Γιατί η Ε.Κ. ανήκει σε αυτή εδώ τη χώρα

Σήμερα, την ίδια μέρα που ο Ομπάμα αναμένεται να ανακοινώσει μέτρα για τη νομιμοποίηση εκατομμυρίων μεταναστών που ζουν παράνομα στις ΗΠΑ, έγινε γνωστή η νέα ρύθμιση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς. Η νέα ρύθμιση ήταν αναγκαία μετά την απόφαση του ΣτΕ, η οποία έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο Ραγκούση που ρύθμιζε ικανοποιητικά το θέμα. Δεν έχει σημασία να επαναλάβω την κριτική που έχω ασκήσει σε μια απόφαση, η οποία θεωρώ ότι διεκδικεί τα πρωτεία της πλέον λανθασμένης νομικά και αυθαίρετης δικαστικής απόφασης της μεταπολίτευσης. Σημασία έχει να επαναλάβω ότι η απόφαση αυτή έκλεισε το δρόμο για πολιτογράφηση σε ορισμένους από τους καλύτερους νέους αυτής της χώρας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της Ε.Κ., η οποία γεννήθηκε το 1991 στην Κορυτσά της Αλβανίας. Το 1999, σε ηλικία οκτώ χρονών, εγκαταστάθηκε με τους γονείς και τα τρία αδέλφια της στην Ελλάδα. Πήγε στο δημοτικό και αμέσως άρχισε να μαζεύει διακρίσεις για τις επιδόσεις της. Το 2009 αποφοίτησε από το Λύκειο με άριστα και συνέχισε τις σπουδές της στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σήμερα «χρωστά» τέσσερα μαθήματα για να πάρει πτυχίο. Οι γονείς εργάζονται, οι δύο αδερφές είναι φοιτήτριες και ο αδερφός της μαθητής του Λυκείου. Μετά την απόφαση του ΣτΕ, η Ε.Κ. δεν μπορούσε να πάρει την ελληνική ιθαγένεια. Χωρίς ιθαγένεια αφενός δεν μπορεί να εγγραφεί για άσκηση στο Δικηγορικό Σύλλογο και να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου αφετέρου είναι υποχρεωμένη να ζητήσει άδεια παραμονής στη χώρα που βρίσκεται το σπίτι της, η οικογένειά της, οι φίλοι της, οι συμφοιτητές της. Δεν μπορεί να πάρει ιθαγένεια στη χώρα που έχει ζήσει τα δύο τρίτα της ζωής της.

Δεν είναι φοβερή αδικία; Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (το 80,4% σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση) συμφωνεί να χορηγείται ιθαγένεια στα παιδιά μεταναστών που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα. Η προτεινόμενη ρύθμιση, όμως, δυστυχώς δεν θέτει τέλος στην αδικία. Θέτει ως προϋπόθεση για την απόκτηση ιθαγένειας επιτυχή ολοκλήρωση εννέα τουλάχιστον τάξεων σχολείου ή επιτυχή ολοκλήρωση έξι τάξεων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή απολυτήριο λυκείου και ολοκλήρωση σπουδών σε σχολή ελληνικών πανεπιστημίων ή ΤΕΙ.  Όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις μπορούν να καταθέσουν αίτηση στα 16 τους για να αποκτήσουν την ιθαγένεια στα 18 τους.

Οι προϋποθέσεις αυτές καλύπτουν την περίπτωση της Ε.Κ. αλλά όχι του αδερφού της. Δεν καλύπτουν όλα τα παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα, τα οποία θα πρέπει να περιμένουν την ενηλικίωση τους για να πάρουν την ιθαγένεια. Μέχρι τότε, δεν θα είναι πολίτες καμιάς χώρας.

Η Ε.Κ., τα αδέρφια της, οι γονείς της, τα χιλιάδες παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα ανήκουν σε αυτή εδώ τη χώρα. Έχουν όλες τις προϋποθέσεις για να αναπτύξουν τις αρετές τους και να επιδείξουν φροντίδα ώστε να είμαστε όλοι καλά και να ζούμε καλά. Έχουν όλες τις προϋποθέσεις να αναπτύξουν τις αρετές που αναγνωρίζει ο Αριστοτέλης στους άριστους πολίτες. Αρκεί φυσικά να γίνουν πολίτες αυτής της χώρας.

 

 

 

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Φαιοκόκκινες γελοιότητες

Στις 2.11.2008 (σωστά το έγραψα 2008) δημοσιεύτηκε στην Athens Voice άρθρο μου που ασκούσε κριτική στον Στάθη, τότε σκιτσογράφο της Ελευθεροτυπίας. Το θυμήθηκε με αφορμή τον εμπρησμό της Athens Voice και αναφέρθηκε σε αυτό στο παρακάτω σχόλιο:

“Και ο φασίστας (κι ας δηλώνει αναρχικός) καίει την Athens Voice και ξεσπά κύμα συμπαράστασης στη εφημερίδα, συμπεριλαμβανομένης και της ολόθερμης δικής μου. Συμπαρίσταμαι, παρά τις ιδεολογικές μας διαφορές (και μάλιστα εξαιτίας των διαφορών μας), ολόψυχα και εδραία στην Athens Voice, απ’ τις στήλες της οποίας ο κ. Τσακυράκης ζητούσε να μου «απαγορευθεί» το δικαίωμα να γράφω. Τότε, ο εκδότης της Athens Voice εποιείτο την νήσσαν στο όνομα της ελευθερίας του κ. Τσακυράκη στην άποψή του. Τώρα ορισμένοι φασίστες (κι ας δηλώνουν αναρχικοί) καίνε την εφημερίδα στο όνομα της δικής τους ελευθερίας στην άποψη. Αδιέξοδο;”

