Το δίκιο του κ. Α. Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ

Πρωτοφανή επίθεση δέχεται ο κ. Αν. Γεωργίου, Πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνικής Στατιστικής Αρχής) εξαιτίας της αντίδρασής του στην απόφαση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία (παρά την εισαγγελική πρόταση να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο) έκρινε ότι πρέπει να συνεχισθεί περεταίρω η ανάκριση για τη τεχνητή διόγκωση του ελλείμματος για το έτος 2009. Ο Πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ επεσήμανε ότι καλούνταν να καταθέσουν για την υπόθεση πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για τα ψευδή στατιστικά στοιχεία των προηγούμενων χρόνων, τα οποία, σύμφωνα με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αποτελούσαν “στατιστικές απάτες”. Ο άνθρωπος παραπονιόταν για το προφανές: αντί αυτοί οι άνθρωποι να διωχθούν επειδή αποδεδειγμένα κατασκεύαζαν ψευδή στοιχεία, καλούνταν να καταθέσουν εις βάρος του για μια κατηγορία που μόνο ψεκασμένοι θα μπορούσαν να πιστέψουν, αφού η Eurostat έχει πολλές φορές αποφανθεί για την εγκυρότητα των στοιχείων της Αρχής.

Η Επιτροπή Διαφάνειας και Θεσμών θεώρησε ορθό, μετά από πρόταση του κ. Π. Παυλόπουλου, να εκφράσει την αποδοκιμασία της για τη δήλωση του κ. Γεωργίου με το σκεπτικό ότι δεν επιτρέπεται στις Αρχές να ασκούν κριτική σε δικαστικές αποφάσεις. Αλλά κανένας νόμος δεν μπορεί να απαγορεύσει σε κάποιον να υπερασπισθεί τον εαυτό του ασκώντας κριτική σε απόφαση που τον αφορά. Άριστα, επομένως, έπραξε ο κ. Αν. Γεωργίου να προβεί στη συγκεκριμένη δήλωση, της οποίας το περιεχόμενο είναι παρεπιμπτόντως απολύτως πειστικό (βλ. όλη τη δήλωση http://s.kathimerini.gr/resources/article-files/deltio-typoy_proedros_ellhnikh-statistikh-arxh-25714.pdf).

Η Νέα Δημοκρατία νομίζει ότι με διάφορα τεχνάσματα και παραπλάνηση μπορεί να αποσείσει τις τεράστιες ευθύνες που έχει για την εξαπάτηση όχι μόνον των Ευρωπαίων αλλά και των Ελλήνων πολιτών σχετικά με τα στοιχεία που έδινε για την πορεία της οικονομίας. Ο κ. Π. Παυλόπουλος, που πρωτοστάτησε στην επίθεση κατά του κ. Α. Γεωργίου, με αφορμή τις αποστάσεις που πήρε ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ που απουσίαζε από τη συνεδρίαση της Επιτροπής Διαφάνειας, βρήκε την ευκαρία να δώσει τη δική του ερμηνεία για τα γεγονότα: “[...] δεν θα περίμενε κανείς αποδοκιμασία –και πολύ περισσότερο συγγνώμη- από τον κ. Ρήγα και το ΠΑΣΟΚ για τα «έργα και τις ημέρες» του κ. Α. Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ κατά την εποχή του. Άλλωστε το «φούσκωμα» του ελλείμματος, για το οποίο έχει ήδη επιληφθεί η Δικαιοσύνη, είναι προϊόν «αγαστής» συνεργασίας τους και «φυσική συνέχεια» του αλήστου μνήμης «λεφτά υπάρχουν» του κ. Γιώργου Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, που μας οδήγησαν στον εφιάλτη των «Μνημονίων». Όσο για την «παραχάραξη της αλήθειας», ο κ. Ρήγας μάλλον δεν θέλει να συνειδητοποιήσει το νόημα της λαϊκής ετυμηγορίας για το ΠΑΣΟΚ, όπως αυτή έχει πια επανειλημμένως εκφρασθεί, αποδίδοντας έτσι με αδιάσειστο δημοκρατικό τεκμήριο τις ευθύνες που αναλογούν στον καθένα.”  Δεν με ενοχλεί τόσο η αστεία θέση ότι για τα Μνημόνια φταίει ο κ. Γεωργίου και η ΕΛΣΤΑΤ. Η ιστορία δεν γράφεται με δηλώσεις και ό,τι και να ειπωθεί σήμερα είναι βέβαιο ότι θα είναι αμείλικτη για την περίοδο διακυβέρνησης του Κ. Καραμανλή. Με ενοχλεί, όμως, ότι ο κ. Π. Παυλόπουλος, μέλος της Επιτροπής Διαφάνειας, ουσιαστικά παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, υιοθετώντας τις κατηγορίες εναντίον του κ. Α. Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ. Λόγω του θεσμικού του ρόλου δεν δικαιούται να το πράττει.

Ας μην γελιόμαστε, μετά τον κ. Χ. Θεοχάρη, το πολιτικό προσωπικό της χώρας έχει βάλει στο στόχαστρο άλλο έναν πραγματικά ανεξάρτητο διοικητικό στέλεχος. Κάποιος Μεσσήνιος θα περιμένει τον διορισμό του. Πρόκειται για ένα πολιτικό προσωπικό που δεν πρόκειται να αλλάξει, πρέπει να συντριβεί.

