Προβληματική δικαστική εξουσία

Το Μισθοδικείο έκρινε τις περικοπές των μισθών των δικαστικών λειτουργών αντισυνταγματικές και επιπλέον απένειμε και στους δικαστές το προνόμιο που έχουν οι βουλευτές να είναι αφορολόγητο το 25% του μισθού τους. Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές αποδοχών των ενστόλων, το Ελεγκτικό Συνέδριο αντισυνταγματικές τις περικοπές των συνταξιούχων δικαστικών. Επεται η κρίση για τις περικοπές όλων των ειδικών μισθολογίων.

Είναι πια φανερό ότι η δικαστική εξουσία θεωρεί ότι έχει την αρμοδιότητα να καθορίζει το μισθολόγιο του Δημοσίου και κατ’ επέκταση ένα μεγάλο μέρος της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας. Φυσικά, από καμία συνταγματική διάταξη δεν προκύπτει η δικαιοδοσία της να καθορίζει τους μισθούς και τις συντάξεις του Δημοσίου. Εχει «υφαρπάξει» αυτήν την αρμοδιότητα και το έχει κάνει με τρόπο αυθαίρετο και προκλητικό.

Στο παρελθόν, από τις στήλες της «Κ» έχω ασκήσει κριτική στις σχετικές αποφάσεις και δεν σκοπεύω να το επαναλάβω. Περιορίζομαι να πω ότι πρόκειται για νομικές κατασκευές, που απλούστατα δεν είναι υποστηρίξιμες. Στο μέλλον, θα αποτελούν υπόδειγμα αυθαιρεσίας και μόνο με τη γενική κρίση που διέρχεται η κοινωνία μας θα μπορούν να κατανοηθούν.

Εκ των πραγμάτων, έχει διαμορφωθεί μια κατάσταση μέσα στην οποία η δικαστική εξουσία διεκδικεί ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο. Από μία άποψη είναι, βεβαίως, ειρωνικό ότι η πλέον αποτυχημένη κρατική λειτουργία αναδεικνύεται σε αποφασιστικό πολιτικό παράγοντα. Πράγματι, όπως είναι γνωστό, η δικαστική λειτουργία αδυνατεί να επιτελέσει το βασικό έργο της, δηλαδή να επιλύει τις διαφορές των πολιτών μέσα σε εύλογο χρόνο. Δεν έχουμε απλώς καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων, αλλά ευρείας έκτασης αρνησιδικία. Η τεράστια δυσλειτουργία της επιχειρείται να καλυφθεί με έναν δίχως αρχές ακτιβισμό, που επιδιώκει να φαίνεται αρεστός στην κοινή γνώμη.

Το χειρότερο είναι ότι χρησιμοποιώντας παραδοσιακά επιχειρήματα για ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας, οι δικαστές απορρίπτουν κάθε ιδέα ελέγχου και θεσμοθετημένης παρέμβασης από τις άλλες εξουσίες. Η μόνη παρέμβαση που προβλέπεται σήμερα είναι ο διορισμός της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την κυβέρνηση. Και σε αυτήν, όμως, αντιδρούν, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να τηρείται η επετηρίδα ή να εκλέγουν οι ίδιοι την ηγεσία τους.

Με άλλα λόγια, επιδιώκουν μια εντελώς ανέλεγκτη εξουσία από ανθρώπους που αρχίζουν τη σταδιοδρομία τους από τη Σχολή Δικαστών και στη συνέχεια, ακολουθώντας μια δημοσιοϋπαλληλική πορεία, φτάνουν με την πάροδο του χρόνου στα ανώτατα αξιώματα. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να καθορίζουν οι ίδιοι τους μισθούς και τις συντάξεις τους, τις προαγωγές τους, την ηγεσία τους και το κυριότερο να αποφαίνονται τελικά για κάθε κοινωνικό ζήτημα, από το ύψος των προστίμων για παράνομο παρκάρισμα μέχρι τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας. Κι αν κάποιος τους ασκήσει κριτική, εξανίστανται και τον κατηγορούν ότι δεν σέβεται τη Δικαιοσύνη, την ίδια στιγμή που οι συνδικαλιστικές ενώσεις τους κατακεραυνώνουν κάθε λίγο και λιγάκι τη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία.

Στις συζητήσεις που γίνονται για την αναθεώρηση του Συντάγματος, οι διάφορες αναζητήσεις για μια ισορροπία στη λειτουργία του πολιτεύματος αφορούν άλλα πολιτειακά όργανα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τη Βουλή ή την κυβέρνηση. Αν, όμως, οι διαπιστώσεις που προανέφερα είναι ορθές, τότε το μεγάλο ζητούμενο της αναθεώρησης πρέπει να είναι ο επαναπροσδιορισμός της δικαστικής εξουσίας και η σχέση της με τις άλλες λειτουργίες του κράτους.

Δεν είναι της στιγμής οι λεπτομερείς προτάσεις, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι χρειάζεται να επανεξετάσουμε αμέσως όλο το πλέγμα σύνθεσης, οργάνωσης και αποτελεσματικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

Να αρχίσουμε από τα Ανώτατα Δικαστήρια και να εξετάσουμε τις αρμοδιότητές τους.

Να σκεφτούμε το ενδεχόμενο κατάργησης ορισμένων Δικαστηρίων (π.χ. του Μισθοδικείου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι δικαστικές αρμοδιότητες του οποίου μπορεί να απορροφηθούν από τα διοικητικά δικαστήρια).

