυριακή για να ψωνίσει;» Και προσέθεσε ο πρόεδρος τους ΣτΕ: «Αυτά είναι πράγματα ξένα προς την πραγματικότητα».  Ειλικρινά δεν ξέρω αν το Δικαστήριο αφουγκράζεται ή όχι και δεν με ενδιαφέρει διόλου, αφού δεν θεωρώ ότι του έχει ανατεθεί τέτοιος ρόλος. Όπως δεν του έχει ανατεθεί ο ρόλος να παρατηρεί αν ψωνίζει ο Ιταλός τουρίστας την Κυριακή, διότι η παρατήρησή του δεν έχει καμιά σημασία για την κρίση του. Θα άλλαζε, άραγε, αυτή αν παρατηρούσε όλους τους Ιταλούς να ψωνίζουν τις Κυριακές;

Το ερώτημα αυτό σχετίζεται με το ζήτημα αν υπήρξαν ή όχι μελέτες που αποδείκνυαν ότι το μέτρο είναι οικονομικά επωφελές. Κατά το ρεπορτάζ, ο Πρόεδρος του ΣτΕ ήταν, «αρκετά σκληρός λόγω της μη ύπαρξης των αναγκαίων μελετών πριν από την έκδοση της απόφασης για την κυριακάτικη λειτουργία των καταστημάτων». Στις διαβεβαιώσεις δε των δικηγόρων του δημοσίου ότι θα τις προσκομίσουν ο κ. Ρίζος είπε: «Όταν αλλάζει η ζωή των ανθρώπων πρέπει να έχετε κάνει μεγάλη μελέτη» και σημείωσε: «Πολύ παίζουν με τα δικαστήρια οι πολιτικοί και η δημοσιογραφία».

Η πολλή συζήτηση για τις μελέτες υποδηλώνει την παρεξήγηση ότι το Δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει αν το μέτρο είναι οικονομικά επωφελές ή όχι και, κατά συνέπεια, αυτές ή οι εμπειρικές παρατηρήσεις είναι αναγκαίες για την κρίση του. Η εκτίμηση, όμως, της οικονομικής ωφέλειας του μέτρου, ανήκει στο νομοθέτη και όχι στο δικαστή. Βεβαίως, είναι πάντοτε ευχής έργο κάθε μέτρο να στηρίζεται σε μελέτη του ζητήματος που ρυθμίζει. Δεν είναι όμως δουλειά του δικαστή να κρίνει αν ο νομοθέτης είναι απερίσκεπτος ή πρόχειρος. Την αξιολόγηση θα κάνει ο λαός, ο οποίος και θα κρίνει αναλόγως στις επόμενες εκλογές.

Τα πράγματα είναι διαφορετικά αν το μέτρο θίγει δικαιώματα του ανθρώπου. Τότε ασφαλώς ο δικαστής θα ελέγξει το νομοθέτη και θα εξασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων. Και στην περίπτωση αυτή, όμως, οι περίφημες μελέτες επί του θέματος δεν έχουν καμιά σημασία. Η παραβίαση δικαιωμάτων δεν δικαιολογείται επειδή κάποιο μέτρο είναι οικονομικά επωφελές. Με απλά λόγια, αν το μέτρο των ανοικτών καταστημάτων τις Κυριακές θίγει κάποιο δικαίωμα, τότε θα κριθεί ως αντισυνταγματικό, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν μελέτες που αποδεικνύουν ότι είναι οικονομικά επωφελές. Αντίθετα, αν δεν θίγει κάποιο δικαίωμα, θα κριθεί συνταγματικό, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν μελέτες που συνηγορούν για την λανθασμένη επιλογή του μέτρου.

Το «φέρτε μου τις μελέτες» υποδηλώνει έναν έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου τον οποίο ο δικαστής δεν έχει αρμοδιότητα να κάνει, εκτός κι αν διεκδικεί να είναι αυτός ο τελικός κριτής όλων των αποφάσεων σε μια κοινωνία. Ο κ. Σ. Ρίζος φαίνεται να νομίζει ότι είναι θεμιτό να τραβά το αυτί σε όσους θεωρεί ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Από την έδρα δεν είχε κανένα πρόβλημα να κατηγορήσει τους πολιτικούς και τη δημοσιογραφία ότι «παίζουν με τα δικαστήρια». Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος δεν σηκώνει καθόλου κριτική. Προ καιρού π.χ. με αφορμή μια κριτική για τη λειτουργία της δικαιοσύνης εξέδωσε οργίλη ανακοίνωση εναντίον όσων εξυφαίνουν σχέδια υπονόμευσης του κύρους της.

Να εξομολογηθώ την αμαρτία μου: την αντίληψη ότι ο δικαστής είναι τελικός κριτής κάθε απόφασης σε μια κοινωνία και συγχρόνως υπεράνω κριτικής τη θεωρώ προβληματική για τη δημοκρατία.

This entry was posted in Σχόλια. Bookmark the permalink.

2 Responses to Τι καλείται να κρίνει ο δικαστής;

  1. “….τη θεωρώ προβληματική για τη δημοκρατία.” – θα προσέθετα: “..και για την ίδια την Δικαιοσύνη”.

  2. Πες τα. Χρυσόστομε…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s