Όσοι γνωρίζουν τις απόψεις μου ασφαλώς δεν θα πιστέψουν ότι ήταν ποτέ δυνατόν να ζητήσω εγώ την απαγόρευση οποιουδήποτε κειμένου (τη λέξη την απαγόρευση την βάζει σε εισαγωγικά) και φυσικά έτσι είναι. Δεν θα έμπαινα στο κόπο να διαψεύσω τον Στάθη αν δεν μου έδινε την ευκαιρία να θυμηθώ το παλιό μου κείμενο, το οποίο θεωρώ δίκαιο και ο ίδιος συνεχίζει να το επιβεβαιώνει. Ιδού αυτούσιο το παλιό μου άρθρο:

Φαιοκόκκινες αγριότητες

Είμαι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της ελευθερίας του λόγου, γι’ αυτό διαφωνώ με τις διατάξεις που ισχύουν σε κάποιες χώρες της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία), οι οποίες απαγορεύουν το μισαλλόδοξο λόγο. Είμαι αντίθετος με τις απαγορεύσεις, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι σε μια δημοκρατία το μόνο αντίδοτο στον κακό λόγο είναι ο αντίλογος. Ο αντίλογος, όμως, είναι βασικό στοιχείο της θέσης μου, γι’ αυτό θεωρώ ότι δεν πρέπει ο μισαλλόδοξος λόγος να περνά απαρατήρητος ούτε να αντιμετωπίζεται περιπαικτικά.

Δεν μπορώ, επομένως, να ξεκαρδίζομαι στα γέλια (όπως ο Γ. Γιαννουλόπουλος) όταν διαβάζω κείμενα του Στάθη. Μπορεί η θεώρηση που έχει για τον κόσμο με τους πέντε έξι βασικούς εχθρούς (Αμερικανοί, καπιταλιστές, νεοφιλελεύθεροι, τραπεζίτες, εκσυγχρονιστές, παπαγαλάκια) και το λαό που δεν καταλαβαίνει και πρέπει να αφυπνισθεί να είναι διασκεδαστική. Μπορεί, επίσης, να είναι αστεία η ασυγκράτητη προκατάληψή του που τον κάνει να χάνει κάθε μέτρο, όπως π.χ. συνέβη με τον Ομπάμα, τον οποίο χαρακτήρισε μίστερ Τίποτα και κύριο Κανένα.

Δεν είναι, όμως, για γέλια η βιαιότητα του λόγου του και η καλλιέργεια τέτοιου μίσους εναντίον των αντιπάλων του, ώστε η εξόντωσή τους να απομένει ως η μόνη λογική κατάληξη. Θα αναφερθώ σε δύο μόνο παραδείγματα. Παράδειγμα πρώτο: Είναι γνωστή η αντίδρασή του στο βιβλίο Ιστορίας της κ. Ρεπούση. Οι αναφορές του σε αυτή συνεχίστηκαν τακτικά, τις περισσότερες φορές παρεμπιπτόντως και αφού είχε λήξει η διαμάχη για το βιβλίο. Έτσι, η καθηγήτρια κ. Ρεπούση χλευάστηκε επειδή θα προΐστατο «σειράς σεμιναρίων με θέμα πώς να διδάσκεται το Ολοκαύτωμα στο Νηπιαγωγείο και στο Δημοτικό Σχολείο». Δηλαδή, κατά τον Στάθη, μετά το άθλιο βιβλίο που έγραψε, προφανώς, δεν δικαιούται πλέον διά να ομιλεί για οποιοδήποτε θέμα, πόσο μάλλον να παίρνει μέρος σε σεμινάρια. Με αφορμή το ντοπάρισμα της κ. Χαλκιά στους Ολυμπιακούς Αγώνες ο Στάθης κατέληγε στο σχόλιό του ως εξής: «Σαν αυτός ο τόπος να μην αντέχει πια κανένα πρόταγμα (sic), κανέναν ήρωα, σαν να πρέπει να τα ξεφτιλίζει όλα, ώστε να συνεχίσουν να κάνουν κουμάντο οι “κομιστές”, οι νταβατζήδες, τα ρεπουσοειδή… (ω! ναι, στο ίδιο κόλπο της αυτοαπαξίωσής μας είναι και αυτή η ρηχόκαρδη ελίτ». Δηλαδή αν το καλοσκεφθεί κανείς, η κ. Ρεπούση και η ελίτ που είναι μαζί της συνδέονται με όλα τα κακά του τόπου, ακόμη και με το ντοπάρισμα, ακριβώς όπως οι Εβραίοι στη ναζιστική Γερμανία ήταν η αιτία κάθε αρρώστιας και κακοδαιμονίας του γερμανικού λαού.

Παράδειγμα δεύτερο: Γράφοντας εναντίον του κ. Εφραίμ, αφού ζήτησε να βρεθεί κάποιος να του «ξυρίσει το τρισάθλιο κεφάλι», κατέληξε ως εξής: «Αν ο άθλιος αυτός πάπαρδος ζούσε στο Βυζάντιο (του οποίου την… οθωμανική κληρονομιά απολαμβάνει), θα τον άλειφαν πίσσα (κι όχι πούπουλα) και θα τον άναβαν να φωτίζει το βράδυ το λιμάνι του Βουκουλέοντα – να φανεί σε κάτι έστω για μια φορά χρήσιμος! Καθότι, παρ’ ότι γενικώς φιλάνθρωπη (sic) στους νόμους της εκείνη η κοινωνία, για τους καταχραστές θεομπαίχτες διέθετε μόνον κάθαρση κι όχι έλεος…» Ο κ. Εφραίμ μπορεί να έχει κάνει πολλά εγκλήματα στη ζωή του αλλά, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει καταδικασθεί ακόμη για κανένα αδίκημα. Προφανώς λίγη σημασία έχει το γεγονός αυτό, αφού έχει καταδικασθεί από το φιλάνθρωπο γελοιογράφο. Ο κ. Εφραίμ είναι τυχερός που δεν ζει στο Βυζάντιο ή στην κοινωνία που οραματίζεται ο Στάθης, όπου οι άνθρωποι μετρούν βάσει της χρησιμότητάς τους και η δική του δεν είναι άλλη από το να γίνει δαυλός για να φωτίζει το λιμάνι.
Την κατηγορία του χιτλερικού ο Στάθης την απευθύνει με αφάνταστη ευκολία προς όσους αντιμάχεται. Τελευταία αναρωτήθηκε αν ο Ομπάμα είναι ή όχι Χίτλερ και η επιστημονική του απάντηση ήταν «όχι – τουλάχιστον όχι ακόμα». Δεν του περνά από το μυαλό ότι η μισαλλοδοξία που εκφράζουν τα γραπτά του στην πραγματικότητα δεν διαφέρει σε τίποτε από τον τρόπο που έγραφαν οι υποστηρικτές του φασισμού και του ολοκληρωτισμού. Έβαζαν στο στόχαστρο ομάδες ανθρώπων (Εβραίοι, μουζίκοι) ή και μεμονωμένα άτομα, τους επιτίθεντο με αφάνταστη λεκτική βιαιότητα, τους εμφάνιζαν ως υπανθρώπους, αιτία όλων των δεινών του κόσμου, και ζητούσαν να κρεμαστούν ανάποδα.

Βεβαίως η φραστική αγριότητα του Στάθη, σε αντίθεση με αυτή των πρώτων διδαξάντων, δεν έχει στην εποχή μας δόντια, είναι απίθανο να συμβάλει στην επικράτηση του ολοκληρωτισμού στην Ελλάδα. Αρκεί, όμως, η διαπίστωση αυτή για να μας κάνει να γελάμε με αυτά που γράφει;

Athens Voice, 20.11.2008

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Τι καλείται να κρίνει ο δικαστής;

Στη συζήτηση της αίτησης ακύρωσης κατά της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές ενώπιον της Ολομελείας του ΣτΕ ο Πρόεδρος κ. Σ. Ρίζος είχε την τιμητική του. Από την έδρα, κατά το ρεπορτάζ της εφημερίδας το Βήμα, έκανε διάφορες παρατηρήσεις, οι οποίες, εκτός του ότι εκδήλωσαν τη δυσφορία του με το μέτρο, αποκάλυψαν βαθιά παρεξήγηση για τον δικαστικό έλεγχο που καλούνταν να πραγματοποιήσει και για το ρόλο τελικά του ίδιου του δικαστή.

Κατ’ αρχάς, ο κ. Σ. Ρίζος φέρεται να έκανε την παρατήρηση ότι «ο ανταγωνισμός δεν είναι υπεράνω των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν είναι υπεράνω από δόγμα και θρησκεία». Φυσικά όχι μόνον ο ανταγωνισμός αλλά τίποτα δεν είναι υπεράνω κανενός δικαιώματος, όχι μόνον των εργαζομένων αλλά οποιουδήποτε πολίτη. Και φυσικά τίποτα δεν δικαιολογεί παραβίαση της θρησκευτικής ή άλλης ελευθερίας. Αυτό, όμως, είναι το ζητούμενο της δίκης. Διεξάγεται για να κριθεί (και φυσικά να αιτιολογηθεί) κατά πόσον υπάρχει κάποια προσβολή δικαιώματος ή όχι. Η δήλωση ότι χάριν του ανταγωνισμού  παραβιάζονται δικαιώματα απλώς δημιουργεί προκατάληψη εναντίον του μέτρου.

Στη συνέχεια ο κ. Σ. Ρίζος φέρεται να δήλωσε ότι το Δικαστήριο «αφουγκράζεται τη ροή των πραγμάτων» και παρατήρησε: «Δηλαδή, θα έρθει ο Ιταλός τουρίστας στην οδό Πανεπιστημίου την Κυριακή για να ψωνίσει;» Και προσέθεσε ο πρόεδρος τους ΣτΕ: «Αυτά είναι πράγματα ξένα προς την πραγματικότητα».  Ειλικρινά δεν ξέρω αν το Δικαστήριο αφουγκράζεται ή όχι και δεν με ενδιαφέρει διόλου, αφού δεν θεωρώ ότι του έχει ανατεθεί τέτοιος ρόλος. Όπως δεν του έχει ανατεθεί ο ρόλος να παρατηρεί αν ψωνίζει ο Ιταλός τουρίστας την Κυριακή, διότι η παρατήρησή του δεν έχει καμιά σημασία για την κρίση του. Θα άλλαζε, άραγε, αυτή αν παρατηρούσε όλους τους Ιταλούς να ψωνίζουν τις Κυριακές;