Να προβλέψουμε τον διορισμό της ηγεσίας όχι μόνον των ανωτάτων δικαστηρίων, αλλά και των εφετείων, από μια επιτροπή της Βουλής ή από κάποιο άλλο όργανο της πολιτείας έπειτα από δημόσια ακρόαση των υποψηφίων, όπου θα συζητούνται οι επιδόσεις τους και οι αποφάσεις που έχουν λάβει. Από το ίδιο όργανο να υπάρχει η δυνατότητα διορισμού επιφανών νομικών ως δικαστών σε εφετεία και ανώτατα δικαστήρια ώστε να πάψει η αποκλειστικότητα της δημοσιοϋπαλληλικής σταδιοδρομίας.

Η απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας αποδεικνύει ότι πολλές φορές τα μεγάλα προβλήματα δεν οφείλονται ούτε στα χρήματα που ξοδεύουμε ούτε στον αριθμό των ανθρώπων που απασχολούνται με αυτήν. Οι δικαστές μας ανά κάτοικο είναι περισσότεροι από αυτούς άλλων χωρών και οι αποδοχές τους οι υψηλότερες του Δημοσίου. Πιστεύει κανείς ότι κάτι θα αλλάξει αν διπλασιάσουμε τον αριθμό τους ή τις αποδοχές τους; Αλλος δρόμος από ριζικές μεταρρυθμίσεις δεν υπάρχει.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 29 Ιουνίου 2014

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Όχι στη χαμένη ψήφο!

 

Τον 17ο αιώνα ζούσε στο Κέμπριτζ της Μ. Βρετανίας ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, ο Τόμας Χόμπσον. Είχε στάβλους και νοίκιαζε άλογα, κυρίως σε φοιτητές του γειτονικού πανεπιστημίου. Ορισμένα άλογα είχαν μεγαλύτερη ζήτηση από τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα να καταπονούνται περισσότερο. Ο Χόμπσον αποφάσισε λοιπόν να εφαρμόσει ένα δικής του έμπνευσης σύστημα ενοικίασης αλόγων, έτσι ώστε αυτά να ενοικιάζονται κατά το δυνατόν εκ περιτροπής. Ο πελάτης μπορούσε να επιλέξει μόνο το άλογο που βρισκόταν πιο κοντά στην πόρτα του στάβλου. Στην ουσία δηλαδή οι πελάτες «επέλεγαν» το άλογο που ο ίδιος ο Χόμπσον είχε ήδη διαλέξει γι΄αυτούς. Αυτή η λογική του «είτε αυτό είτε τίποτα» είναι γνωστή στους Βρετανούς με τη φράση «η επιλογή του Χόμπσον». Έτσι δηλαδή μπορούν να περιγραφούν όλες αυτές οι καταστάσεις όπου θεωρητικά έχουμε την ελευθερία επιλογής, αλλά τελικά η προτεινόμενη λύση είναι μία και παρουσιάζεται ως μονόδρομος.

Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Μήπως σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου οι κύριοι Σαμαράς και Τσίπρας δεν μας σερβίρουν ξανά και ξανά την επιλογή του Χόμπσον; Ο πρώτος επισείει τον μπαμπούλα του ΣΥΡΙΖΑ λέγοντας ότι στις Ευρωεκλογές παίζεται η σταθερότητα της χώρας και διακυβεύονται όσα η Κυβέρνηση έχει επιτύχει μέχρι σήμερα. «Οι πολίτες δεν πρέπει να επιτρέψουν η χώρα να γυρίσει πίσω», υποστηρίζει. Αν όμως ήταν πιο ειλικρινής θα μας έλεγε «ξεχάστε τον Μπαλτάκο, κάντε τώρα τα στραβά μάτια για τις αλλαγές που έγιναν με το σταγονόμετρο στη λειτουργία του κράτους, για τις μεταρρυθμίσεις που παραπέμψαμε στις ελληνικές καλένδες, διότι το ξέρετε ότι δεν έχετε άλλη επιλογή. Θα μας ψηφίσετε, έστω και με το ζόρι, επειδή φοβάστε την αβεβαιότητα της επόμενης μέρας με έναν αλλοπρόσαλλο ΣΥΡΙΖΑ στο τιμόνι». Από την πλευρά του, ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ επενδύει στην οργή των πολιτών που δοκιμάζονται από την πολυετή κρίση. Στις ευρωεκλογές πρέπει να διεξαχθεί το δημοψήφισμα που δεν έγινε ποτέ για το μνημόνιο, μας λέει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί. Καλλιεργεί την αυταπάτη ότι μπορεί να γυρίσουμε πίσω στην προ κρίσης εποχή, χωρίς να υποψιάζεται ότι αυτό όχι μόνον είναι αδύνατο αλλά είναι και ανεπιθύμητο. Στην προ κρίσης εποχή δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να γυρίσουμε, γιατί ξέρουμε ότι οι παθογένειές της μας έφεραν στην καταστροφή.

Με άλλα λόγια, το άλογο του κ. Σαμαρά είναι η μοναδική λύση ως «το μη χείρον βέλτιστον». Κατά δε τον κ. Τσίπρα, το άτι του ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη επιλογή για να γυρίσουμε στο παρελθόν. Αν μάλιστα ο κ. Βενιζέλος ήταν ο Χόμπσον, τότε ίσως μας απειλούσε με οριστικό κλείσιμο της επιχείρησής του στην περίπτωση που δεν επιλέγαμε το άλογό του.