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Αναθεώρηση τώρα

Κανείς δεν πήρε στα σοβαρά την εξαγγελία του Πρωθυπουργού για μια νέα, ευρείας κλίμακας αναθεώρηση του Συντάγματος. Ως γνωστόν αυτή «ρίχτηκε στο τραπέζι» λίγες μέρες πριν από τις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση και την Ευρωβουλή και δικαιολογημένα αντιμετωπίστηκε περισσότερο σαν ένα ακόμη προεκλογικό τέχνασμα παρά σαν μια ουσιαστική πρόταση αναθεώρησης. Μολονότι περιείχε προτάσεις για ριζικές αλλαγές (εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, Συνταγματικό Δικαστήριο) ήταν τόσο εμφανές ότι αποσκοπούσε σε εντυπώσεις ώστε ουδείς ασχολήθηκε με αυτές. Όπως ήταν αναμενόμενο, η εξαγγελία ξεχάστηκε εντελώς και από την ίδια τη κυβέρνηση και φαντάζομαι ότι προορίζεται να ανασυρθεί ξανά σε κάποια νέα προεκλογική εκστρατεία.

Αντιλαμβάνομαι ότι είναι σκληρό να ταράζει κανείς τα μπάνια της κυβέρνησης και των κομμάτων, όμως, η επόμενη Βουλή πρέπει οπωσδήποτε να είναι αναθεωρητική κι αυτό προϋποθέτει απόφαση για αναθεώρηση από την παρούσα Βουλή. Αν δεν τεθεί το ζήτημα τώρα,  υπάρχει ο κίνδυνος, ιδιαίτερα σε περίπτωση πρόωρων εκλογών, να μην αποφασισθεί τίποτα και η αναθεώρηση να παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Η παρούσα Βουλή πρέπει οπωσδήποτε να αποφασίσει αναθεώρηση του Συντάγματος αν μη τι άλλο για να αλλάξει το διαβόητο άρθρο 86 (ποινική ευθύνη υπουργών) για το οποίο όχι μόνο οι πολίτες αλλά και όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν συμφωνήσει ότι είναι σκανδαλώδες αφού εισάγει προνομιακό καθεστώς οιoνεί ατιμωρησίας των υπουργών. Πρέπει, επίσης, οπωσδήποτε να αποφασίσει την αναθεώρηση του άρθρου 101Α που προβλέπει ομοφωνία ή πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής για τον διορισμό των προσώπων που στελεχώνουν τις Ανεξάρτητες Αρχές. Επειδή η ομοφωνία ή αυξημένη πλειοψηφία δεν επιτυγχάνεται, η θητεία των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών παρατείνεται στο διηνεκές με νόμο, πρακτική που έχει κριθεί παράνομη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, του οποίου η θητεία των σημερινών μελών έχει ήδη παραταθεί εφτά (!) φορές από το 2012 (τελευταία παράταση στις 28.6.2014 με τον ν.4271/2014) παρά το γεγονός ότι επανειλημμένες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (1098/2011, 2074/2011, 4404/2013 κ.ά.)  έχουν κρίνει παράνομη την παράταση της θητείας τους και κατ’ επέκταση έχουν κρίνει παράνομη τη λειτουργία του ΕΣΡ. Πρέπει, τέλος, οπωσδήποτε να αποφασίσει την αναθεώρηση του άρθρου 14 εδ. 9 (βασικός μέτοχος) αφού μετά από απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτή έχει καταστεί ανίσχυρη και δεν εφαρμόζεται.

Οι παραπάνω αλλαγές είναι υποχρεωτικές και, αν η κυβέρνηση ολιγωρεί, η αντιπολίτευση έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει τη διαδικασία αναθεώρησης καταθέτοντας τη σχετική πρόταση. Αν αρχίσει η διαδικασία αναθεώρησης, ασφαλώς και πρέπει να επιδιωχθούν επί μέρους ορθολογικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είναι ώριμες εδώ και καιρό. Διατάξεις όπως η συνταγματική απαγόρευση των μη κρατικών πανεπιστημίων καθώς και η απαγόρευση του προσηλυτισμού δεν υπάρχουν σε κανένα Σύνταγμα της υφηλίου και άφοβα μπορούμε να τις καταργήσουμε. Το ίδιο άφοβα μπορούμε να καταργήσουμε τις ανελεύθερες για τον Τύπο διατάξεις που επιτρέπουν την κατάσχεση εντύπου για προσβολή του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας, για προσβολή θρησκείας ή για δημοσίευση απορρήτων και ασέμνων. Η κατάσχεση στην εποχή του Διαδικτύου είναι αναποτελεσματική και η κοινή νομοθεσία αρκεί για την προστασία των εννόμων αγαθών που απειλούνται.

Γενικά έχουμε ένα ιδιαίτερα φλύαρο Σύνταγμα με πολλές άχρηστες και λεπτομερείς διατάξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη. Ας πάρουμε ένα ψαλίδι και ας κόψουμε τους βερμπαλισμούς και τις ανάρμοστες για ένα Σύνταγμα διατάξεις προσβλέποντας σε ένα λιτό κείμενο που να περιλαμβάνει τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής μας συμβίωσης.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει χρόνος (ούτε η απαιτούμενη νηφαλιότητα) για μια σοβαρή συζήτηση πάνω σε φιλόδοξες αλλαγές του πολιτικού μας συστήματος. Ζητήματα, όπως, ο περιορισμός της πρωθυπουργοκεντρικής εξουσίας, ο επανακαθορισμός της εξουσίας της Δικαιοσύνης, ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας και η αξιοκρατική και αποτελεσματική οργάνωση της διοίκησης, απαιτούν έναν ουσιαστικό εθνικό διάλογο που φοβάμαι ότι δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε. Μπορούμε ίσως να επιδιώξουμε κάποιες μικρές αλλαγές, όπως π.χ. την αλλαγή της σύνθεσης του λεγόμενου Μισθοδικείου. Πρόκειται για ένα δικαστήριο που έχει προκαλέσει με την αποδοχή όλων των συντεχνιακών αιτημάτων των δικαστών και γενικά έχει κάθε άλλο παρά έχει πείσει για την αμεροληψία του.