Το ερώτημα αυτό σχετίζεται με το ζήτημα αν υπήρξαν ή όχι μελέτες που αποδείκνυαν ότι το μέτρο είναι οικονομικά επωφελές. Κατά το ρεπορτάζ, ο Πρόεδρος του ΣτΕ ήταν, «αρκετά σκληρός λόγω της μη ύπαρξης των αναγκαίων μελετών πριν από την έκδοση της απόφασης για την κυριακάτικη λειτουργία των καταστημάτων». Στις διαβεβαιώσεις δε των δικηγόρων του δημοσίου ότι θα τις προσκομίσουν ο κ. Ρίζος είπε: «Όταν αλλάζει η ζωή των ανθρώπων πρέπει να έχετε κάνει μεγάλη μελέτη» και σημείωσε: «Πολύ παίζουν με τα δικαστήρια οι πολιτικοί και η δημοσιογραφία».

Η πολλή συζήτηση για τις μελέτες υποδηλώνει την παρεξήγηση ότι το Δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει αν το μέτρο είναι οικονομικά επωφελές ή όχι και, κατά συνέπεια, αυτές ή οι εμπειρικές παρατηρήσεις είναι αναγκαίες για την κρίση του. Η εκτίμηση, όμως, της οικονομικής ωφέλειας του μέτρου, ανήκει στο νομοθέτη και όχι στο δικαστή. Βεβαίως, είναι πάντοτε ευχής έργο κάθε μέτρο να στηρίζεται σε μελέτη του ζητήματος που ρυθμίζει. Δεν είναι όμως δουλειά του δικαστή να κρίνει αν ο νομοθέτης είναι απερίσκεπτος ή πρόχειρος. Την αξιολόγηση θα κάνει ο λαός, ο οποίος και θα κρίνει αναλόγως στις επόμενες εκλογές.

Τα πράγματα είναι διαφορετικά αν το μέτρο θίγει δικαιώματα του ανθρώπου. Τότε ασφαλώς ο δικαστής θα ελέγξει το νομοθέτη και θα εξασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων. Και στην περίπτωση αυτή, όμως, οι περίφημες μελέτες επί του θέματος δεν έχουν καμιά σημασία. Η παραβίαση δικαιωμάτων δεν δικαιολογείται επειδή κάποιο μέτρο είναι οικονομικά επωφελές. Με απλά λόγια, αν το μέτρο των ανοικτών καταστημάτων τις Κυριακές θίγει κάποιο δικαίωμα, τότε θα κριθεί ως αντισυνταγματικό, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν μελέτες που αποδεικνύουν ότι είναι οικονομικά επωφελές. Αντίθετα, αν δεν θίγει κάποιο δικαίωμα, θα κριθεί συνταγματικό, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν μελέτες που συνηγορούν για την λανθασμένη επιλογή του μέτρου.

Το «φέρτε μου τις μελέτες» υποδηλώνει έναν έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου τον οποίο ο δικαστής δεν έχει αρμοδιότητα να κάνει, εκτός κι αν διεκδικεί να είναι αυτός ο τελικός κριτής όλων των αποφάσεων σε μια κοινωνία. Ο κ. Σ. Ρίζος φαίνεται να νομίζει ότι είναι θεμιτό να τραβά το αυτί σε όσους θεωρεί ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Από την έδρα δεν είχε κανένα πρόβλημα να κατηγορήσει τους πολιτικούς και τη δημοσιογραφία ότι «παίζουν με τα δικαστήρια». Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος δεν σηκώνει καθόλου κριτική. Προ καιρού π.χ. με αφορμή μια κριτική για τη λειτουργία της δικαιοσύνης εξέδωσε οργίλη ανακοίνωση εναντίον όσων εξυφαίνουν σχέδια υπονόμευσης του κύρους της.

Να εξομολογηθώ την αμαρτία μου: την αντίληψη ότι ο δικαστής είναι τελικός κριτής κάθε απόφασης σε μια κοινωνία και συγχρόνως υπεράνω κριτικής τη θεωρώ προβληματική για τη δημοκρατία.

Posted in Σχόλια | 1 Comment

Δεν θα κάνουν αυτά που λένε

Συνήθως οι πολιτικοί δίνουν υποσχέσεις που δεν τις τηρούν όταν έρθουν στην εξουσία. Ορθά κατακρίνονται για την αθέτηση των υποσχέσεών τους επειδή η ίδια η έννοια της κοινωνικής συμβίωσης και της συνεργατικής δραστηριότητας απαιτούν γενικά τη τήρηση των λόγων μας. Σκεφθείτε το πιο απλό παράδειγμα. Λέω σε κάποιον να συναντηθούμε αύριο στο τάδε μέρος και αυτό που εννοώ και πρέπει ο άλλος να καταλάβει είναι ότι η συνάντηση μπορεί και να μη γίνει καθόλου και, επομένως, είτε αυτός είτε εγώ μπορεί να μην εμφανιστούμε στη συνάντηση. Αν υιοθετήσουμε την αρχή ότι δεν τηρούμε ή δεν εννοούμε αυτά που λέμε τότε είναι αδύνατη οποιαδήποτε συνεργατική δραστηριότητα.

Αυτήν ακριβώς την αρχή κινδυνεύουμε να ακολουθήσουμε στην Ελλάδα όταν προεξοφλούμε ότι κάποιες πολιτικές υποσχέσεις απλούστατα δεν εννοούνται στα σοβαρά. Για παράδειγμα, όλο και περισσότεροι ισχυρίζονται ότι «αν ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει στην εξουσία δεν θα κάνει αυτά που λέει. Το ίδιο συνέβη και με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Όταν κέρδισε τις εκλογές εγκατέλειψε το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και μετέθεσε την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού σε μελλοντική ημερομηνία.» Το μεγάλο πρόβλημα με αυτόν τον συλλογισμό δεν είναι τόσο οι απλουστευτικές εξομοιώσεις καταστάσεων και προσώπων (το 1981 δεν είναι ίδιο με το 2014 ούτε το ΠΑΣΟΚ με τον ΣΥΡΙΖΑ) όσο η παραδοχή ότι η πολιτική μπορεί να διεξάγεται με εξαγγελίες που κανείς δεν πρέπει να τις παίρνει στα σοβαρά.

Ασφαλώς και θεωρώ προτιμότερη μια μεγάλη πολιτική στροφή από τον σοσιαλισμό στις 18 ή το σκίσιμο του Μνημονίου στο προαύλιο της Βουλής. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ ως αιτιολογία πολιτικής θέσης και ψήφου την εκτίμηση ότι δεν θα γίνουν όσα κατά καιρούς εξαγγέλλονται. Το απαράδεκτο δεν έγκειται στο κατά πόσον η συγκεκριμένη εκτίμηση είναι ορθή ή λανθασμένη αλλά στο ότι βασίζεται στην παραδοχή ότι βαρύνουσα σημασία δεν έχει αυτό που λέγεται αλλά αυτό που εκτιμάται ότι θα γίνει. Αν οι επιλογές δεν γίνονται στη βάση αρχών αλλά στη βάση εκτιμήσεων υποβαθμίζεται και το αίσθημα ευθύνης του πολίτη. Άλλο πράγμα είναι να αποδειχθεί ότι είχα λάθος θέσεις και διαφορετικό είναι το λάθος εκτίμησης. Το λάθος εκτίμησης είναι ικανό να «ελαφρύνει» οποιοδήποτε λάθος επιλογής.

Πολλοί πολίτες διαπιστώνουν ότι η σημερινή κυβέρνηση διαιωνίζει την κρίση και τα αδιέξοδα της κοινωνίας μας. Όσοι από αυτούς πείθονται ότι οι θέσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποτελούν διέξοδο δεν έχουν κανένα πρόβλημα αιτιολόγησης της επιλογής τους και ανάληψης της ευθύνης για τη στάση τους. Όσοι, όμως, δεν πείθονται πρέπει να γνωρίζουν ότι οι εκτιμήσεις που εκφράζουν ευσεβείς πόθους δεν αποτελούν επαρκή αιτιολογία επιλογής ούτε στάση ευθύνης.

 

 

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Η κοινωνική δύναμη του Λαφαζάνη

«Ο Λαφαζάνης προελαύνει» ήταν ο τίτλος του capital.gr με την επίδειξη δύναμης της Αριστερής Πτέρυγας στην τελευταία ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ. Διερωτάται κανείς ποια άραγε επιρροή έχει στο εκλογικό σώμα η ομάδα αυτή που τόση δύναμη διαθέτει στον κομματικό μηχανισμό. Με άλλα λόγια, διερωτάται κανείς αν ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού λαού συμμερίζεται τις παλαιολιθικές θέσεις μιας αριστεράς που έχει προ πολλού εκλείψει από όλη σχεδόν την υφήλιο.

Η εκτίμησή μου είναι ότι όχι μόνον δεν υπάρχει κάποια αντιστοιχία επιρροής, αλλά ότι η ανταπόκριση που έχει στο εκλογικό σώμα πρέπει να υπολογιστεί στα επίπεδα που είχε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από την κρίση. Αυτό σημαίνει κάπου γύρω στο 1,5-2%, δηλαδή περίπου στο ένα τρίτο της τότε εκλογικής δύναμης του κόμματος. Η ραγδαία άνοδος στις εκλογές δεν συνοδεύτηκε (δεν ήταν δυνατόν άλλωστε) με αντίστοιχη άνοδο και αλλαγή στη σύνθεση του κομματικού μηχανισμού. Όλοι λένε ότι δεν σφύζουν από μαζικότητα οι κομματικές οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι διευθύνονται από τους «παλιούς».  Αυτοί οι «παλιοί» έδωσαν την εκλογική μάχη στις πρόσφατες εκλογές της αυτοδιοίκησης και τα αποτελέσματα σε πολλές περιοχές υπολείπονταν σημαντικά του πανελλαδικού ποσοστού του κόμματος.

Ολόκληρος ο τίτλος του capital.gr ήταν «Ο Λαφαζάνης προελαύνει, ο Τσίπρας υποχωρεί». Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η εκτίμηση είναι ορθή, αλλά, αν δεν υπάρχει πραγματική δύναμη, δεν βλέπω γιατί να υπάρχει «υποχώρηση».

 

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Συνδικαλιστική αργία

Ο Υπουργός Παιδείας Ανδρέας Λοβέρδος επανέφερε μία μέρα αργίας στα σχολεία για να μπορούν οι εκπαιδευτικοί να συμμετέχουν στις συνδικαλιστικές γενικές συνελεύσεις τους. Την ονομάζει βεβαίως «συνδικαλιστική άδεια» αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για αργία εφόσον είναι υποχρεωτική για όλους τους εκπαιδευτικούς είτε αυτοί προτίθενται να συμμετέχουν στις συνελεύσεις είτε όχι, με συνέπεια να κλείνουν τα σχολεία.

Η αργία για συνδικαλισμό – μια πρακτική που εφαρμόστηκε κατά κόρον στο δημόσιο τα τελευταία χρόνια – αποτελεί άλλη μια ακατανόητη ιδιομορφία της δημοκρατίας μας. Πρώτον, διότι η συνδικαλιστική δραστηριότητα αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του εργαζομένου και προφανώς περιλαμβάνει την ελευθερία της μη συμμετοχής σε οποιαδήποτε συνδικαλιστική δραστηριότητα. Για όσους, λοιπόν, δεν επιθυμούν ανάμιξή τους με τον συνδικαλισμό η υποχρέωση τους σε αργία αποτελεί προσβολή της δικής τους συνδικαλιστικής ελευθερίας.

Δεύτερον, με δεδομένο ότι η ανεξαρτησία των συνδικαλιστικών ενώσεων από την κρατική εξουσία είναι βασική προϋπόθεση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, το κράτος δεν πρέπει να ανακατεύεται με τον συνδικαλισμό ούτε με το πρόσχημα της διευκόλυνσής του. Όταν μάλιστα πρόκειται για ιδιαίτερη ρύθμιση που αφορά μόνο κάποιους τομείς του Δημοσίου, τότε πρόκειται για ανεπίτρεπτη συναλλαγή αφού το κράτος έχει εν προκειμένω την ιδιότητα του εργοδότη.

Είναι γνωστό ότι εκτός δημοσίου ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα είναι αδύναμος έως ανύπαρκτος. Αυτός που έχει κάποια δύναμη είναι ο λεγόμενος κρατικοδίαιτος συνδικαλισμός, δηλαδή εκείνος που αντλεί τη δύναμή του από τη στήριξη του κράτους. Εκ πρώτης όψεως η στήριξη αυτή φαίνεται παράδοξη: το κράτος-εργοδότης στηρίζει τους συνδικαλιστές στον αγώνα εναντίον του! Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για διαπλοκή και αλληλοστήριξη. Τα κόμματα εξουσίας παρείχαν προνόμια και λάμβαναν ως αντάλλαγμα πολιτική υποστήριξη.

Δεν έχει νόημα να αναφερθούμε εδώ στη διαπλοκή του λεγόμενου κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού με τα πολιτικά κόμματα εξουσίας. Η κοινή γνώμη, άλλωστε, έχει κατασταλαγμένη άποψη επί του θέματος. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι να επισημάνουμε ότι η επαναφορά της αργίας στα σχολεία για συνδικαλιστικές συνελεύσεις συνεχίζει την παλαιοκομματική πρακτική, που αφενός υπονομεύει την αυθεντικότητα της συνδικαλιστικής δραστηριότητας αφετέρου εκπέμπει ένα αντιδραστικό μήνυμα για όλη την κοινωνία.

Η αυθεντική συνδικαλιστική δράση είναι πάνω από όλα εκούσια και, επομένως, δεν είναι νοητό να συνδυάζεται με αργομισθία. Μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα το κράτος παρέχει απολαβές για συμμετοχή σε οργανώσεις ή συγκεντρώσεις. Σε όλες τις δημοκρατικές χώρες οι συνδικαλιστικές συνελεύσεις των εργαζομένων γίνονται εκτός ωραρίου εργασίας και φυσικά χωρίς «αποζημίωση» για τον χρόνο που διαθέτουν οι συμμετέχοντες.

Πέραν, όμως, της αυθεντικότητας, υπάρχει το ζήτημα του μηνύματος που εκπέμπεται από το γεγονός ότι τα πάντα υποχωρούν μπροστά στον συνδικαλισμό. Τα παιδιά στο σχολείο προσλαμβάνουν την ιδέα ότι η κοινωνία αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στον συνδικαλισμό παρά στην εκπαιδευτική διαδικασία στην οποία αυτά συμμετέχουν. «Σιγά, δεν χάνεται η παιδεία με μια μέρα αργία» θα αντιτείνει κανείς. Κι όμως χάνεται, όχι βέβαια από την αργία, αλλά επειδή υπονομεύεται η αίσθηση ότι στο σχολείο επιτελείται ένα έργο σοβαρό, το οποίο δεν συγκρίνεται κάθε φορά με άλλα έργα και δραστηριότητες.

Επιπλέον, αν αναλογισθεί κανείς ότι ο συνδικαλισμός αποτελεί την κατ’ εξοχήν συντεχνιακή διεκδίκηση σε μια κοινωνία, τότε το μάθημα που τα παιδιά προσλαμβάνουν είναι ότι το γενικό συμφέρον υποχωρεί μπροστά στα συμφέροντα ομάδων ή προσώπων. Δεν είναι τυχαίο ότι ως κοινωνία δεν μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ γενικού συμφέροντος και συντεχνιακών αιτημάτων. Όλες οι διεκδικήσεις θεωρούνται εκ προιμίου δίκαιες ανεξάρτητα από τι διεκδικούν.

Η επαναφορά της συνδικαλιστικής αργίας στα σχολεία από τον κ. Ανδρ. Λοβέρδο μας γυρίζει πίσω στις χειρότερες στιγμές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας. «Κλείνει το μάτι» στους συνδικαλιστές σε μία απόπειρα αποκατάστασης του πολιτικού και συνδικαλιστικού κατεστημένου, χωρίς να νοιάζεται για το κακό που κάνει.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 19 Οκτωβρίου 2014

 

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Το Ποτάμι στο μέσον του αδιέξοδου δικομματισμού

Νομίζω ότι είναι ορθή η εκτίμηση πως το πολιτικό σκηνικό της χώρας εξακολουθεί να είναι το ίδιο ζοφερό με αυτό που επικράτησε σε όλη τη διάρκεια της κρίσης. Παρά το γεγονός ότι με αφάνταστες θυσίες και αδικίες, επιτεύχθηκε μια δημοσιονομική ισορροπία και ο κίνδυνος μιας άμεσης χρεοκοπίας φαίνεται να απομακρύνθηκε προς το παρόν, η αίσθηση είναι ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.

Η κυβέρνηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ παρουσιάζουν την κρίση σαν μια επώδυνη μακρά παρένθεση που όπου νάναι τελειώνει και βαυκαλίζονται ότι μπορούν ανέξοδα να κάνουν ό,τι ακριβώς έκαναν και στο παρελθόν: να κτίζουν πελατειακές σχέσεις και να στηρίζονται σε αυτές, να διορίζουν και να διανέμουν προνόμια. Είναι απίστευτη η ένδεια που επιδεικνύει η συντηρητική παράταξη για την εξήγηση των αιτιών της δεινής κρίσης και ακόμη πιο απίστευτη η επιμονή της στις πρακτικές και τις πολιτικές που μας έφεραν στη κατάσταση που βρισκόμαστε. Από την πλευρά του το ΠΑΣΟΚ έχει εγκαταλείψει τελείως το «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» και συμμετέχει ενεργά στη νομή της εξουσίας με τον παλιό γνώριμο τρόπο. Η στάση του καθιστά αναξιόπιστη την όποια πρότασή του για ανασυγκρότηση του μεσαίου χώρου, η οποία δικαιολογημένα εκλαμβάνεται από τους πολίτες σαν απλό εκλογικό τέχνασμα. Ο τελευταίος ανασχηματισμός συμβολίζει με τον πιο έκδηλο τρόπο τον αυτισμό των εταίρων προς κάθε αίτημα αλλαγής.

Με χίλια ζόρια και με τις πιέσεις των ξένων κρατηθήκαμε στην επιφάνεια αλλά με την αναβίωση απαράλλακτης της παλαιοκομματικής πρακτικής του παρελθόντος αυτή η κυβέρνηση μας οδηγεί σταθερά σε νέες περιπέτειες. Είναι μια απογοητευτική για τη χώρα κυβέρνηση που θα είχε προ πολλού καταρρεύσει αν δεν υπήρχε ο φόβος της αντιπολίτευσης. Όσο και να ακούγεται παράδοξο είναι η αντιπολίτευση με την πολιτική της που κρατά ζωντανή αυτή τη κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ παράβλεψε τις ιδιομορφίες της παθογένειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος και είδε την κρίση ως ευκαιρία καταγγελίας της οικονομίας της αγοράς, της Ευρώπης και του Ευρώ. Κατά καιρούς παρουσίασε ως πρότυπα τη Βενεζουέλα ή την Αργεντινή ενώ υποδαύλισε την οργή των δοκιμαζόμενων πολιτών και συμπαρατάχθηκε σε κάθε συντεχνιακό αίτημα δίκαιο ή άδικο.

Η ειρωνεία είναι ότι όσο λιγότερο πιστεύει ο κόσμος τη ρητορεία της αντιπολίτευσης, όσο απομακρύνεται ο φόβος για τη δήθεν μεγάλη αλλαγή, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να κερδίσει τις εκλογές. Με άλλα λόγια θα τις κερδίσει στο βαθμό που διαφαίνεται, αυτό που πρώτοι είδαν οι εργατοπατέρες που έσπευσαν στις τάξεις της: ότι τίποτα ουσιαστικά δεν θα αλλάξει εκτός φυσικά από την εναλλαγή των προσώπων στην εξουσία. Η μεγαλύτερη ουσιαστική μομφή προς την αντιπολίτευση είναι ότι με τις γενικόλογες καταγγελίες άφησε στο απυρόβλητο τις πρακτικές του παλαιοκομματικού συστήματος διακυβέρνησης και έτσι υπονόμευσε την απαίτηση για συγκεκριμένες ριζικές αλλαγές.

Ισχύει για την αντιπολίτευση το ίδιο που ισχύει για την κυβέρνηση: θα είχε προ πολλού αποδυναμωθεί αν δεν είχε απέναντί της μια πολύ κακή κυβέρνηση. Το ευτύχημα είναι ότι αρκετοί πολίτες αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο στο οποίο μας οδηγούν ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ και δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν αυτοδυναμία είτε στο ένα είτε στο άλλο κόμμα. Ποια, όμως, πολιτική δύναμη μπορεί να συμπράξει με ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ για μια λογική διακυβέρνηση της χώρας; Τα κόμματα-τέρατα της κρίσης και το ΚΚΕ δεν είναι υποψήφιοι. Μένουν το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ που βρίσκεται σε κρίση και το ΠΟΤΑΜΙ. Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ έχουν στη πλάτη τους το βάρος της αποτυχημένης συγκυβέρνησης και άρα δεν μπορούν πειστικά να προβάλουν ως τρίτος πόλος.

Το Ποτάμι είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να απευθυνθεί σε όσους πολίτες απορρίπτουν το δίλημμα ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ και να ζητήσει τη δύναμη για να εγγυηθεί μια διακυβέρνηση που δεν θα βάλει τη χώρα σε περιπέτειες και θα κρατήσει ανοικτή την προοπτική των μεταρρυθμίσεων. Βεβαίως, όπως πολλές φορές είπε ο Σταύρος Θεοδωράκης, το Ποτάμι δεν δημιουργήθηκε για να διεκδικήσει ένα κομμάτι εξουσίας. Φιλοδοξεί να συμβάλει στις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα. Όμως δεν επιτρέπεται σε μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη να αδιαφορεί για την δυνατότητα κυβερνητικής λύσης περιμένοντας να έρθει η ώρα για το δικό της πρόγραμμα. Άλλωστε η άρνηση σύμπραξης στις σημερινές περιστάσεις δεν θα σήμαινε παρά, μετά από αλλεπάλληλες εκλογές, αυτοδυναμία ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή μια λύση καταστροφική.

Πρέπει, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε ότι παρόλο που είμαστε μια νέα πολιτική δύναμη, δεν θα καθίσουμε στην άκρη, καθαροί και αμόλυντοι, αλλά εφόσον έχουμε τη δυνατότητα θα συμβάλλουμε σε μια κυβερνητική λύση είτε πρώτο κόμμα έρθει η ΝΔ είτε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μερικοί μας λένε: δεν μπορεί και με τους δύο, διαλέξτε. Η απάντηση είναι ότι και οι δύο είναι κακοί, δεν θα συνεργαστούμε επειδή με κάποιον συγγενεύουμε, αλλά γιατί θα αποτρέψουμε το χειρότερο που είναι να κυβερνήσουν μόνοι τους.

Δεν πρόκειται, όμως, να κάνουμε αυτά που κοροϊδεύουμε. Οι όροι της κυβερνητικής συνεργασίας θα είναι διαφανείς και θα ελέγχονται από τη κοινή γνώμη. Για την συνεργασία υπάρχουν δύο προφανείς κόκκινες γραμμές (για να χρησιμοποιήσω ένα όρο της μόδας), η μία προς τη ΝΔ, η άλλη προς το ΣΥΡΙΖΑ. Η κόκκινη γραμμή με τη ΝΔ είναι το πελατειακό κράτος. Δεν θα συνεργαστούμε αν δεν εξασφαλίσουμε αξιοκρατικούς διορισμούς στις θέσεις διοίκησης. Δεν θα υπάρξει κανένα 4-2-1 ή άλλη κατανομή αλλά θα επαναφέρουμε ανανεωμένο το open gov. Το Ποτάμι μπορεί να μην διορίσει κανένα δικό του στέλεχος αλλά θα είναι υπεύθυνο για κάθε διορισμό που θα γίνει. Η κόκκινη γραμμή με το ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανώς η Ευρώπη και το Ευρώ. Δεν είναι θέμα γενικής διακήρυξης αλλά εξασφάλισης ότι δεν θα γίνει καμία ενέργεια που μπορεί να διαταράξει τις σχέσεις μας με τους εταίρους και τη θέση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι κόκκινες αυτές γραμμές πρέπει να εκφραστούν και από τα πρόσωπα της συγκυβέρνησης. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αν η ΝΔ βγει πρώτο κόμμα, δεν πρέπει να είναι δεδομένο ότι θα ηγηθεί της νέας κυβερνητικής συνεργασίας ο σημερινός Πρωθυπουργός που διακρίθηκε στον διορισμό ημετέρων και τη διανομή προνομίων. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ βγει πρώτο κόμμα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών πρέπει να ανατεθεί σε πρόσωπο αναμφισβήτητου ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Οι κόκκινες γραμμές και τα πρόσωπα φυσικά δεν είναι αρκετά για να διαγράψουν μια κυβερνητική συνεργασία. Το Ποτάμι, αναλόγως και με τη δύναμή του, πρέπει να θέσει προτεραιότητες για συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, να τις διαπραγματευτεί και το κυριότερο να εφαρμόσει ό,τι συμφώνησε.

Δεν θα ήθελα να κλείσω μένοντας στις άμεσες προοπτικές συνεργασίας για την εξουσία. Το Ποτάμι, είπαμε, έχει τη μεγάλη φιλοδοξία να πείσει τους πολίτες ότι η κρίση είναι αφορμή για τη δημιουργία μιας δίκαιης, σύγχρονης και αποτελεσματικής κοινωνίας. Γνωρίζουμε ότι πρόκειται για έργο δύσκολο που απαιτεί ριζικές αλλαγές σε όλους τους τομείς: δικαιοσύνη, διοίκηση, παιδεία, υγεία, ασφάλιση. Με αυτό, όμως, το έργο πρέπει εν τέλει να αναμετρηθούμε και σε αυτό έχουμε ανάγκη από τη συμπαράταξη όλων των δυνάμεων που βλέπουν το αδιέξοδο του δικομματισμού. Οι δυνάμεις αυτές είναι υπαρκτές και ισχυρές. Το μέγα στοίχημα είναι να κατορθώσουμε χωρίς ιδεοληψίες και φανατισμούς να τις ενώσουμε σε μια μεγάλη παράταξη που θα αλλάξει τη κοινωνία μας.

Ομιλία σε εκδήλωση “Λύσεις όχι συνθήματα” που οργάνωσε το Ποτάμι 21.9.2014

Posted in Ομιλίες | Tagged | Leave a comment