Η εκμετάλλευση του φόβου και της οργής του εκλογικού σώματος από την Κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, αποκαλύπτει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τη  γύμνια των ιδεών τους για την Ελλάδα στη μετά τη χρεοκοπία εποχή. Είναι ίσως παράδοξο, αλλά η ίδια η κρίση αποτελεί τον λόγο ύπαρξης τόσο της Κυβέρνησης όσο και του ΣΥΡΙΖΑ. Η μεν Κυβέρνηση δικαιολογεί την αναγκαιότητα της παραμονής της στην εξουσία απλώς και μόνο διότι με τους άλλους θα ξανακυλήσουμε σε αυτήν. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πλευρά του ζητάει την ψήφο μας χωρίς να προτείνει τι θα πρέπει να κάνουμε από δω και πέρα, αλλά για να τιμωρήσουμε αυτούς που «μας στέρησαν την αξιοπρέπειά μας». Πολώνοντας και οι δυο τους το εκλογικό κλίμα, εμφανίζονται ως αναπόδραστες επιλογές. Μεταφέροντας τη λογική του Χόμπσον στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, μας λένε- τι πρωτότυπο- ότι κάθε ψήφος σε άλλο κόμμα θα είναι χαμένη.

Μήπως όμως συμβαίνει το αντίθετο; Μήπως αυτήν τη φορά κάθε ψήφος που θα πάει σε Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ είναι στην ουσία χαμένη; Σκεφτείτε το εξής: αντί να προτείνουν λύσεις για το μέλλον, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία νομιμοποιούν την ύπαρξή τους ανασκαλεύοντας το παρελθόν. Καμία συζήτηση δεν διεξάγεται για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει αναγκαστικά να γίνουν για να βρει η χώρα τον βηματισμό της μέσα σε μια Ευρώπη που αλλάζει και η ίδια δραματικά. Μπορεί, όμως, να συνεχίσει έτσι ο τόπος; Είναι δυνατόν ο πολιτικός διάλογος σε μια χώρα που έχει ρημάξει από χρόνια πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης να διεξάγεται ακόμα και πριν από τις ευρωεκλογές με όρους παρελθόντος; Πόσο επιτέλους μας υποτιμούν αυτοί που ζητούν την ψήφο μας εκμεταλλευόμενοι αποκλειστικά και μόνο τον φόβο και τον θυμό μας;

Η ψήφος στο Ποτάμι κάθε άλλο παρά χαμένη είναι. Πιστεύουμε ότι τώρα έχει ανάγκη η χώρα μια πολιτική δύναμη, η οποία θα λειτουργήσει ως καταλύτης του πολιτικού σκηνικού. Ξεκινώντας από τις ευρωπαϊκές εκλογές και την εκπρόσωπηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από ανθρώπους που μπορούν να συμβάλουν στις κρίσιμες συζητήσεις για τη μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά, επίσης, και στη συνέχεια, με τη διαμόρφωση μιας πολιτικής δυναμικής η οποία θα εκφράσει αυθεντικά το αίτημα όλων αυτών των συμπολιτών μας που ζητούν δομικές μεταρρυθμίσεις του κράτους, εξορθολογισμό του δημοσίου, ανταγωνιστικότητα, ισονομία, δίκαιες ευκαιρίες, αξιοκρατία. Όλοι όσοι θέλουν πραγματικά να γίνει επιτέλους η Ελλάδα μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, έχουν την ευκαιρία στις ευρωπαϊκές εκλογές να καταγράψουν αυτήν την απαίτησή τους με την ψήφο τους στο Ποτάμι. Είναι κρίμα η ψήφος τους να πάει και αυτήν τη φορά χαμένη στον πολτό της δεξιάς ή αριστερής παρελθοντολαγνείας. Όχι λοιπόν στη χαμένη ψήφο!

 

 

 

 

 

 

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Δεν Παίζουμε με το Σύνταγμα

Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει νοήμων άνθρωπος που να μην αντιλαμβάνεται ότι το πολιτικό προσωπικό της χώρας «παίζει» επικοινωνιακά με το Σύνταγμα, τον θεμελιώδη νόμο του κράτους. Τι άλλο μπορεί να είναι η πομπώδης εξαγγελία ευρείας αναθεώρησης από τον Πρωθυπουργό λίγες μέρες πριν από τις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση και την Ευρωβουλή; Επιδιώκει μήπως σοβαρό διάλογο για συγκεκριμένες προτάσεις; Επιθυμεί να διεξαχθεί ο διάλογος στα τηλεοπτικά παράθυρα, όπου οι υποψήφιοι Δήμαρχοι και Ευρωβουλευτές, μεταξύ άλλων, θα πετούν και καμιά κουβέντα για το Σύνταγμα;

Το χειρότερο είναι ότι έτσι συνεχίζεται μια κάκιστη παράδοση. Το 2001, πάλι για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, χωρίς κανένας να ενδιαφέρεται και χωρίς οι ίδιοι οι Βουλευτές να γνωρίζουν τι ψηφίζουν, πραγματοποιήθηκε μια σαρωτική αναθεώρηση (άλλαξε 79 διατάξεις), η οποία ήταν μνημείο προχειρότητας και πολυλογίας. Το Σύνταγμά μας κατέληξε να περιέχει πάνω από 27.000 λέξεις, να είναι δηλαδή διπλάσιο σε μέγεθος από το μέσο Σύνταγμα της Ευρώπης των 28 που είναι περίπου 15.000 λέξεις. Μόλις πέντε χρόνια αργότερα εξαγγέλθηκε νέα εκτεταμένη αναθεώρηση που τελικά κατέληξε το 2008 στην αναθεώρηση τεσσάρων μόνο διατάξεων.

Στο ερώτημα γιατί αρέσει στους πολιτικούς μας να «παίζουν» κάθε λίγο και λιγάκι με το Σύνταγμα η απάντηση είναι απλή: επιχειρούν να καλύψουν την απροθυμία και την ανικανότητά τους να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε σημαντική μεταρρύθμιση με την εξαγγελία αναθεώρησης που λειτουργεί σαν πανάκεια για τη λύση όλων των προβλημάτων μας. Δεν υπάρχει κανείς σοβαρός άνθρωπος που να θεωρεί ότι το Σύνταγμα υπήρξε τροχοπέδη στις αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα.

Βεβαίως, το ερώτημα αν χρειάζεται ή όχι αναθεώρηση τίθεται ανεξαρτήτως των προθέσεων και των προεκλογικών παιχνιδιών του Πρωθυπουργού. Σε αυτό η απάντηση είναι αδίστακτα καταφατική. Μερικές διατάξεις, όπως π.χ. αυτή της ποινικής ευθύνης Υπουργών, είναι κοινός τόπος ότι πρέπει να αναθεωρηθούν. Άλλες, όπως η αναθεώρηση του άρθρου 16, είναι ώριμες από καιρό και μπορούν να προχωρήσουν.

Μεγάλες, όμως, θεσμικές αλλαγές, όπως η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με ταυτόχρονη ενίσχυση του ρόλου του ή η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, που, χωρίς καμία ιδιαίτερη σκέψη επαναφέρει ο Πρωθυπουργός, δεν μπορεί παρά να ενταχθούν σε μια γενικότερη συζήτηση που αφορά την όλη αρχιτεκτονική του πολιτεύματος. Απομονωμένες αυτές οι προτάσεις δεν σημαίνουν τίποτα και τα επιχειρήματα εναντίον τους είναι πολλά και πειστικά. Το ίδιο απερίσκεπτη είναι και η πρόταση για περιορισμό της επιλογής της δικαστικής ηγεσίας από την κυβέρνηση. Τα όρια της δικαστικής εξουσίας και ο έλεγχος αυτής είναι από τα πιο σημαντικά ζητήματα που πρέπει να μας απασχολήσουν.

Αν επιθυμούμε μια ουσιαστική αναθεώρηση ασφαλώς πρέπει να προσεγγίσουμε το ζήτημα με μια διαφορετική φιλοσοφία από εκείνη του παρελθόντος που συνεχίζει ο κ. Σαμαράς. Το Σύνταγμα αποτελεί καταστατικό νόμο που προορίζεται να διαρκέσει, ει δυνατόν, στο διηνεκές και, γι’ αυτό, πρέπει να περιέχει αποκλειστικά τις θεμελιώδεις και γενικές αρχές συγκρότησης μίας πολιτείας. Δεν είναι ένα κείμενο στο οποίο προσθαφαιρούμε λέξεις, προτάσεις και άρθρα κατά το δοκούν. Κυρίως, δεν είναι ένα κείμενο στο οποίο προσθέτουμε διατάξεις πολιτικού βερμπαλισμού (όπως π.χ., η πρόταση για την προστασία της εθνικής ταυτότητας και της ελληνικής γλώσσας) είτε διατάξεις οι οποίες είναι της αρμοδιότητας του κοινού νομοθέτη. Η συντριπτική πλειοψηφία των τριάντα προτάσεων του κ. Σαμαρά είναι αρμοδιότητας του κοινού νομοθέτη και θα μπορούσαν να είχαν ήδη υλοποιηθεί, αν υπήρχε στοιχειώδης πολιτική βούληση εκ μέρους του. Δεν απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση, για να μειωθεί ο αριθμός των βουλευτών ή της κυβέρνησης ή να επιταχυνθούν οι αποκρατικοποιήσεις και οι δημόσιες συμβάσεις. Η συμπερίληψη τέτοιων λεπτομερών διατάξεων στο Σύνταγμα όχι μόνο δημιουργεί προβλήματα, όπως έγινε στο παρελθόν με την περίπτωση του βασικού μετόχου, αλλά είναι αντίθετη στη δημοκρατική αρχή, καθώς αφαιρεί τη δυνατότητα από τον κοινό νομοθέτη να ρυθμίζει ένα ευρύ φάσμα κρίσιμων πολιτικών θεμάτων.

Το χειρότερο είναι ότι όλες αυτές οι άσχετες διατάξεις παράγουν τελικά ένα φλύαρο και αναποτελεσματικό Σύνταγμα, που δεν ξεχωρίζει σε τίποτα από τους κοινούς νόμους. Αν θέλουμε να κάνουμε μια σοβαρή αναθεώρηση, ας πάρουμε ένα ψαλίδι και ας κόψουμε τους βερμπαλισμούς και τις ανάρμοστες για ένα Σύνταγμα διατάξεις. Προφανώς, όμως, αυτό απαιτεί νηφαλιότητα, ενδελεχή συζήτηση με όλες τις πολιτικές δυνάμεις και συναίνεση για ένα λιτό Σύνταγμα που να περιλαμβάνει τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής μας συμβίωσης. Η πρόταση του κ. Σαμαρά δεν έχει τη παραμικρή σχέση με αυτές τις προυποθέσεις.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής, 11 Μαΐου 2014.

