Το Ποτάμι στο μέσον του αδιέξοδου δικομματισμού

Νομίζω ότι είναι ορθή η εκτίμηση πως το πολιτικό σκηνικό της χώρας εξακολουθεί να είναι το ίδιο ζοφερό με αυτό που επικράτησε σε όλη τη διάρκεια της κρίσης. Παρά το γεγονός ότι με αφάνταστες θυσίες και αδικίες, επιτεύχθηκε μια δημοσιονομική ισορροπία και ο κίνδυνος μιας άμεσης χρεοκοπίας φαίνεται να απομακρύνθηκε προς το παρόν, η αίσθηση είναι ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.

Η κυβέρνηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ παρουσιάζουν την κρίση σαν μια επώδυνη μακρά παρένθεση που όπου νάναι τελειώνει και βαυκαλίζονται ότι μπορούν ανέξοδα να κάνουν ό,τι ακριβώς έκαναν και στο παρελθόν: να κτίζουν πελατειακές σχέσεις και να στηρίζονται σε αυτές, να διορίζουν και να διανέμουν προνόμια. Είναι απίστευτη η ένδεια που επιδεικνύει η συντηρητική παράταξη για την εξήγηση των αιτιών της δεινής κρίσης και ακόμη πιο απίστευτη η επιμονή της στις πρακτικές και τις πολιτικές που μας έφεραν στη κατάσταση που βρισκόμαστε. Από την πλευρά του το ΠΑΣΟΚ έχει εγκαταλείψει τελείως το «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» και συμμετέχει ενεργά στη νομή της εξουσίας με τον παλιό γνώριμο τρόπο. Η στάση του καθιστά αναξιόπιστη την όποια πρότασή του για ανασυγκρότηση του μεσαίου χώρου, η οποία δικαιολογημένα εκλαμβάνεται από τους πολίτες σαν απλό εκλογικό τέχνασμα. Ο τελευταίος ανασχηματισμός συμβολίζει με τον πιο έκδηλο τρόπο τον αυτισμό των εταίρων προς κάθε αίτημα αλλαγής.

Με χίλια ζόρια και με τις πιέσεις των ξένων κρατηθήκαμε στην επιφάνεια αλλά με την αναβίωση απαράλλακτης της παλαιοκομματικής πρακτικής του παρελθόντος αυτή η κυβέρνηση μας οδηγεί σταθερά σε νέες περιπέτειες. Είναι μια απογοητευτική για τη χώρα κυβέρνηση που θα είχε προ πολλού καταρρεύσει αν δεν υπήρχε ο φόβος της αντιπολίτευσης. Όσο και να ακούγεται παράδοξο είναι η αντιπολίτευση με την πολιτική της που κρατά ζωντανή αυτή τη κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ τις ιδιομορφίες της παθογένειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος και είδε την κρίση ως ευκαιρία καταγγελίας της οικονομίας της αγοράς, της Ευρώπης και του Ευρώ. Κατά καιρούς παρουσίασε ως πρότυπα τη Βενεζουέλα ή την Αργεντινή ενώ υποδαύλισε την οργή των δοκιμαζόμενων πολιτών και συμπαρατάχθηκε σε κάθε συντεχνιακό αίτημα δίκαιο ή άδικο.

Η ειρωνεία είναι ότι όσο λιγότερο πιστεύει ο κόσμος τη ρητορεία της αντιπολίτευσης, όσο απομακρύνεται ο φόβος για τη δήθεν μεγάλη αλλαγή, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να κερδίσει τις εκλογές. Με άλλα λόγια θα τις κερδίσει στο βαθμό που διαφαίνεται, αυτό που πρώτοι είδαν οι εργατοπατέρες που έσπευσαν στις τάξεις της: ότι τίποτα ουσιαστικά δεν θα αλλάξει εκτός φυσικά από την εναλλαγή των προσώπων στην εξουσία. Η μεγαλύτερη ουσιαστική μομφή προς την αντιπολίτευση είναι ότι με τις γενικόλογες καταγγελίες άφησε στο απυρόβλητο τις πρακτικές του παλαιοκομματικού συστήματος διακυβέρνησης και έτσι υπονόμευσε την απαίτηση για συγκεκριμένες ριζικές αλλαγές.

Ισχύει για την αντιπολίτευση το ίδιο που ισχύει για την κυβέρνηση: θα είχε προ πολλού αποδυναμωθεί αν δεν είχε απέναντί της μια πολύ κακή κυβέρνηση. Το ευτύχημα είναι ότι αρκετοί πολίτες αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο στο οποίο μας οδηγούν ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ και δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν αυτοδυναμία είτε στο ένα είτε στο άλλο κόμμα. Ποια, όμως, πολιτική δύναμη μπορεί να συμπράξει με ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ για μια λογική διακυβέρνηση της χώρας; Τα κόμματα-τέρατα της κρίσης και το ΚΚΕ δεν είναι υποψήφιοι. Μένουν το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ που βρίσκεται σε κρίση και το ΠΟΤΑΜΙ. Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ έχουν στη πλάτη τους το βάρος της αποτυχημένης συγκυβέρνησης και άρα δεν μπορούν πειστικά να προβάλουν ως τρίτος πόλος.

Το Ποτάμι είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να απευθυνθεί σε όσους πολίτες απορρίπτουν το δίλημμα ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ και να ζητήσει τη δύναμη για να εγγυηθεί μια διακυβέρνηση που δεν θα βάλει τη χώρα σε περιπέτειες και θα κρατήσει ανοικτή την προοπτική των μεταρρυθμίσεων. Βεβαίως, όπως πολλές φορές είπε ο Σταύρος Θεοδωράκης, το Ποτάμι δεν δημιουργήθηκε για να διεκδικήσει ένα κομμάτι εξουσίας. Φιλοδοξεί να συμβάλει στις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα. Όμως δεν επιτρέπεται σε μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη να αδιαφορεί για την δυνατότητα κυβερνητικής λύσης περιμένοντας να έρθει η ώρα για το δικό της πρόγραμμα. Άλλωστε η άρνηση σύμπραξης στις σημερινές περιστάσεις δεν θα σήμαινε παρά, μετά από αλλεπάλληλες εκλογές, αυτοδυναμία ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή μια λύση καταστροφική.

Πρέπει, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε ότι παρόλο που είμαστε μια νέα πολιτική δύναμη, δεν θα καθίσουμε στην άκρη, καθαροί και αμόλυντοι, αλλά εφόσον έχουμε τη δυνατότητα θα συμβάλλουμε σε μια κυβερνητική λύση είτε πρώτο κόμμα έρθει η ΝΔ είτε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μερικοί μας λένε: δεν μπορεί και με τους δύο, διαλέξτε. Η απάντηση είναι ότι και οι δύο είναι κακοί, δεν θα συνεργαστούμε επειδή με κάποιον συγγενεύουμε, αλλά γιατί θα αποτρέψουμε το χειρότερο που είναι να κυβερνήσουν μόνοι τους.

Δεν πρόκειται, όμως, να κάνουμε αυτά που κοροϊδεύουμε. Οι όροι της κυβερνητικής συνεργασίας θα είναι διαφανείς και θα ελέγχονται από τη κοινή γνώμη. Για την συνεργασία υπάρχουν δύο προφανείς κόκκινες γραμμές (για να χρησιμοποιήσω ένα όρο της μόδας), η μία προς τη ΝΔ, η άλλη προς το ΣΥΡΙΖΑ. Η κόκκινη γραμμή με τη ΝΔ είναι το πελατειακό κράτος. Δεν θα συνεργαστούμε αν δεν εξασφαλίσουμε αξιοκρατικούς διορισμούς στις θέσεις διοίκησης. Δεν θα υπάρξει κανένα 4-2-1 ή άλλη κατανομή αλλά θα επαναφέρουμε ανανεωμένο το open gov. Το Ποτάμι μπορεί να μην διορίσει κανένα δικό του στέλεχος αλλά θα είναι υπεύθυνο για κάθε διορισμό που θα γίνει. Η κόκκινη γραμμή με το ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανώς η Ευρώπη και το Ευρώ. Δεν είναι θέμα γενικής διακήρυξης αλλά εξασφάλισης ότι δεν θα γίνει καμία ενέργεια που μπορεί να διαταράξει τις σχέσεις μας με τους εταίρους και τη θέση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι κόκκινες αυτές γραμμές πρέπει να εκφραστούν και από τα πρόσωπα της συγκυβέρνησης. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αν η ΝΔ βγει πρώτο κόμμα, δεν πρέπει να είναι δεδομένο ότι θα ηγηθεί της νέας κυβερνητικής συνεργασίας ο σημερινός Πρωθυπουργός που διακρίθηκε στον διορισμό ημετέρων και τη διανομή προνομίων. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ βγει πρώτο κόμμα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών πρέπει να ανατεθεί σε πρόσωπο αναμφισβήτητου ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Οι κόκκινες γραμμές και τα πρόσωπα φυσικά δεν είναι αρκετά για να διαγράψουν μια κυβερνητική συνεργασία. Το Ποτάμι, αναλόγως και με τη δύναμή του, πρέπει να θέσει προτεραιότητες για συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, να τις διαπραγματευτεί και το κυριότερο να εφαρμόσει ό,τι συμφώνησε.

Δεν θα ήθελα να κλείσω μένοντας στις άμεσες προοπτικές συνεργασίας για την εξουσία. Το Ποτάμι, είπαμε, έχει τη μεγάλη φιλοδοξία να πείσει τους πολίτες ότι η κρίση είναι αφορμή για τη δημιουργία μιας δίκαιης, σύγχρονης και αποτελεσματικής κοινωνίας. Γνωρίζουμε ότι πρόκειται για έργο δύσκολο που απαιτεί ριζικές αλλαγές σε όλους τους τομείς: δικαιοσύνη, διοίκηση, παιδεία, υγεία, ασφάλιση. Με αυτό, όμως, το έργο πρέπει εν τέλει να αναμετρηθούμε και σε αυτό έχουμε ανάγκη από τη συμπαράταξη όλων των δυνάμεων που βλέπουν το αδιέξοδο του δικομματισμού. Οι δυνάμεις αυτές είναι υπαρκτές και ισχυρές. