Πρόεδρος της Δημοκρατίας με 170 βουλευτές

Η ιδέα να μην υπολογιστούν οι ψήφοι των βουλευτών της Χρυσής Αυγής στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας προσκρούει στο άρθρο 32 παρ. 3 του Συντάγματος που απαιτεί στη τρίτη ψηφοφορία «πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών». Δεν υπάρχει αμφιβολία, λοιπόν, πως για να εκλεγεί Πρόεδρος, η τρίτη ψηφοφορία πρέπει να καταγράφει τουλάχιστον τον αριθμό 180.

Η τυπική αυτή προϋπόθεση, η οποία επαναλαμβάνω δεν μπορεί να ξεπεραστεί, καθιστά στην παρούσα συγκυρία την Χρυσή Αυγή καθοριστικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων. Αν ψηφίσει υπέρ, μάλλον εκλέγεται ΠτΔ, αν ψηφίσει κατά, μάλλον δεν εκλέγεται και οδηγούμαστε σε εκλογές.

Νομίζω ότι όπως θα έπρεπε να ντρεπόμαστε αν εκλεγόταν Πρόεδρος με τις ψήφους της Χρυσής Αυγής, το ίδιο πρέπει να ντρεπόμαστε αν με τις ίδιες ψήφους αποτραπεί η προεδρική εκλογή και οδηγηθούμε σε βουλευτικές εκλογές. Προτείνω στις πολιτικές δυνάμεις και στους ανεξάρτητους βουλευτές να πράξουν με τρόπο που να αποκλείει να προσμετρηθούν οι ψήφοι της Χρυσής Αυγής είτε υπέρ είτε κατά της εκλογής.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν οι δημοκρατικές δυνάμεις συμφωνήσουν ότι η δεύτερη ψηφοφορία είναι αποφασιστική και καθοριστική για την εκλογή και υπολογίσουν αναλόγως τις πλειοψηφίες. Πάμε στους υπολογισμούς. Τα τρία πέμπτα του αριθμού των βουλευτών μείον τους 18 που έχουν εκλεγεί με την Χρυσή Αυγή (συνυπολογίζω και τους δύο που ανεξαρτητοποιήθηκαν), δηλαδή τα τρία πέμπτα των 282 είναι 170. Αντιστοίχως, τα δύο πέμπτα που απαιτούνται για να αποτραπεί η εκλογή είναι 113. Αν η υποψηφιότητα Δήμα συγκεντρώσει 170 ψήφους στη δεύτερη ψηφοφορία, χωρίς φυσικά καμία χρυσαυγίτικη ψήφο, τότε η Βουλή πρέπει να αναγνωρίσει ότι συγκέντρωσε ουσιαστικά την απαιτούμενη πλειοψηφία και πρέπει να εκλεγεί Πρόεδρος. Αντιστοίχως, αν υπάρξουν 113 ψήφοι εναντίον της υποψηφιότητας Δήμα, χωρίς καμία χρυσαυγίτικη εννοείται, η Βουλή οφείλει να αναγνωρίσει ότι η υποψηφιότητα απέτυχε και πρέπει να προκηρυχθούν εκλογές.

Εφόσον υπάρξει τέτοια συμφωνία ως προς τη σημασία της δεύτερης ψηφοφορίας, στην τρίτη που απαιτούνται 180 ψήφοι, οι βουλευτές που μειοψήφησαν οφείλουν να προσχωρήσουν στην  πλειοψηφία ώστε να τηρηθεί το γράμμα του Συντάγματος. Αυτός είναι ο μόνος καθαρός τρόπος για μην προσμετρηθούν οι ψήφοι της Χρυσής Αυγής και να μην της επιτραπεί να αποτελεί παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων.

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Συγγενείς του είναι, άρα αυτός το έκανε

Ήμουν από τους πρώτους που αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι ο Γ. Παπακωνσταντίνου έσβησε από τη λίστα Λαγκάρντ τα τρία ονόματα των συγγενών του. Η όλη ιστορία μου φαινόταν εξωφρενικά χοντροκομμένη για να έχει βάση. Στην προεκλογική περίοδο των Ευρωεκλογών κάποιοι αναπαρήγαγαν την σχετική ανάρτηση μου στο FB για να με πλήξουν παίρνοντας ως δεδομένο ότι είναι αυτονόητα επιλήψιμη. Η μειοψηφούσα γνώμη του Αρεοπαγίτη εισηγητή του Δικαστικού Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου κ. Χριστόφορου Κοσμίδη, δηλαδή του δικαστή που μελέτησε προσεκτικά τη δικογραφία και εισηγήθηκε στους άλλους δικαστές την υπόθεση, επιβεβαιώνει πλήρως την αρχική μου εκτίμηση. Βεβαίως, οι άλλοι δικαστές δεν συμφώνησαν μαζί του και αποφάσισαν την παραπομπή του Παπακωνσταντίνου. Το σκεπτικό, όμως, της μειοψηφίας είναι πειστικό και ενισχύει την αρχική μου εκτίμηση.