Περιέγραψα τριών ειδών συνταγματικές αλλαγές που πρέπει να πραγματοποιήσουμε: τις υποχρεωτικές, τις ορθολογικές και τις φιλόδοξες. Δεν επιτρέπεται το πολιτικό προσωπικό της χώρας να αδρανήσει και να χαθεί η δυνατότητα αναθεώρησης από την επόμενη Βουλή. Πρέπει να πραγματοποιήσουμε τις πρώτες και κάποιες από τις δεύτερες και να ανοίξουμε τη συζήτηση για τις τρίτες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 27 Ιουλίου 2014

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Προβληματική δικαστική εξουσία

Το Μισθοδικείο έκρινε τις περικοπές των μισθών των δικαστικών λειτουργών αντισυνταγματικές και επιπλέον απένειμε και στους δικαστές το προνόμιο που έχουν οι βουλευτές να είναι αφορολόγητο το 25% του μισθού τους. Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές αποδοχών των ενστόλων, το Ελεγκτικό Συνέδριο αντισυνταγματικές τις περικοπές των συνταξιούχων δικαστικών. Επεται η κρίση για τις περικοπές όλων των ειδικών μισθολογίων.

Είναι πια φανερό ότι η δικαστική εξουσία θεωρεί ότι έχει την αρμοδιότητα να καθορίζει το μισθολόγιο του Δημοσίου και κατ’ επέκταση ένα μεγάλο μέρος της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας. Φυσικά, από καμία συνταγματική διάταξη δεν προκύπτει η δικαιοδοσία της να καθορίζει τους μισθούς και τις συντάξεις του Δημοσίου. Εχει «υφαρπάξει» αυτήν την αρμοδιότητα και το έχει κάνει με τρόπο αυθαίρετο και προκλητικό.

Στο παρελθόν, από τις στήλες της «Κ» έχω ασκήσει κριτική στις σχετικές αποφάσεις και δεν σκοπεύω να το επαναλάβω. Περιορίζομαι να πω ότι πρόκειται για νομικές κατασκευές, που απλούστατα δεν είναι υποστηρίξιμες. Στο μέλλον, θα αποτελούν υπόδειγμα αυθαιρεσίας και μόνο με τη γενική κρίση που διέρχεται η κοινωνία μας θα μπορούν να κατανοηθούν.

Εκ των πραγμάτων, έχει διαμορφωθεί μια κατάσταση μέσα στην οποία η δικαστική εξουσία διεκδικεί ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο. Από μία άποψη είναι, βεβαίως, ειρωνικό ότι η πλέον αποτυχημένη κρατική λειτουργία αναδεικνύεται σε αποφασιστικό πολιτικό παράγοντα. Πράγματι, όπως είναι γνωστό, η δικαστική λειτουργία αδυνατεί να επιτελέσει το βασικό έργο της, δηλαδή να επιλύει τις διαφορές των πολιτών μέσα σε εύλογο χρόνο. Δεν έχουμε απλώς καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων, αλλά ευρείας έκτασης αρνησιδικία. Η τεράστια δυσλειτουργία της επιχειρείται να καλυφθεί με έναν δίχως αρχές ακτιβισμό, που επιδιώκει να φαίνεται αρεστός στην κοινή γνώμη.

Το χειρότερο είναι ότι χρησιμοποιώντας παραδοσιακά επιχειρήματα για ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας, οι δικαστές απορρίπτουν κάθε ιδέα ελέγχου και θεσμοθετημένης παρέμβασης από τις άλλες εξουσίες. Η μόνη παρέμβαση που προβλέπεται σήμερα είναι ο διορισμός της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την κυβέρνηση. Και σε αυτήν, όμως, αντιδρούν, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να τηρείται η επετηρίδα ή να εκλέγουν οι ίδιοι την ηγεσία τους.

Με άλλα λόγια, επιδιώκουν μια εντελώς ανέλεγκτη εξουσία από ανθρώπους που αρχίζουν τη σταδιοδρομία τους από τη Σχολή Δικαστών και στη συνέχεια, ακολουθώντας μια δημοσιοϋπαλληλική πορεία, φτάνουν με την πάροδο του χρόνου στα ανώτατα αξιώματα. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να καθορίζουν οι ίδιοι τους μισθούς και τις συντάξεις τους, τις προαγωγές τους, την ηγεσία τους και το κυριότερο να αποφαίνονται τελικά για κάθε κοινωνικό ζήτημα, από το ύψος των προστίμων για παράνομο παρκάρισμα μέχρι τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας. Κι αν κάποιος τους ασκήσει κριτική, εξανίστανται και τον κατηγορούν ότι δεν σέβεται τη Δικαιοσύνη, την ίδια στιγμή που οι συνδικαλιστικές ενώσεις τους κατακεραυνώνουν κάθε λίγο και λιγάκι τη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία.

Στις συζητήσεις που γίνονται για την αναθεώρηση του Συντάγματος, οι διάφορες αναζητήσεις για μια ισορροπία στη λειτουργία του πολιτεύματος αφορούν άλλα πολιτειακά όργανα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τη Βουλή ή την κυβέρνηση. Αν, όμως, οι διαπιστώσεις που προανέφερα είναι ορθές, τότε το μεγάλο ζητούμενο της αναθεώρησης πρέπει να είναι ο επαναπροσδιορισμός της δικαστικής εξουσίας και η σχέση της με τις άλλες λειτουργίες του κράτους.

Δεν είναι της στιγμής οι λεπτομερείς προτάσεις, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι χρειάζεται να επανεξετάσουμε αμέσως όλο το πλέγμα σύνθεσης, οργάνωσης και αποτελεσματικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

Να αρχίσουμε από τα Ανώτατα Δικαστήρια και να εξετάσουμε τις αρμοδιότητές τους.