 

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της κυβέρνησης

Τα επικοινωνιακά παιγνίδια του Μαξίμου που κρύβουν την δύσκλολη πραγματικότητα

Ειλικρινά, σηκώνω τα χέρια ψηλά. Δεν μπορώ να παρακολουθήσω αυτό που γίνεται με τη δήθεν επικαιρότητα και τα όσα προκύπτουν ως «ζητήματα αιχμής» στη δημόσια συζήτηση. Το ένα θέμα διαδέχεται το άλλο με απίστευτη ταχύτητα και ένταση. Ξεσπά ορμητικά, με τις συνήθεις κορώνες και μεγαλοστομίες, για να σβήσει πριν καλά-καλά περάσει το 24ωρο. Αμφιβάλω αν υπάρχει άλλη χώρα που να παρουσιάζονται οι ειδήσεις με τόσο επιφανειακό τρόπο.

Ας θυμηθούμε τη διαδοχή μερικών πρόσφατων γεγονότων. Το μέγα σκάνδαλο της υπόθεσης Μπαλτάκου, η επανεμφάνιση της τρομοκρατίας με το αυτοκίνητο-βόμβα έξω από την Τράπεζα της Ελλάδος «έπαιξαν» στο ίδιο επίπεδο με το άρθρο του Νίκου Δήμου, τα προβλήματα του ψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ,  τα εσωτερικά του ΠΑΣΟΚ. Πολύ μελάνι χύθηκε, όλοι μίλησαν για όλα και δεν έμεινε τίποτα ουσιαστικό από τη συζήτηση. Κάποια θέματα, όπως είναι οι τεκμηριωμένες αντιρρήσεις διεθνώς για τον υπολογισμό του ελληνικού πρωτογενούς πλεονάσματος δεν συζητήθηκαν διόλου.

Δεν είναι άγνωστη αυτή η τακτική. Τα τελευταία χρόνια πυροτεχνήματα και κραυγές στρέφουν τη δημόσια συζήτηση μακριά από τα πραγματικά θέματα, τα οποία πρέπει να αναδείξουμε και να συζητήσουμε· ειδικά τα θέματα που δεν βολεύουν την κυβέρνηση ενόψει εκλογών. Διότι τη Νέα Δημοκρατία δεν βολεύει να μιλήσουμε ούτε για την οικονομία με τις μειούμενες εξαγωγές, ούτε για τις λειψές μεταρρυθμίσεις, ούτε για τη σωστή λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και των θεσμών.

Όσο κι αν η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να μας παρουσιάσει ως αποκλειστικά δικό της άθλο και επίτευγμα προσωπικό του Αντώνη Σαμαρά την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η πρόοδος που σημειώθηκε είναι το αποτέλεσμα ενός ολόκληρου λαού, το προϊόν των θυσιών όλων των Ελλήνων που με όλα τα μέτρα που έχουν υποστεί, δίκαια και άδικα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, συνέβαλαν στην επίτευξη μιας σχετικής δημοσιονομικής ισορροπίας.

Κακώς λοιπόν ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ επιχαίρουν με ξένα κόλλυβα. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ούτε τα συντρίμμια που άφησε  το 2009 η κυβέρνηση της ΝΔ στην οποία συμμετείχε ο κ. Σαμαράς, ούτε τις κορώνες «δεν θα συναινέσω στο λάθος του Μνημονίου», ούτε τα Ζάππεια και τα 18 δις ισοδύναμα που είχε εφεύρει. Στην πραγματικότητα εφάρμοσε όσα ξόρκιζε και τα αποτελέσματα για τα οποία επαίρεται θα μπορούσαν να είχαν επέλθει πιο γρήγορα και πιο ανώδυνα για τον τον ελληνικό λαό.

Ο κύριος Σαμαράς δεν δικαιούται να ομιλεί για δήθεν επιτυχίες και μεταρρυθμίσεις, όταν ο ίδιος συνεχίζει να βλέπει το κράτος ως λάφυρο  του κομματικού στρατού του. Παράτη σαρωτική κρίση, που δεν άφησε τίποτα όρθιο, η κυβέρνηση λειτουργεί με την νοοτροπία του παρελθόντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι κομματικοί διορισμοί ανθρώπων που θα έπρεπε να πάνε στα σπίτια τους. Ας μας υποδείξει κάποιος μία μεταρρύθμιση τον τελευταίο καιρό. Έχουμε μια κυβέρνηση που ξηλώνει ό,τι θετικό είχε γίνει τα τελευταία χρόνια, όπως για παράδειγμα το opengovή τον Καλλικράτη, ή την ενιαία φορολόγηση όλων των εισοδημάτων ανεξαρτήτως πηγής.

Την ίδια στιγμή που το επικοινωνιακό επιτελείο του Μαξίμου σκορπίζει παραπολιτικά σχόλια για τις «εντολές Σαμαρά» -αυτές που έχουν υποκαταστήσει τη λειτουργία των θεσμών, της Δημόσιας Διοίκησης και του κράτους- ο πρωθυπουργός έχει να επιδείξει ως μοναδικό του επίτευγμα τη λιγότερη δημοκρατία: δενγίνονται Υπουργικά Συμβούλια, κυβερνά μόνο με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και δεν εμφανίζεται στη Βουλή ώστε να λογοδοτήσει για τις αποφάσεις του. Στο ίδιο μοτίβο εξάλλου λειτουργούν και οι υπουργοί του. Κι αυτοί δεν πατούν ούτε  για τον στοιχειώδη κοινοβουλευτικό έλεγχο. Αυτό δεν είναι μόνο ασέβεια προς τους θεσμούς, είναι δυσλειτουργία της δημοκρατίας που δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Όσο κι να προσπαθεί ο κύριος Σαμαράς και η κυβέρνησή του να μας πείσουν για το αντίθετο, αδυνατούν να μας βγάλουν από την κρίση. Δεν μπορούν διότι είναι παλαιοκομματικοί. Δεν έχουν αλλάξει σε τίποτα και ο μανδύας του «μεταρρυθμιστή» που δοκίμασαν να φορέσουν δεν ξεγελά κανέναν.

Το υφιστάμενο πολιτικό κατεστημένο όχι μόνον φέρει βαριές ευθύνες για την ελληνική χρεοκοπία, αλλά είναι ανίκανο και να δώσει διέξοδο. Η χώρα χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας και μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη που οφείλει να συμβάλει στη ομαλή διακυβέρνηση μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, μέσα από διάλογο και συνεργασία. Πρέπει να υπάρξουν προγραμματικές συγκλίσεις, και ανανέωση του πολιτικού προσωπικού. «Το Ποτάμι» είναι εδώ για να δώσει μαζί με τους πολίτες αυτή τη μάχη. Δεν πρέπει να αφήσουμε το παλαιό πολιτικό κατεστημένο να μάς πάει πίσω, εκεί που χρεοκοπήσαμε…

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Και την πίτα γεμάτη και τον σκύλο χορτάτο

Υπάρχουν δύο όψεις στην υπόθεση της Σαμπιχά Σουλεϊμάν. Η πρώτη είναι η πολιτική. Αφού πρώτα επελέγη από τον ΣΥΡΙΖΑ ως υποψήφια του κόμματος για τις ευρωεκλογές, στη συνέχεια, χωρίς πολλά-πολλά, αποσύρθηκε η υποψηφιότητά της, προφανώς για λόγους ψηφοθηρικούς. Η κα Σουλεϊμάν αυτοπροσδιορίζεται ως Ελληνίδα μουσουλμάνα Ρομά και όχι ως μουσουλμάνα Τουρκάλα. Στον ΣΥΡΙΖΑ μέτρησαν τα κουκιά και τις αντιδράσεις των τουρκογενών μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης και κατάλαβαν ότι, εάν επέμεναν, οι τελευταίοι θα μποϋκοτάριζαν την υποψηφιότητά της. Λάθος πολιτική επιλογή; Όπως το κρίνει κανείς. Άλλος είπε ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ενέδωσε στις υποδείξεις του τουρκικού Προξενείου, άλλος ότι «εκλογές έρχονται, το ζητούμενο είναι να μαζέψουν τις ψήφους της μειονότητας». Βέβαιο είναι ότι έσπευσαν να αποφασίσουν μια υποψηφιότητα χωρίς να τους νοιάζει τι ακριβώς εκπροσωπεί αυτή και προφανώς χωρίς να έχουν καμία ουσιαστική επαφή με τη μειονότητα.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 24 Απριλίου 2014

Υπάρχει όμως και μια άλλη, πιο σημαντική διάσταση στο ζήτημα: η υποκριτική προσπάθεια να δικαιολογηθεί η αποπομπή της κας Σουλεϊμάν ως συνεπής με τον αγώνα για τα δικαιώματα της μειονότητας και τον αριστερό διμέτωπο αγώνα κατά τόσο του ελληνικού όσο και του τουρκικού εθνικισμού. Έτσι, ο υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ Δ. Χριστόπουλος υποστηρίζει το δικαίωμα των μουσουλμάνων της Δ. Θράκης να αυτοπροσδιορίζονται. Στην περίπτωση δηλαδή της μειονότητας να θεωρούν εαυτούς ως Τούρκους, Πομάκους, Ρομά, Έλληνες, Ιταλούς ή Σουηδούς. Ταυτόχρονα όμως καταγγέλλει τους μηχανισμούς του ελληνικού κράτους και την προπαγάνδα τους ότι η μειονότητα «δεν είναι ένα ενιαίο συμπαγές πράμα αλλά δύο και τρεις εθνοτικές ομάδες». Ο συλλογισμός του είναι στρεβλός. Από τη στιγμή που η μειονότητα είναι ένα «συμπαγές τουρκικό πράμα», ο ανεκτός αυτοπροσδιορισμός αναγνωρίζεται μόνο στους μουσουλμάνους που ταιριάζουν σε αυτό το σχήμα, δηλαδή τους τουρκογενείς. Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν βέβαια να αυτοπροσδιορίζονται αλλά σε αυτήν την περίπτωση, δυστυχώς γι΄αυτούς, αποτελούν και «δούρειους ίππους» του ελληνικού εθνικισμού. Όπως θα έλεγαν και οι Άγγλοι, με αυτόν τον τρόπο ο κ. Χριστόπουλος «βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο». Η γνησιότητα του αυτοπροσδιορισμού της κας Σουλεϊμάν αμφισβητείται καθώς δεν ταιριάζει με τη θέση του ότι η μειονότητα πρέπει οπωσδήποτε να θεωρηθεί ένα «συμπαγές τουρκικό πράμα».