Ιδού ένα κρίσιμο απόσπασμα:

“το φερόµενο ως, κατ’αρχήν, περισσότερο εύλογο ενδεχόµενο της νόθευσης του αντιγράφου USB από τον κατηγορούµενο Γ. Παπακωνσταντίνου εξασθενίζει σοβαρά, αν ληφθούν υπ’ όψη οι παλινωδίες του Ι. ∆ιώτη, η επεξεργασία, την οποία είχε το περιεχόµενο του αντιγράφου USB στο laptop του Ειδικού Γραµµατέα του Σ∆ΟΕ, οι µετακινήσεις του αντιγράφου USB µεταξύ των τριών Η/Υ, που προαναφέρθηκαν και, µάλιστα, σε ηµέρες, οι οποίες θεωρούνται κρίσιµες για το χρόνο νόθευσης του περιεχοµένου του, η πρόνοια να καταστραφεί τόσο το περιεχόµενο του αντιγράφου USB όσο και τα περαιτέρω αντίγραφα, που είχαν δηµιουργηθεί στο laptop του Ειδικού Γραµµατέα του Σ∆ΟΕ, επί των οποίων θα µπορούσαν να ανιχνευθούν ίχνη διαγραφής των τριών αρχείων, εφ’ όσον η διαγραφή είχε γίνει επ’ αυτών και, τέλος, ο ισχυρισµός του κατηγορουµένου ότι υπήρξε σκευωρία σε βάρος του.

Οι υπάρχουσες ενδείξεις, οι οποίες πιθανολογούν ένα ενδεχόµενο, το οποίο προκύπτει ως συµπέρασµα συλλογισµού (ήτοι, α: λείπουν τρία αρχεία, β: τα αρχεία αυτά αφορούσαν συγγενείς του κατηγορουµένου, άρα γ: ο κατηγορούµενος, που υπήρξε ο δηµιουργός και πρώτος κάτοχος του αντιγράφου USB, διέγραψε τα αρχεία που λείπουν), δεν φαίνεται εφικτό να ενισχυθούν στο ακροατήριο, αφού από το σύνολο του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού δεν συνάγεται άλλη διαπίστωση, πλην αυτών που συγκροτούν τον ως άνω συλλογισµό.”

Με άλλα λόγια, η άποψη της μειοψηφίας είναι ότι από το σύνολο του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού δεν υπάρχει τίποτα παρά ο συλλογισμός ότι αφού τα ονόματα που σβήστηκαν ήταν συγγενείς του αυτός πρέπει να το έκανε. Ένας συλλογισμός που μπορεί να αρκεί για να καταδικάσει κάποιον στα καφενεία δεν είναι, όμως, ικανός να πείσει κανένα δικαστήριο.

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Καλύτερα να θεωρείται αργυρώνητος παρά υπάλληλος ο βουλευτής

Ο Εισαγγελέας ζήτησε από τη Βουλή να αρθεί η ασυλία του βουλευτή κ. Ιω. Μιχελάκη προκειμένου να διωχθεί αυτός για δωροληψία. Συγκεκριμένα, η κατηγορία είναι ότι αυτός δωροδοκήθηκε με 7.000 ευρώ για να καταθέσει ερώτηση στη Βουλή που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα επιχειρηματία. Οι βουλευτές ψήφισαν κατά της άρσης της ασυλίας. Ο Π. Παυλόπουλος τόσο στην επιτροπή που εξέτασε το θέμα όσο και στην Ολομέλεια ισχυρίσθηκε ότι, επειδή το κατηγορητήριο αφορά «δωροδοκία υπαλλήλου» και ο βουλευτής δεν είναι υπάλληλος, δεν ευσταθεί η κατηγορία και για το λόγο αυτό δεν ψήφισε υπέρ της άρσης της ασυλίας.

“Εγώ δεν μπορώ να δεχθώ, ως Βουλευτής, αλλά και ως νομικός, τον χαρακτηρισμό του Βουλευτή, όταν ασκεί κοινοβουλευτικά και νομοθετικά καθήκοντα, ως υπαλλήλου. Και γι’ αυτό ψήφισα εναντίον της συγκεκριμένης παραπομπής.” (Π. Παυλόπουλος Πρακτικά Βουλής).

Με άλλα λόγια, επειδή δεν μπορεί να δεχθεί τον χαρακτηρισμό του βουλευτή ως υπαλλήλου, δέχεται ότι η έννομη τάξη δεν προβλέπει καμία συνέπεια στον χρηματισμό του, όταν αυτός ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει, για να λαϊκίσω κι εγώ, ότι μπροστά στον χαρακτηρισμό του βουλευτή ως υπαλλήλου ο χαρακτηρισμός αργυρώνυτος δεν είναι δα και τόσο προσβλητικός, πολλώ δε έλασσον επισύρει κυρώσεις.

Βεβαίως και νομικά το ζήτημα δεν είναι όπως το θέτει ο Π. Παυλόπουλος. Πολύ απλά, το να δεχτεί κανείς ότι ο όρος «υπάλληλος» είναι τεχνικός και κατά την έννοια του Ποινικού Δικαίου περιλαμβάνει και τους βουλευτές δεν συνεπάγεται αναγκαία ότι τους θεωρεί υπαλλήλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Την άποψη ότι σε αυτές τις περιπτώσεις οι βουλευτές περιλαμβάνονται στην έννοια του υπαλλήλου έχουν υποστηρίξει διαχρονικά επιφανείς ποινικολόγοι. Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία παλαιότερα (πριν θεσπισθεί ειδική διάταξη) γινόταν δεκτό ότι περιλαμβάνονται και οι δικαστές στην έννοια του υπαλλήλου. Το ίδιο το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής,όταν κλήθηκε να γνωμοδοτήσει επί του θέματος, συντάχθηκε με αυτήν την ερμηνεία. Ο καθηγητής του Ποινικού Δικαίου κ. Χρίστος Μυλωνόπουλος σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί του, ήταν κατηγορηματικός για την ορθότητα αυτής της ερμηνείας. Δηλαδή ο Εισαγγελέας που επιλήφθηκε το πρώτον της υπόθεσης, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε (δις) στη Βουλή τη δικογραφία, το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής είναι της άποψης ότι στην έννοια του υπαλλήλου περιλαμβάνονται και οι βουλευτές, και οι μόνοι που φαίνεται να διαφωνούν είναι οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι.

Ας δεχθούμε, όμως, χάριν της συζήτησης, ότι το ζήτημα είναι αμφιλεγόμενο. Είναι νοητό να το λύσει η Βουλή νομικά απλώς αρνούμενη να άρει την ασυλία και αποδεχόμενη ουσιαστικά ότι ο χρηματισμός βουλευτή για άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου δεν επιφέρει συνέπειες; Σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, όταν οι βουλευτές καλούνται να αποφανθούν για την άρση της ασυλίας, ερευνούν μόνο αν η πράξη για την οποία ζητείται η άρση συνδέεται με την πολτική ή κοινοβουλευτική δραστηριότητα του βουλευτή ή η δίωξη ή η μήνυση υποκρύπτει πολιτική σκοπιμότητα. Δεν καλούνται να αποφανθούν για τη νομιμότητα του κατηγορητηρίου, αλλά απλώς εξετάζουν αν οι καταλογιζόμενες πράξεις συνδέονται με τα καθήκοντα του βουλευτή. Το ζήτημα της νομιμότητας του κατηγορητηρίου θα το λύσει το δικαστήριο που θα εκδικάσει την υπόθεση.

Η απίστευτη αυτή ιστορία έχει και μια ακόμη λεπτομέρεια. Μιλώντας στη Βουλή, ο κ. Μιχελάκης αποκάλυψε ότι έχει υποβάλει για την ίδια υπόθεση μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση, η εκδίκαση της οποίας αναβλήθηκε μετά από αίτημα των μηνυομένων, τους οποίους ψέγει για την αναβολή. Δηλαδή διατηρεί ο ίδιος το δικαίωμα να μηνύει πολίτες, τη στιγμή που αυτός αποφεύγει την εκδίκαση της βασικής υπόθεσης.

Τέλος, με δεδομένο ότι τα μικρά κόμματα ψήφισαν υπέρ της άρσης της ασυλίας, η τελική απόφαση (96 κατά, 86 υπέρ) θα ήταν διαφορετική αν σύσσωμη η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ψήφιζε και αυτή υπέρ.

Posted in Σχόλια | 1 Comment

Γιατί η Ε.Κ. ανήκει σε αυτή εδώ τη χώρα

Σήμερα, την ίδια μέρα που ο Ομπάμα αναμένεται να ανακοινώσει μέτρα για τη νομιμοποίηση εκατομμυρίων μεταναστών που ζουν παράνομα στις ΗΠΑ, έγινε γνωστή η νέα ρύθμιση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς. Η νέα ρύθμιση ήταν αναγκαία μετά την απόφαση του ΣτΕ, η οποία έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο Ραγκούση που ρύθμιζε ικανοποιητικά το θέμα. Δεν έχει σημασία να επαναλάβω την κριτική που έχω ασκήσει σε μια απόφαση, η οποία θεωρώ ότι διεκδικεί τα πρωτεία της πλέον λανθασμένης νομικά και αυθαίρετης δικαστικής απόφασης της μεταπολίτευσης. Σημασία έχει να επαναλάβω ότι η απόφαση αυτή έκλεισε το δρόμο για πολιτογράφηση σε ορισμένους από τους καλύτερους νέους αυτής της χώρας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της Ε.Κ., η οποία γεννήθηκε το 1991 στην Κορυτσά της Αλβανίας. Το 1999, σε ηλικία οκτώ χρονών, εγκαταστάθηκε με τους γονείς και τα τρία αδέλφια της στην Ελλάδα. Πήγε στο δημοτικό και αμέσως άρχισε να μαζεύει διακρίσεις για τις επιδόσεις της. Το 2009 αποφοίτησε από το Λύκειο με άριστα και συνέχισε τις σπουδές της στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σήμερα «χρωστά» τέσσερα μαθήματα για να πάρει πτυχίο. Οι γονείς εργάζονται, οι δύο αδερφές είναι φοιτήτριες και ο αδερφός της μαθητής του Λυκείου. Μετά την απόφαση του ΣτΕ, η Ε.Κ. δεν μπορούσε να πάρει την ελληνική ιθαγένεια. Χωρίς ιθαγένεια αφενός δεν μπορεί να εγγραφεί για άσκηση στο Δικηγορικό Σύλλογο και να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου αφετέρου είναι υποχρεωμένη να ζητήσει άδεια παραμονής στη χώρα που βρίσκεται το σπίτι της, η οικογένειά της, οι φίλοι της, οι συμφοιτητές της. Δεν μπορεί να πάρει ιθαγένεια στη χώρα που έχει ζήσει τα δύο τρίτα της ζωής της.

Δεν είναι φοβερή αδικία; Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (το 80,4% σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση) συμφωνεί να χορηγείται ιθαγένεια στα παιδιά μεταναστών που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα. Η προτεινόμενη ρύθμιση, όμως, δυστυχώς δεν θέτει τέλος στην αδικία. Θέτει ως προϋπόθεση για την απόκτηση ιθαγένειας επιτυχή ολοκλήρωση εννέα τουλάχιστον τάξεων σχολείου ή επιτυχή ολοκλήρωση έξι τάξεων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή απολυτήριο λυκείου και ολοκλήρωση σπουδών σε σχολή ελληνικών πανεπιστημίων ή ΤΕΙ.  Όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις μπορούν να καταθέσουν αίτηση στα 16 τους για να αποκτήσουν την ιθαγένεια στα 18 τους.

Οι προϋποθέσεις αυτές καλύπτουν την περίπτωση της Ε.Κ. αλλά όχι του αδερφού της. Δεν καλύπτουν όλα τα παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα, τα οποία θα πρέπει να περιμένουν την ενηλικίωση τους για να πάρουν την ιθαγένεια. Μέχρι τότε, δεν θα είναι πολίτες καμιάς χώρας.

Η Ε.Κ., τα αδέρφια της, οι γονείς της, τα χιλιάδες παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα ανήκουν σε αυτή εδώ τη χώρα. Έχουν όλες τις προϋποθέσεις για να αναπτύξουν τις αρετές τους και να επιδείξουν φροντίδα ώστε να είμαστε όλοι καλά και να ζούμε καλά. Έχουν όλες τις προϋποθέσεις να αναπτύξουν τις αρετές που αναγνωρίζει ο Αριστοτέλης στους άριστους πολίτες. Αρκεί φυσικά να γίνουν πολίτες αυτής της χώρας.

 

 

 

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Φαιοκόκκινες γελοιότητες

Στις 2.11.2008 (σωστά το έγραψα 2008) δημοσιεύτηκε στην Athens Voice άρθρο μου που ασκούσε κριτική στον Στάθη, τότε σκιτσογράφο της Ελευθεροτυπίας. Το θυμήθηκε με αφορμή τον εμπρησμό της Athens Voice και αναφέρθηκε σε αυτό στο παρακάτω σχόλιο:

“Και ο φασίστας (κι ας δηλώνει αναρχικός) καίει την Athens Voice και ξεσπά κύμα συμπαράστασης στη εφημερίδα, συμπεριλαμβανομένης και της ολόθερμης δικής μου. Συμπαρίσταμαι, παρά τις ιδεολογικές μας διαφορές (και μάλιστα εξαιτίας των διαφορών μας), ολόψυχα και εδραία στην Athens Voice, απ’ τις στήλες της οποίας ο κ. Τσακυράκης ζητούσε να μου «απαγορευθεί» το δικαίωμα να γράφω. Τότε, ο εκδότης της Athens Voice εποιείτο την νήσσαν στο όνομα της ελευθερίας του κ. Τσακυράκη στην άποψή του. Τώρα ορισμένοι φασίστες (κι ας δηλώνουν αναρχικοί) καίνε την εφημερίδα στο όνομα της δικής τους ελευθερίας στην άποψη. Αδιέξοδο;”

Όσοι γνωρίζουν τις απόψεις μου ασφαλώς δεν θα πιστέψουν ότι ήταν ποτέ δυνατόν να ζητήσω εγώ την απαγόρευση οποιουδήποτε κειμένου (τη λέξη την απαγόρευση την βάζει σε εισαγωγικά) και φυσικά έτσι είναι. Δεν θα έμπαινα στο κόπο να διαψεύσω τον Στάθη αν δεν μου έδινε την ευκαιρία να θυμηθώ το παλιό μου κείμενο, το οποίο θεωρώ δίκαιο και ο ίδιος συνεχίζει να το επιβεβαιώνει. Ιδού αυτούσιο το παλιό μου άρθρο:

Φαιοκόκκινες αγριότητες

Είμαι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της ελευθερίας του λόγου, γι’ αυτό διαφωνώ με τις διατάξεις που ισχύουν σε κάποιες χώρες της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία), οι οποίες απαγορεύουν το μισαλλόδοξο λόγο. Είμαι αντίθετος με τις απαγορεύσεις, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι σε μια δημοκρατία το μόνο αντίδοτο στον κακό λόγο είναι ο αντίλογος. Ο αντίλογος, όμως, είναι βασικό στοιχείο της θέσης μου, γι’ αυτό θεωρώ ότι δεν πρέπει ο μισαλλόδοξος λόγος να περνά απαρατήρητος ούτε να αντιμετωπίζεται περιπαικτικά.

Δεν μπορώ, επομένως, να ξεκαρδίζομαι στα γέλια (όπως ο Γ. Γιαννουλόπουλος) όταν διαβάζω κείμενα του Στάθη. Μπορεί η θεώρηση που έχει για τον κόσμο με τους πέντε έξι βασικούς εχθρούς (Αμερικανοί, καπιταλιστές, νεοφιλελεύθεροι, τραπεζίτες, εκσυγχρονιστές, παπαγαλάκια) και το λαό που δεν καταλαβαίνει και πρέπει να αφυπνισθεί να είναι διασκεδαστική. Μπορεί, επίσης, να είναι αστεία η ασυγκράτητη προκατάληψή του που τον κάνει να χάνει κάθε μέτρο, όπως π.χ. συνέβη με τον Ομπάμα, τον οποίο χαρακτήρισε μίστερ Τίποτα και κύριο Κανένα.

Δεν είναι, όμως, για γέλια η βιαιότητα του λόγου του και η καλλιέργεια τέτοιου μίσους εναντίον των αντιπάλων του, ώστε η εξόντωσή τους να απομένει ως η μόνη λογική κατάληξη. Θα αναφερθώ σε δύο μόνο παραδείγματα. Παράδειγμα πρώτο: Είναι γνωστή η αντίδρασή του στο βιβλίο Ιστορίας της κ. Ρεπούση. Οι αναφορές του σε αυτή συνεχίστηκαν τακτικά, τις περισσότερες φορές παρεμπιπτόντως και αφού είχε λήξει η διαμάχη για το βιβλίο. Έτσι, η καθηγήτρια κ. Ρεπούση χλευάστηκε επειδή θα προΐστατο «σειράς σεμιναρίων με θέμα πώς να διδάσκεται το Ολοκαύτωμα στο Νηπιαγωγείο και στο Δημοτικό Σχολείο». Δηλαδή, κατά τον Στάθη, μετά το άθλιο βιβλίο που έγραψε, προφανώς, δεν δικαιούται πλέον διά να ομιλεί για οποιοδήποτε θέμα, πόσο μάλλον να παίρνει μέρος σε σεμινάρια. Με αφορμή το ντοπάρισμα της κ. Χαλκιά στους Ολυμπιακούς Αγώνες ο Στάθης κατέληγε στο σχόλιό του ως εξής: «Σαν αυτός ο τόπος να μην αντέχει πια κανένα πρόταγμα (sic), κανέναν ήρωα, σαν να πρέπει να τα ξεφτιλίζει όλα, ώστε να συνεχίσουν να κάνουν κουμάντο οι “κομιστές”, οι νταβατζήδες, τα ρεπουσοειδή… (ω! ναι, στο ίδιο κόλπο της αυτοαπαξίωσής μας είναι και αυτή η ρηχόκαρδη ελίτ». Δηλαδή αν το καλοσκεφθεί κανείς, η κ. Ρεπούση και η ελίτ που είναι μαζί της συνδέονται με όλα τα κακά του τόπου, ακόμη και με το ντοπάρισμα, ακριβώς όπως οι Εβραίοι στη ναζιστική Γερμανία ήταν η αιτία κάθε αρρώστιας και κακοδαιμονίας του γερμανικού λαού.

Παράδειγμα δεύτερο: Γράφοντας εναντίον του κ. Εφραίμ, αφού ζήτησε να βρεθεί κάποιος να του «ξυρίσει το τρισάθλιο κεφάλι», κατέληξε ως εξής: «Αν ο άθλιος αυτός πάπαρδος ζούσε στο Βυζάντιο (του οποίου την… οθωμανική κληρονομιά απολαμβάνει), θα τον άλειφαν πίσσα (κι όχι πούπουλα) και θα τον άναβαν να φωτίζει το βράδυ το λιμάνι του Βουκουλέοντα – να φανεί σε κάτι έστω για μια φορά χρήσιμος! Καθότι, παρ’ ότι γενικώς φιλάνθρωπη (sic) στους νόμους της εκείνη η κοινωνία, για τους καταχραστές θεομπαίχτες διέθετε μόνον κάθαρση κι όχι έλεος…» Ο κ. Εφραίμ μπορεί να έχει κάνει πολλά εγκλήματα στη ζωή του αλλά, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει καταδικασθεί ακόμη για κανένα αδίκημα. Προφανώς λίγη σημασία έχει το γεγονός αυτό, αφού έχει καταδικασθεί από το φιλάνθρωπο γελοιογράφο. Ο κ. Εφραίμ είναι τυχερός που δεν ζει στο Βυζάντιο ή στην κοινωνία που οραματίζεται ο Στάθης, όπου οι άνθρωποι μετρούν βάσει της χρησιμότητάς τους και η δική του δεν είναι άλλη από το να γίνει δαυλός για να φωτίζει το λιμάνι.
Την κατηγορία του χιτλερικού ο Στάθης την απευθύνει με αφάνταστη ευκολία προς όσους αντιμάχεται. Τελευταία αναρωτήθηκε αν ο Ομπάμα είναι ή όχι Χίτλερ και η επιστημονική του απάντηση ήταν «όχι – τουλάχιστον όχι ακόμα». Δεν του περνά από το μυαλό ότι η μισαλλοδοξία που εκφράζουν τα γραπτά του στην πραγματικότητα δεν διαφέρει σε τίποτε από τον τρόπο που έγραφαν οι υποστηρικτές του φασισμού και του ολοκληρωτισμού. Έβαζαν στο στόχαστρο ομάδες ανθρώπων (Εβραίοι, μουζίκοι) ή και μεμονωμένα άτομα, τους επιτίθεντο με αφάνταστη λεκτική βιαιότητα, τους εμφάνιζαν ως υπανθρώπους, αιτία όλων των δεινών του κόσμου, και ζητούσαν να κρεμαστούν ανάποδα.

Βεβαίως η φραστική αγριότητα του Στάθη, σε αντίθεση με αυτή των πρώτων διδαξάντων, δεν έχει στην εποχή μας δόντια, είναι απίθανο να συμβάλει στην επικράτηση του ολοκληρωτισμού στην Ελλάδα. Αρκεί, όμως, η διαπίστωση αυτή για να μας κάνει να γελάμε με αυτά που γράφει;

Athens Voice, 20.11.2008

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Τι καλείται να κρίνει ο δικαστής;

Στη συζήτηση της αίτησης ακύρωσης κατά της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές ενώπιον της Ολομελείας του ΣτΕ ο Πρόεδρος κ. Σ. Ρίζος είχε την τιμητική του. Από την έδρα, κατά το ρεπορτάζ της εφημερίδας το Βήμα, έκανε διάφορες παρατηρήσεις, οι οποίες, εκτός του ότι εκδήλωσαν τη δυσφορία του με το μέτρο, αποκάλυψαν βαθιά παρεξήγηση για τον δικαστικό έλεγχο που καλούνταν να πραγματοποιήσει και για το ρόλο τελικά του ίδιου του δικαστή.

Κατ’ αρχάς, ο κ. Σ. Ρίζος φέρεται να έκανε την παρατήρηση ότι «ο ανταγωνισμός δεν είναι υπεράνω των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν είναι υπεράνω από δόγμα και θρησκεία». Φυσικά όχι μόνον ο ανταγωνισμός αλλά τίποτα δεν είναι υπεράνω κανενός δικαιώματος, όχι μόνον των εργαζομένων αλλά οποιουδήποτε πολίτη. Και φυσικά τίποτα δεν δικαιολογεί παραβίαση της θρησκευτικής ή άλλης ελευθερίας. Αυτό, όμως, είναι το ζητούμενο της δίκης. Διεξάγεται για να κριθεί (και φυσικά να αιτιολογηθεί) κατά πόσον υπάρχει κάποια προσβολή δικαιώματος ή όχι. Η δήλωση ότι χάριν του ανταγωνισμού  παραβιάζονται δικαιώματα απλώς δημιουργεί προκατάληψη εναντίον του μέτρου.

Στη συνέχεια ο κ. Σ. Ρίζος φέρεται να δήλωσε ότι το Δικαστήριο «αφουγκράζεται τη ροή των πραγμάτων» και παρατήρησε: «Δηλαδή, θα έρθει ο Ιταλός τουρίστας στην οδό Πανεπιστημίου την Κυριακή για να ψωνίσει;» Και προσέθεσε ο πρόεδρος τους ΣτΕ: «Αυτά είναι πράγματα ξένα προς την πραγματικότητα».  Ειλικρινά δεν ξέρω αν το Δικαστήριο αφουγκράζεται ή όχι και δεν με ενδιαφέρει διόλου, αφού δεν θεωρώ ότι του έχει ανατεθεί τέτοιος ρόλος. Όπως δεν του έχει ανατεθεί ο ρόλος να παρατηρεί αν ψωνίζει ο Ιταλός τουρίστας την Κυριακή, διότι η παρατήρησή του δεν έχει καμιά σημασία για την κρίση του. Θα άλλαζε, άραγε, αυτή αν παρατηρούσε όλους τους Ιταλούς να ψωνίζουν τις Κυριακές;

Το ερώτημα αυτό σχετίζεται με το ζήτημα αν υπήρξαν ή όχι μελέτες που αποδείκνυαν ότι το μέτρο είναι οικονομικά επωφελές. Κατά το ρεπορτάζ, ο Πρόεδρος του ΣτΕ ήταν, «αρκετά σκληρός λόγω της μη ύπαρξης των αναγκαίων μελετών πριν από την έκδοση της απόφασης για την κυριακάτικη λειτουργία των καταστημάτων». Στις διαβεβαιώσεις δε των δικηγόρων του δημοσίου ότι θα τις προσκομίσουν ο κ. Ρίζος είπε: «Όταν αλλάζει η ζωή των ανθρώπων πρέπει να έχετε κάνει μεγάλη μελέτη» και σημείωσε: «Πολύ παίζουν με τα δικαστήρια οι πολιτικοί και η δημοσιογραφία».

Η πολλή συζήτηση για τις μελέτες υποδηλώνει την παρεξήγηση ότι το Δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει αν το μέτρο είναι οικονομικά επωφελές ή όχι και, κατά συνέπεια, αυτές ή οι εμπειρικές παρατηρήσεις είναι αναγκαίες για την κρίση του. Η εκτίμηση, όμως, της οικονομικής ωφέλειας του μέτρου, ανήκει στο νομοθέτη και όχι στο δικαστή. Βεβαίως, είναι πάντοτε ευχής έργο κάθε μέτρο να στηρίζεται σε μελέτη του ζητήματος που ρυθμίζει. Δεν είναι όμως δουλειά του δικαστή να κρίνει αν ο νομοθέτης είναι απερίσκεπτος ή πρόχειρος. Την αξιολόγηση θα κάνει ο λαός, ο οποίος και θα κρίνει αναλόγως στις επόμενες εκλογές.

Τα πράγματα είναι διαφορετικά αν το μέτρο θίγει δικαιώματα του ανθρώπου. Τότε ασφαλώς ο δικαστής θα ελέγξει το νομοθέτη και θα εξασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων. Και στην περίπτωση αυτή, όμως, οι περίφημες μελέτες επί του θέματος δεν έχουν καμιά σημασία. Η παραβίαση δικαιωμάτων δεν δικαιολογείται επειδή κάποιο μέτρο είναι οικονομικά επωφελές. Με απλά λόγια, αν το μέτρο των ανοικτών καταστημάτων τις Κυριακές θίγει κάποιο δικαίωμα, τότε θα κριθεί ως αντισυνταγματικό, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν μελέτες που αποδεικνύουν ότι είναι οικονομικά επωφελές. Αντίθετα, αν δεν θίγει κάποιο δικαίωμα, θα κριθεί συνταγματικό, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν μελέτες που συνηγορούν για την λανθασμένη επιλογή του μέτρου.

Το «φέρτε μου τις μελέτες» υποδηλώνει έναν έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου τον οποίο ο δικαστής δεν έχει αρμοδιότητα να κάνει, εκτός κι αν διεκδικεί να είναι αυτός ο τελικός κριτής όλων των αποφάσεων σε μια κοινωνία. Ο κ. Σ. Ρίζος φαίνεται να νομίζει ότι είναι θεμιτό να τραβά το αυτί σε όσους θεωρεί ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Από την έδρα δεν είχε κανένα πρόβλημα να κατηγορήσει τους πολιτικούς και τη δημοσιογραφία ότι «παίζουν με τα δικαστήρια». Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος δεν σηκώνει καθόλου κριτική. Προ καιρού π.χ. με αφορμή μια κριτική για τη λειτουργία της δικαιοσύνης εξέδωσε οργίλη ανακοίνωση εναντίον όσων εξυφαίνουν σχέδια υπονόμευσης του κύρους της.

Να εξομολογηθώ την αμαρτία μου: την αντίληψη ότι ο δικαστής είναι τελικός κριτής κάθε απόφασης σε μια κοινωνία και συγχρόνως υπεράνω κριτικής τη θεωρώ προβληματική για τη δημοκρατία.

Posted in Σχόλια | 1 Comment

Δεν θα κάνουν αυτά που λένε

Συνήθως οι πολιτικοί δίνουν υποσχέσεις που δεν τις τηρούν όταν έρθουν στην εξουσία. Ορθά κατακρίνονται για την αθέτηση των υποσχέσεών τους επειδή η ίδια η έννοια της κοινωνικής συμβίωσης και της συνεργατικής δραστηριότητας απαιτούν γενικά τη τήρηση των λόγων μας. Σκεφθείτε το πιο απλό παράδειγμα. Λέω σε κάποιον να συναντηθούμε αύριο στο τάδε μέρος και αυτό που εννοώ και πρέπει ο άλλος να καταλάβει είναι ότι η συνάντηση μπορεί και να μη γίνει καθόλου και, επομένως, είτε αυτός είτε εγώ μπορεί να μην εμφανιστούμε στη συνάντηση. Αν υιοθετήσουμε την αρχή ότι δεν τηρούμε ή δεν εννοούμε αυτά που λέμε τότε είναι αδύνατη οποιαδήποτε συνεργατική δραστηριότητα.

Αυτήν ακριβώς την αρχή κινδυνεύουμε να ακολουθήσουμε στην Ελλάδα όταν προεξοφλούμε ότι κάποιες πολιτικές υποσχέσεις απλούστατα δεν εννοούνται στα σοβαρά. Για παράδειγμα, όλο και περισσότεροι ισχυρίζονται ότι «αν ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει στην εξουσία δεν θα κάνει αυτά που λέει. Το ίδιο συνέβη και με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Όταν κέρδισε τις εκλογές εγκατέλειψε το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και μετέθεσε την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού σε μελλοντική ημερομηνία.» Το μεγάλο πρόβλημα με αυτόν τον συλλογισμό δεν είναι τόσο οι απλουστευτικές εξομοιώσεις καταστάσεων και προσώπων (το 1981 δεν είναι ίδιο με το 2014 ούτε το ΠΑΣΟΚ με τον ΣΥΡΙΖΑ) όσο η παραδοχή ότι η πολιτική μπορεί να διεξάγεται με εξαγγελίες που κανείς δεν πρέπει να τις παίρνει στα σοβαρά.

Ασφαλώς και θεωρώ προτιμότερη μια μεγάλη πολιτική στροφή από τον σοσιαλισμό στις 18 ή το σκίσιμο του Μνημονίου στο προαύλιο της Βουλής. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ ως αιτιολογία πολιτικής θέσης και ψήφου την εκτίμηση ότι δεν θα γίνουν όσα κατά καιρούς εξαγγέλλονται. Το απαράδεκτο δεν έγκειται στο κατά πόσον η συγκεκριμένη εκτίμηση είναι ορθή ή λανθασμένη αλλά στο ότι βασίζεται στην παραδοχή ότι βαρύνουσα σημασία δεν έχει αυτό που λέγεται αλλά αυτό που εκτιμάται ότι θα γίνει. Αν οι επιλογές δεν γίνονται στη βάση αρχών αλλά στη βάση εκτιμήσεων υποβαθμίζεται και το αίσθημα ευθύνης του πολίτη. Άλλο πράγμα είναι να αποδειχθεί ότι είχα λάθος θέσεις και διαφορετικό είναι το λάθος εκτίμησης. Το λάθος εκτίμησης είναι ικανό να «ελαφρύνει» οποιοδήποτε λάθος επιλογής.

Πολλοί πολίτες διαπιστώνουν ότι η σημερινή κυβέρνηση διαιωνίζει την κρίση και τα αδιέξοδα της κοινωνίας μας. Όσοι από αυτούς πείθονται ότι οι θέσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποτελούν διέξοδο δεν έχουν κανένα πρόβλημα αιτιολόγησης της επιλογής τους και ανάληψης της ευθύνης για τη στάση τους. Όσοι, όμως, δεν πείθονται πρέπει να γνωρίζουν ότι οι εκτιμήσεις που εκφράζουν ευσεβείς πόθους δεν αποτελούν επαρκή αιτιολογία επιλογής ούτε στάση ευθύνης.

 

 

Posted in Σχόλια | Leave a comment