Να σκεφτούμε το ενδεχόμενο κατάργησης ορισμένων Δικαστηρίων (π.χ. του Μισθοδικείου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι δικαστικές αρμοδιότητες του οποίου μπορεί να απορροφηθούν από τα διοικητικά δικαστήρια).

Να προβλέψουμε τον διορισμό της ηγεσίας όχι μόνον των ανωτάτων δικαστηρίων, αλλά και των εφετείων, από μια επιτροπή της Βουλής ή από κάποιο άλλο όργανο της πολιτείας έπειτα από δημόσια ακρόαση των υποψηφίων, όπου θα συζητούνται οι επιδόσεις τους και οι αποφάσεις που έχουν λάβει. Από το ίδιο όργανο να υπάρχει η δυνατότητα διορισμού επιφανών νομικών ως δικαστών σε εφετεία και ανώτατα δικαστήρια ώστε να πάψει η αποκλειστικότητα της δημοσιοϋπαλληλικής σταδιοδρομίας.

Η απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας αποδεικνύει ότι πολλές φορές τα μεγάλα προβλήματα δεν οφείλονται ούτε στα χρήματα που ξοδεύουμε ούτε στον αριθμό των ανθρώπων που απασχολούνται με αυτήν. Οι δικαστές μας ανά κάτοικο είναι περισσότεροι από αυτούς άλλων χωρών και οι αποδοχές τους οι υψηλότερες του Δημοσίου. Πιστεύει κανείς ότι κάτι θα αλλάξει αν διπλασιάσουμε τον αριθμό τους ή τις αποδοχές τους; Αλλος δρόμος από ριζικές μεταρρυθμίσεις δεν υπάρχει.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 29 Ιουνίου 2014

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Όχι στη χαμένη ψήφο!

 

Τον 17ο αιώνα ζούσε στο Κέμπριτζ της Μ. Βρετανίας ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, ο Τόμας Χόμπσον. Είχε στάβλους και νοίκιαζε άλογα, κυρίως σε φοιτητές του γειτονικού πανεπιστημίου. Ορισμένα άλογα είχαν μεγαλύτερη ζήτηση από τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα να καταπονούνται περισσότερο. Ο Χόμπσον αποφάσισε λοιπόν να εφαρμόσει ένα δικής του έμπνευσης σύστημα ενοικίασης αλόγων, έτσι ώστε αυτά να ενοικιάζονται κατά το δυνατόν εκ περιτροπής. Ο πελάτης μπορούσε να επιλέξει μόνο το άλογο που βρισκόταν πιο κοντά στην πόρτα του στάβλου. Στην ουσία δηλαδή οι πελάτες «επέλεγαν» το άλογο που ο ίδιος ο Χόμπσον είχε ήδη διαλέξει γι΄αυτούς. Αυτή η λογική του «είτε αυτό είτε τίποτα» είναι γνωστή στους Βρετανούς με τη φράση «η επιλογή του Χόμπσον». Έτσι δηλαδή μπορούν να περιγραφούν όλες αυτές οι καταστάσεις όπου θεωρητικά έχουμε την ελευθερία επιλογής, αλλά τελικά η προτεινόμενη λύση είναι μία και παρουσιάζεται ως μονόδρομος.

Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Μήπως σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου οι κύριοι Σαμαράς και Τσίπρας δεν μας σερβίρουν ξανά και ξανά την επιλογή του Χόμπσον; Ο πρώτος επισείει τον μπαμπούλα του ΣΥΡΙΖΑ λέγοντας ότι στις Ευρωεκλογές παίζεται η σταθερότητα της χώρας και διακυβεύονται όσα η Κυβέρνηση έχει επιτύχει μέχρι σήμερα. «Οι πολίτες δεν πρέπει να επιτρέψουν η χώρα να γυρίσει πίσω», υποστηρίζει. Αν όμως ήταν πιο ειλικρινής θα μας έλεγε «ξεχάστε τον Μπαλτάκο, κάντε τώρα τα στραβά μάτια για τις αλλαγές που έγιναν με το σταγονόμετρο στη λειτουργία του κράτους, για τις μεταρρυθμίσεις που παραπέμψαμε στις ελληνικές καλένδες, διότι το ξέρετε ότι δεν έχετε άλλη επιλογή. Θα μας ψηφίσετε, έστω και με το ζόρι, επειδή φοβάστε την αβεβαιότητα της επόμενης μέρας με έναν αλλοπρόσαλλο ΣΥΡΙΖΑ στο τιμόνι». Από την πλευρά του, ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ επενδύει στην οργή των πολιτών που δοκιμάζονται από την πολυετή κρίση. Στις ευρωεκλογές πρέπει να διεξαχθεί το δημοψήφισμα που δεν έγινε ποτέ για το μνημόνιο, μας λέει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί. Καλλιεργεί την αυταπάτη ότι μπορεί να γυρίσουμε πίσω στην προ κρίσης εποχή, χωρίς να υποψιάζεται ότι αυτό όχι μόνον είναι αδύνατο αλλά είναι και ανεπιθύμητο. Στην προ κρίσης εποχή δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να γυρίσουμε, γιατί ξέρουμε ότι οι παθογένειές της μας έφεραν στην καταστροφή.

Με άλλα λόγια, το άλογο του κ. Σαμαρά είναι η μοναδική λύση ως «το μη χείρον βέλτιστον». Κατά δε τον κ. Τσίπρα, το άτι του ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη επιλογή για να γυρίσουμε στο παρελθόν. Αν μάλιστα ο κ. Βενιζέλος ήταν ο Χόμπσον, τότε ίσως μας απειλούσε με οριστικό κλείσιμο της επιχείρησής του στην περίπτωση που δεν επιλέγαμε το άλογό του.

Η εκμετάλλευση του φόβου και της οργής του εκλογικού σώματος από την Κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, αποκαλύπτει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τη  γύμνια των ιδεών τους για την Ελλάδα στη μετά τη χρεοκοπία εποχή. Είναι ίσως παράδοξο, αλλά η ίδια η κρίση αποτελεί τον λόγο ύπαρξης τόσο της Κυβέρνησης όσο και του ΣΥΡΙΖΑ. Η μεν Κυβέρνηση δικαιολογεί την αναγκαιότητα της παραμονής της στην εξουσία απλώς και μόνο διότι με τους άλλους θα ξανακυλήσουμε σε αυτήν. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πλευρά του ζητάει την ψήφο μας χωρίς να προτείνει τι θα πρέπει να κάνουμε από δω και πέρα, αλλά για να τιμωρήσουμε αυτούς που «μας στέρησαν την αξιοπρέπειά μας». Πολώνοντας και οι δυο τους το εκλογικό κλίμα, εμφανίζονται ως αναπόδραστες επιλογές. Μεταφέροντας τη λογική του Χόμπσον στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, μας λένε- τι πρωτότυπο- ότι κάθε ψήφος σε άλλο κόμμα θα είναι χαμένη.

Μήπως όμως συμβαίνει το αντίθετο; Μήπως αυτήν τη φορά κάθε ψήφος που θα πάει σε Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ είναι στην ουσία χαμένη; Σκεφτείτε το εξής: αντί να προτείνουν λύσεις για το μέλλον, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία νομιμοποιούν την ύπαρξή τους ανασκαλεύοντας το παρελθόν. Καμία συζήτηση δεν διεξάγεται για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει αναγκαστικά να γίνουν για να βρει η χώρα τον βηματισμό της μέσα σε μια Ευρώπη που αλλάζει και η ίδια δραματικά. Μπορεί, όμως, να συνεχίσει έτσι ο τόπος; Είναι δυνατόν ο πολιτικός διάλογος σε μια χώρα που έχει ρημάξει από χρόνια πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης να διεξάγεται ακόμα και πριν από τις ευρωεκλογές με όρους παρελθόντος; Πόσο επιτέλους μας υποτιμούν αυτοί που ζητούν την ψήφο μας εκμεταλλευόμενοι αποκλειστικά και μόνο τον φόβο και τον θυμό μας;

Η ψήφος στο Ποτάμι κάθε άλλο παρά χαμένη είναι. Πιστεύουμε ότι τώρα έχει ανάγκη η χώρα μια πολιτική δύναμη, η οποία θα λειτουργήσει ως καταλύτης του πολιτικού σκηνικού. Ξεκινώντας από τις ευρωπαϊκές εκλογές και την εκπρόσωπηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από ανθρώπους που μπορούν να συμβάλουν στις κρίσιμες συζητήσεις για τη μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά, επίσης, και στη συνέχεια, με τη διαμόρφωση μιας πολιτικής δυναμικής η οποία θα εκφράσει αυθεντικά το αίτημα όλων αυτών των συμπολιτών μας που ζητούν δομικές μεταρρυθμίσεις του κράτους, εξορθολογισμό του δημοσίου, ανταγωνιστικότητα, ισονομία, δίκαιες ευκαιρίες, αξιοκρατία. Όλοι όσοι θέλουν πραγματικά να γίνει επιτέλους η Ελλάδα μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, έχουν την ευκαιρία στις ευρωπαϊκές εκλογές να καταγράψουν αυτήν την απαίτησή τους με την ψήφο τους στο Ποτάμι. Είναι κρίμα η ψήφος τους να πάει και αυτήν τη φορά χαμένη στον πολτό της δεξιάς ή αριστερής παρελθοντολαγνείας. Όχι λοιπόν στη χαμένη ψήφο!

 

 

 

 

 

 

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Δεν Παίζουμε με το Σύνταγμα

Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει νοήμων άνθρωπος που να μην αντιλαμβάνεται ότι το πολιτικό προσωπικό της χώρας «παίζει» επικοινωνιακά με το Σύνταγμα, τον θεμελιώδη νόμο του κράτους. Τι άλλο μπορεί να είναι η πομπώδης εξαγγελία ευρείας αναθεώρησης από τον Πρωθυπουργό λίγες μέρες πριν από τις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση και την Ευρωβουλή; Επιδιώκει μήπως σοβαρό διάλογο για συγκεκριμένες προτάσεις; Επιθυμεί να διεξαχθεί ο διάλογος στα τηλεοπτικά παράθυρα, όπου οι υποψήφιοι Δήμαρχοι και Ευρωβουλευτές, μεταξύ άλλων, θα πετούν και καμιά κουβέντα για το Σύνταγμα;

Το χειρότερο είναι ότι έτσι συνεχίζεται μια κάκιστη παράδοση. Το 2001, πάλι για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, χωρίς κανένας να ενδιαφέρεται και χωρίς οι ίδιοι οι Βουλευτές να γνωρίζουν τι ψηφίζουν, πραγματοποιήθηκε μια σαρωτική αναθεώρηση (άλλαξε 79 διατάξεις), η οποία ήταν μνημείο προχειρότητας και πολυλογίας. Το Σύνταγμά μας κατέληξε να περιέχει πάνω από 27.000 λέξεις, να είναι δηλαδή διπλάσιο σε μέγεθος από το μέσο Σύνταγμα της Ευρώπης των 28 που είναι περίπου 15.000 λέξεις. Μόλις πέντε χρόνια αργότερα εξαγγέλθηκε νέα εκτεταμένη αναθεώρηση που τελικά κατέληξε το 2008 στην αναθεώρηση τεσσάρων μόνο διατάξεων.

Στο ερώτημα γιατί αρέσει στους πολιτικούς μας να «παίζουν» κάθε λίγο και λιγάκι με το Σύνταγμα η απάντηση είναι απλή: επιχειρούν να καλύψουν την απροθυμία και την ανικανότητά τους να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε σημαντική μεταρρύθμιση με την εξαγγελία αναθεώρησης που λειτουργεί σαν πανάκεια για τη λύση όλων των προβλημάτων μας. Δεν υπάρχει κανείς σοβαρός άνθρωπος που να θεωρεί ότι το Σύνταγμα υπήρξε τροχοπέδη στις αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα.

Βεβαίως, το ερώτημα αν χρειάζεται ή όχι αναθεώρηση τίθεται ανεξαρτήτως των προθέσεων και των προεκλογικών παιχνιδιών του Πρωθυπουργού. Σε αυτό η απάντηση είναι αδίστακτα καταφατική. Μερικές διατάξεις, όπως π.χ. αυτή της ποινικής ευθύνης Υπουργών, είναι κοινός τόπος ότι πρέπει να αναθεωρηθούν. Άλλες, όπως η αναθεώρηση του άρθρου 16, είναι ώριμες από καιρό και μπορούν να προχωρήσουν.

Μεγάλες, όμως, θεσμικές αλλαγές, όπως η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με ταυτόχρονη ενίσχυση του ρόλου του ή η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, που, χωρίς καμία ιδιαίτερη σκέψη επαναφέρει ο Πρωθυπουργός, δεν μπορεί παρά να ενταχθούν σε μια γενικότερη συζήτηση που αφορά την όλη αρχιτεκτονική του πολιτεύματος. Απομονωμένες αυτές οι προτάσεις δεν σημαίνουν τίποτα και τα επιχειρήματα εναντίον τους είναι πολλά και πειστικά. Το ίδιο απερίσκεπτη είναι και η πρόταση για περιορισμό της επιλογής της δικαστικής ηγεσίας από την κυβέρνηση. Τα όρια της δικαστικής εξουσίας και ο έλεγχος αυτής είναι από τα πιο σημαντικά ζητήματα που πρέπει να μας απασχολήσουν.

Αν επιθυμούμε μια ουσιαστική αναθεώρηση ασφαλώς πρέπει να προσεγγίσουμε το ζήτημα με μια διαφορετική φιλοσοφία από εκείνη του παρελθόντος που συνεχίζει ο κ. Σαμαράς. Το Σύνταγμα αποτελεί καταστατικό νόμο που προορίζεται να διαρκέσει, ει δυνατόν, στο διηνεκές και, γι’ αυτό, πρέπει να περιέχει αποκλειστικά τις θεμελιώδεις και γενικές αρχές συγκρότησης μίας πολιτείας. Δεν είναι ένα κείμενο στο οποίο προσθαφαιρούμε λέξεις, προτάσεις και άρθρα κατά το δοκούν. Κυρίως, δεν είναι ένα κείμενο στο οποίο προσθέτουμε διατάξεις πολιτικού βερμπαλισμού (όπως π.χ., η πρόταση για την προστασία της εθνικής ταυτότητας και της ελληνικής γλώσσας) είτε διατάξεις οι οποίες είναι της αρμοδιότητας του κοινού νομοθέτη. Η συντριπτική πλειοψηφία των τριάντα προτάσεων του κ. Σαμαρά είναι αρμοδιότητας του κοινού νομοθέτη και θα μπορούσαν να είχαν ήδη υλοποιηθεί, αν υπήρχε στοιχειώδης πολιτική βούληση εκ μέρους του. Δεν απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση, για να μειωθεί ο αριθμός των βουλευτών ή της κυβέρνησης ή να επιταχυνθούν οι αποκρατικοποιήσεις και οι δημόσιες συμβάσεις. Η συμπερίληψη τέτοιων λεπτομερών διατάξεων στο Σύνταγμα όχι μόνο δημιουργεί προβλήματα, όπως έγινε στο παρελθόν με την περίπτωση του βασικού μετόχου, αλλά είναι αντίθετη στη δημοκρατική αρχή, καθώς αφαιρεί τη δυνατότητα από τον κοινό νομοθέτη να ρυθμίζει ένα ευρύ φάσμα κρίσιμων πολιτικών θεμάτων.

Το χειρότερο είναι ότι όλες αυτές οι άσχετες διατάξεις παράγουν τελικά ένα φλύαρο και αναποτελεσματικό Σύνταγμα, που δεν ξεχωρίζει σε τίποτα από τους κοινούς νόμους. Αν θέλουμε να κάνουμε μια σοβαρή αναθεώρηση, ας πάρουμε ένα ψαλίδι και ας κόψουμε τους βερμπαλισμούς και τις ανάρμοστες για ένα Σύνταγμα διατάξεις. Προφανώς, όμως, αυτό απαιτεί νηφαλιότητα, ενδελεχή συζήτηση με όλες τις πολιτικές δυνάμεις και συναίνεση για ένα λιτό Σύνταγμα που να περιλαμβάνει τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής μας συμβίωσης. Η πρόταση του κ. Σαμαρά δεν έχει τη παραμικρή σχέση με αυτές τις προυποθέσεις.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής, 11 Μαΐου 2014.

 

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της κυβέρνησης

Τα επικοινωνιακά παιγνίδια του Μαξίμου που κρύβουν την δύσκλολη πραγματικότητα

Ειλικρινά, σηκώνω τα χέρια ψηλά. Δεν μπορώ να παρακολουθήσω αυτό που γίνεται με τη δήθεν επικαιρότητα και τα όσα προκύπτουν ως «ζητήματα αιχμής» στη δημόσια συζήτηση. Το ένα θέμα διαδέχεται το άλλο με απίστευτη ταχύτητα και ένταση. Ξεσπά ορμητικά, με τις συνήθεις κορώνες και μεγαλοστομίες, για να σβήσει πριν καλά-καλά περάσει το 24ωρο. Αμφιβάλω αν υπάρχει άλλη χώρα που να παρουσιάζονται οι ειδήσεις με τόσο επιφανειακό τρόπο.

Ας θυμηθούμε τη διαδοχή μερικών πρόσφατων γεγονότων. Το μέγα σκάνδαλο της υπόθεσης Μπαλτάκου, η επανεμφάνιση της τρομοκρατίας με το αυτοκίνητο-βόμβα έξω από την Τράπεζα της Ελλάδος «έπαιξαν» στο ίδιο επίπεδο με το άρθρο του Νίκου Δήμου, τα προβλήματα του ψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ,  τα εσωτερικά του ΠΑΣΟΚ. Πολύ μελάνι χύθηκε, όλοι μίλησαν για όλα και δεν έμεινε τίποτα ουσιαστικό από τη συζήτηση. Κάποια θέματα, όπως είναι οι τεκμηριωμένες αντιρρήσεις διεθνώς για τον υπολογισμό του ελληνικού πρωτογενούς πλεονάσματος δεν συζητήθηκαν διόλου.

Δεν είναι άγνωστη αυτή η τακτική. Τα τελευταία χρόνια πυροτεχνήματα και κραυγές στρέφουν τη δημόσια συζήτηση μακριά από τα πραγματικά θέματα, τα οποία πρέπει να αναδείξουμε και να συζητήσουμε· ειδικά τα θέματα που δεν βολεύουν την κυβέρνηση ενόψει εκλογών. Διότι τη Νέα Δημοκρατία δεν βολεύει να μιλήσουμε ούτε για την οικονομία με τις μειούμενες εξαγωγές, ούτε για τις λειψές μεταρρυθμίσεις, ούτε για τη σωστή λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και των θεσμών.

Όσο κι αν η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να μας παρουσιάσει ως αποκλειστικά δικό της άθλο και επίτευγμα προσωπικό του Αντώνη Σαμαρά την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η πρόοδος που σημειώθηκε είναι το αποτέλεσμα ενός ολόκληρου λαού, το προϊόν των θυσιών όλων των Ελλήνων που με όλα τα μέτρα που έχουν υποστεί, δίκαια και άδικα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, συνέβαλαν στην επίτευξη μιας σχετικής δημοσιονομικής ισορροπίας.

Κακώς λοιπόν ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ επιχαίρουν με ξένα κόλλυβα. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ούτε τα συντρίμμια που άφησε  το 2009 η κυβέρνηση της ΝΔ στην οποία συμμετείχε ο κ. Σαμαράς, ούτε τις κορώνες «δεν θα συναινέσω στο λάθος του Μνημονίου», ούτε τα Ζάππεια και τα 18 δις ισοδύναμα που είχε εφεύρει. Στην πραγματικότητα εφάρμοσε όσα ξόρκιζε και τα αποτελέσματα για τα οποία επαίρεται θα μπορούσαν να είχαν επέλθει πιο γρήγορα και πιο ανώδυνα για τον τον ελληνικό λαό.

Ο κύριος Σαμαράς δεν δικαιούται να ομιλεί για δήθεν επιτυχίες και μεταρρυθμίσεις, όταν ο ίδιος συνεχίζει να βλέπει το κράτος ως λάφυρο  του κομματικού στρατού του. Παράτη σαρωτική κρίση, που δεν άφησε τίποτα όρθιο, η κυβέρνηση λειτουργεί με την νοοτροπία του παρελθόντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι κομματικοί διορισμοί ανθρώπων που θα έπρεπε να πάνε στα σπίτια τους. Ας μας υποδείξει κάποιος μία μεταρρύθμιση τον τελευταίο καιρό. Έχουμε μια κυβέρνηση που ξηλώνει ό,τι θετικό είχε γίνει τα τελευταία χρόνια, όπως για παράδειγμα το opengovή τον Καλλικράτη, ή την ενιαία φορολόγηση όλων των εισοδημάτων ανεξαρτήτως πηγής.

Την ίδια στιγμή που το επικοινωνιακό επιτελείο του Μαξίμου σκορπίζει παραπολιτικά σχόλια για τις «εντολές Σαμαρά» -αυτές που έχουν υποκαταστήσει τη λειτουργία των θεσμών, της Δημόσιας Διοίκησης και του κράτους- ο πρωθυπουργός έχει να επιδείξει ως μοναδικό του επίτευγμα τη λιγότερη δημοκρατία: δενγίνονται Υπουργικά Συμβούλια, κυβερνά μόνο με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και δεν εμφανίζεται στη Βουλή ώστε να λογοδοτήσει για τις αποφάσεις του. Στο ίδιο μοτίβο εξάλλου λειτουργούν και οι υπουργοί του. Κι αυτοί δεν πατούν ούτε  για τον στοιχειώδη κοινοβουλευτικό έλεγχο. Αυτό δεν είναι μόνο ασέβεια προς τους θεσμούς, είναι δυσλειτουργία της δημοκρατίας που δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Όσο κι να προσπαθεί ο κύριος Σαμαράς και η κυβέρνησή του να μας πείσουν για το αντίθετο, αδυνατούν να μας βγάλουν από την κρίση. Δεν μπορούν διότι είναι παλαιοκομματικοί. Δεν έχουν αλλάξει σε τίποτα και ο μανδύας του «μεταρρυθμιστή» που δοκίμασαν να φορέσουν δεν ξεγελά κανέναν.

Το υφιστάμενο πολιτικό κατεστημένο όχι μόνον φέρει βαριές ευθύνες για την ελληνική χρεοκοπία, αλλά είναι ανίκανο και να δώσει διέξοδο. Η χώρα χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας και μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη που οφείλει να συμβάλει στη ομαλή διακυβέρνηση μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, μέσα από διάλογο και συνεργασία. Πρέπει να υπάρξουν προγραμματικές συγκλίσεις, και ανανέωση του πολιτικού προσωπικού. «Το Ποτάμι» είναι εδώ για να δώσει μαζί με τους πολίτες αυτή τη μάχη. Δεν πρέπει να αφήσουμε το παλαιό πολιτικό κατεστημένο να μάς πάει πίσω, εκεί που χρεοκοπήσαμε…

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Και την πίτα γεμάτη και τον σκύλο χορτάτο

Υπάρχουν δύο όψεις στην υπόθεση της Σαμπιχά Σουλεϊμάν. Η πρώτη είναι η πολιτική. Αφού πρώτα επελέγη από τον ΣΥΡΙΖΑ ως υποψήφια του κόμματος για τις ευρωεκλογές, στη συνέχεια, χωρίς πολλά-πολλά, αποσύρθηκε η υποψηφιότητά της, προφανώς για λόγους ψηφοθηρικούς. Η κα Σουλεϊμάν αυτοπροσδιορίζεται ως Ελληνίδα μουσουλμάνα Ρομά και όχι ως μουσουλμάνα Τουρκάλα. Στον ΣΥΡΙΖΑ μέτρησαν τα κουκιά και τις αντιδράσεις των τουρκογενών μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης και κατάλαβαν ότι, εάν επέμεναν, οι τελευταίοι θα μποϋκοτάριζαν την υποψηφιότητά της. Λάθος πολιτική επιλογή; Όπως το κρίνει κανείς. Άλλος είπε ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ενέδωσε στις υποδείξεις του τουρκικού Προξενείου, άλλος ότι «εκλογές έρχονται, το ζητούμενο είναι να μαζέψουν τις ψήφους της μειονότητας». Βέβαιο είναι ότι έσπευσαν να αποφασίσουν μια υποψηφιότητα χωρίς να τους νοιάζει τι ακριβώς εκπροσωπεί αυτή και προφανώς χωρίς να έχουν καμία ουσιαστική επαφή με τη μειονότητα.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 24 Απριλίου 2014

Υπάρχει όμως και μια άλλη, πιο σημαντική διάσταση στο ζήτημα: η υποκριτική προσπάθεια να δικαιολογηθεί η αποπομπή της κας Σουλεϊμάν ως συνεπής με τον αγώνα για τα δικαιώματα της μειονότητας και τον αριστερό διμέτωπο αγώνα κατά τόσο του ελληνικού όσο και του τουρκικού εθνικισμού. Έτσι, ο υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ Δ. Χριστόπουλος υποστηρίζει το δικαίωμα των μουσουλμάνων της Δ. Θράκης να αυτοπροσδιορίζονται. Στην περίπτωση δηλαδή της μειονότητας να θεωρούν εαυτούς ως Τούρκους, Πομάκους, Ρομά, Έλληνες, Ιταλούς ή Σουηδούς. Ταυτόχρονα όμως καταγγέλλει τους μηχανισμούς του ελληνικού κράτους και την προπαγάνδα τους ότι η μειονότητα «δεν είναι ένα ενιαίο συμπαγές πράμα αλλά δύο και τρεις εθνοτικές ομάδες». Ο συλλογισμός του είναι στρεβλός. Από τη στιγμή που η μειονότητα είναι ένα «συμπαγές τουρκικό πράμα», ο ανεκτός αυτοπροσδιορισμός αναγνωρίζεται μόνο στους μουσουλμάνους που ταιριάζουν σε αυτό το σχήμα, δηλαδή τους τουρκογενείς. Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν βέβαια να αυτοπροσδιορίζονται αλλά σε αυτήν την περίπτωση, δυστυχώς γι΄αυτούς, αποτελούν και «δούρειους ίππους» του ελληνικού εθνικισμού. Όπως θα έλεγαν και οι Άγγλοι, με αυτόν τον τρόπο ο κ. Χριστόπουλος «βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο». Η γνησιότητα του αυτοπροσδιορισμού της κας Σουλεϊμάν αμφισβητείται καθώς δεν ταιριάζει με τη θέση του ότι η μειονότητα πρέπει οπωσδήποτε να θεωρηθεί ένα «συμπαγές τουρκικό πράμα».

Τώρα, μπορεί η μειονότητα να είναι όντως ένα «τουρκικό πράμα». Μπορεί και να είναι τρία, τέσσερα ή εκατό πράματα. Το ζήτημα δεν βρίσκεται εκεί αλλά αφορά, σε επίπεδο αρχών, το δικαίωμα κάθε μέλους της μειονότητας να αυτοπροσδιορίζεται. Εάν δεχθούμε αυτήν τη βασική αρχή, δεν μπορούμε στη συνέχεια να αρνούμαστε στην πράξη το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ανάλογα με τον επιθετικό προσδιορισμό που τοποθετούμε μπροστά από τη μειονότητα της Δυτικής Θράκης. Εάν ο αυτοπροσδιορισμός της κας Σουλεϊμάν είναι ψευδεπίγραφος, διότι η ίδια αποτελεί δούρειο ίππο του ελληνικού εθνικισμού, με την ίδια ευκολία θα μπορούσε να θεωρηθεί κίβδηλος και ο αυτοπροσδιορισμός του νέου υποψηφίου του ΣΥΡΙΖΑ, τουρκογενή μουσουλμάνου, διότι υπηρετεί τον δούρειο ίππο του τουρκικού εθνικισμού. Και πάει λέγοντας…

Δεν γίνεται να έχεις και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Και να είσαι υπέρ του αυτοπροσδιορισμού των μελών της μειονότητας και μετά να τους βαφτίζεις όπως εσύ θέλεις. Ή το ένα γίνεται ή το άλλο. Ο αγώνας κατά του εθνικισμού δεν έχει πρόσημο αριστερό, δεξιό, τουρκικό ή ελληνικό. Απαιτεί πρώτα απ΄όλα την απαλλαγή από την πολιτική ιδεοληψία.

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο, Uncategorized | Leave a comment