Τώρα, μπορεί η μειονότητα να είναι όντως ένα «τουρκικό πράμα». Μπορεί και να είναι τρία, τέσσερα ή εκατό πράματα. Το ζήτημα δεν βρίσκεται εκεί αλλά αφορά, σε επίπεδο αρχών, το δικαίωμα κάθε μέλους της μειονότητας να αυτοπροσδιορίζεται. Εάν δεχθούμε αυτήν τη βασική αρχή, δεν μπορούμε στη συνέχεια να αρνούμαστε στην πράξη το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ανάλογα με τον επιθετικό προσδιορισμό που τοποθετούμε μπροστά από τη μειονότητα της Δυτικής Θράκης. Εάν ο αυτοπροσδιορισμός της κας Σουλεϊμάν είναι ψευδεπίγραφος, διότι η ίδια αποτελεί δούρειο ίππο του ελληνικού εθνικισμού, με την ίδια ευκολία θα μπορούσε να θεωρηθεί κίβδηλος και ο αυτοπροσδιορισμός του νέου υποψηφίου του ΣΥΡΙΖΑ, τουρκογενή μουσουλμάνου, διότι υπηρετεί τον δούρειο ίππο του τουρκικού εθνικισμού. Και πάει λέγοντας…

Δεν γίνεται να έχεις και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Και να είσαι υπέρ του αυτοπροσδιορισμού των μελών της μειονότητας και μετά να τους βαφτίζεις όπως εσύ θέλεις. Ή το ένα γίνεται ή το άλλο. Ο αγώνας κατά του εθνικισμού δεν έχει πρόσημο αριστερό, δεξιό, τουρκικό ή ελληνικό. Απαιτεί πρώτα απ΄όλα την απαλλαγή από την πολιτική ιδεοληψία.

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο, Uncategorized | Leave a comment

Η θεούσα

Η διαβόητη στιχομυθία Μπαλτάκου-Κασιδιάρη σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Κανείς, όμως, μέχρι τώρα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο ο τέως γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου αναφέρθηκε στη θρησκευτική πίστη της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κ. Ευτ. Κουτζαμάνη. Κάτω από εννέα εικονίσματα στο τοίχο του, ο κ. Τ. Μπαλτάκος έκανε ειρωνικά (και μάλιστα κάπως κακότεχνα) το σταυρό του όχι τόσο για να αποκαλύψει την πίστη της Εισαγγελέως αλλά για να εξηγήσει, υποτίθεται, τη στάση της στη δίωξη της Χρυσής Αυγής. Στη συνέχεια έσπευσε να συμφωνήσει με τον χαρακτηρισμό «θεούσα» που της απέδωσε ο κ. Η. Κασιδιάρης.
 
Καθένας δικαιούται να ασκεί κριτική στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για το έργο της υπό τον θεσμικό της ρόλο. Για παράδειγμα, θεωρώ ότι η δημόσια τοποθέτησή της για την άσκηση αναίρεσης στην υπόθεση του χρηματιστηρίου, πριν καν δημοσιευθεί η δικαστική απόφαση, ήταν απαράδεκτη. Η επίκληση, όμως, των θρησκευτικών της πεποιθήσεων, η οποία υποτίθεται ότι από μόνη της εξηγεί την επίμεμπτη στάση της στη δίωξη της Χρυσής Αυγής, δεν είναι κριτική αλλά βαριά προσβολή όχι μόνον του προσώπου της Εισαγγελέως αλλά και όλων των πιστών. Και τούτο διότι εκλαμβάνει ως δεδομένο τον εξοργιστικό ισχυρισμό ότι η πίστη της άνευ ετέρου δείχνει «μεροληψία».
 
Απορώ γιατί άνθρωποι σαν τον Μπαλτάκο και τον Κασιδιάρη δεν προκαλούν τη μήνι της εκκλησίας και των πιστών. Γιατί θεωρούνται υποστηρικτές της εκκλησίας όσοι δεν διστάζουν να προσβάλουν με τόσο βάναυσο τρόπο τη θρησκευτική πίστη; Αντίθετα, αντίπαλοι της εκκλησίας θεωρούνται όσοι, όπως το Ποτάμι, υποστηρίζουν το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους.
 
Καταλαβαίνω τη δυσπιστία των πιστών αλλά δεν είναι δικαιολογημένη και το παράδειγμα της Αμερικής είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό. Οι πατέρες της Αμερικανικής Δημοκρατίας, βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι, αποφάσισαν το διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας κρίνοντας ότι με τον τρόπο αυτό εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα τόσο του κράτους όσο και των θρησκευτικών κοινοτήτων. Από τη μία μεριά, το κράτος αποφεύγει τη διακριτική μεταχείριση ή έστω την υποψία διάκρισης υπέρ ή κατά ορισμένων πολιτών. Από την άλλη μεριά, η εκκλησία αφήνεται απερίσπαστη στο πνευματικό της έργο και δεν περιέρχεται σε μία κατάσταση πνευματικού εφησυχασμού που δημιουργείται από τη διασύνδεσή της με το επίσημο κράτος.
 
Η θέση για σαφή διαχωρισμό κάθε άλλο παρά σημαίνει έλλειψη σεβασμού προς το θρησκευτικό συναίσθημα των πολιτών και το ρόλο των θρησκευτικών κοινοτήτων σε μια κοινωνία.. Ο σεβασμός απορρέει από μια βαθιά φιλοσοφική θέση που απαιτεί από το κράτος να σέβεται όχι μόνο τη πίστη των πολιτών προς μια θρησκεία αλλά και κάθε πνευματική τους επιλογή που είναι πολύτιμη για τη διαμόρφωση της ζωής τους.
Δημοσιεύθηκε στο blog http://mhmadas.blogspot.gr/  στις 18 Απριλίου 2014
Posted in Σχόλια, Uncategorized | 3 Comments

Πού είναι το δύσκολο κ. Υπουργέ;

Η κατάθεση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου την περασμένη βδομάδα στη Βουλή συνοδεύτηκε από την απογοητευτική, πλην αναμενόμενη, δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης ότι το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών δεν θα περιλαμβάνεται στη σχεδιαζόμενη ρύθμιση. «Το Σύμφωνο Συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους είναι δύσκολο ζήτημα Αστικού Δικαίου και θα εξεταστεί σε επόμενη αναθεώρηση του Αστικού Κώδικα», δήλωσε ο κύριος Αθανασίου, παραπέμποντας ουσιαστικά το ζήτημα στις καλένδες.  

Ομολογώ ότι μου είναι δύσκολο να αντιληφθώ γιατί χρειάζεται ολόκληρη αναθεώρηση του Αστικού Κώδικα προκειμένου να επεκταθεί μια ρύθμιση που προβλέπεται σε ειδικό νόμο (τον 3719/2008). Μου είναι ακόμα πιο δύσκολο να αντιληφθώ σε τι ακριβώς συνίσταται το «δύσκολο ζήτημα», για το οποίο εξέφρασε την τόση ανησυχία του ο Υπουργός. Σύμφωνα με τον περιοριστικό ορισμό του άρθρου 1 του νόμου, το Σύμφωνο Συμβίωσης είναι μια «συμφωνία μεταξύ δύο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωσή τους». Από μια απλή παράθεση του ορισμού, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι για να επεκταθεί το σύμφωνο και στα ομόφυλα ζευγάρια αρκεί να διαγραφεί η λέξη «ετερόφυλων» από το άρθρο 1 του νόμου 3719/2008. Πόσο «δύσκολο ζήτημα» είναι αυτό;    «Δεν είναι απλό το ζήτημα», επέμεινε ο κύριος Αθανασίου. «Θέλει μελέτη. Είναι θέμα αστικού δικαίου και θέλει μελέτη νομική, κοινωνική και θρησκευτική. […] Η συμβίωση τον ομόφυλων ζευγαριών είναι ένα θέμα, όχι το να συμβιώσουν αλλά οι έννομες συνέπειες από αυτό (υιοθεσίες κλπ)».

 Προσπερνώ την καταπληκτική άποψη του Υπουργού ότι η οργάνωση της συμβίωσης μεταξύ δύο ανθρώπων είναι ένα θέμα που απαιτεί θρησκευτική μελέτη, για να σταθώ στη διαστρέβλωση του ζητήματος που επιχειρεί ο Υπουργός. Αντί να συμμορφωθεί αμέσως με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απόφαση Βαλλιανάτος κ.λπ. κατά Ελλάδας) που επιτάσσει την επέκταση του Συμφώνου Συμβίωσης και μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών συσκοτίζει το θέμα συνδυάζοντάς το με το ζήτημα της υιοθεσίας το οποίο νομικά δεν συνδέεται με το Σύμφωνο.

Το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών να αναγνωρίζεται από το κράτος η ένωσή τους που αποσκοπεί σε διάρκεια ζωής- και επομένως να ρυθμίζονται οι περιουσιακές, κληρονομικές και ασφαλιστικές σχέσεις τους- είναι θεμελιώδες σε μια δίκαιη κοινωνία. Οποιαδήποτε κωλυσιεργία στην επέκταση αυτή του Συμφώνου είναι νομικά και ηθικά απαράδεκτη.  

Η πάγια άποψή μου είναι ότι μια κοινωνία που δεν επιδεικνύει ίση έγνοια για όλους τους πολίτες της δεν μπορεί να θεωρείται δίκαιη. Χρέος της ελληνικής Πολιτείας είναι όχι μόνο να επεκτείνει στα ομόφυλα ζευγάρια το Σύμφωνο Συμβίωσης αλλά να θεσπίσει και τον πολιτικό γάμο. Το Σύμφωνο δεν είναι παρά το πρώτο βήμα για μια πλήρη αναγνώριση του δικαιώματος ένωσης των ομοφύλων. Πρόκειται για μια ένωση που δεν αποτελεί κάποιας μορφής εταιρία. Δεν ρυθμίζει απλώς οικονομικά ζητήματα των προσώπων (φορολογικά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά), αλλά αναγνωρίζει νομικά υπαρκτές σχέσεις οικειότητας μεταξύ των προσώπων. Ακριβώς αυτό το θεμέλιο οικειότητας αποτελεί την ουσία της ένωσης δύο προσώπων και πάνω σε αυτή στηρίζεται η αναγνώριση των περιουσιακών σχέσεων του ζευγαριού. Η αναγνώριση της ύπαρξης αυτής της οικειότητας, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα ετερόφυλα ζευγάρια, απαιτεί τη δυνατότητα ολοκλήρωσής της με γάμο.   Σε μια δίκαιη κοινωνία που σέβεται τα μέλη της, όλοι οι πολίτες ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού, πρέπει να έχουν το δικαίωμα να διαμορφώνουν ανεμπόδιστα τις σχέσεις οικειότητας που είναι απαραίτητες για το ευ ζην τους.  

Πηγή: www.lifo.gr

!5 Απριλίου 2014

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment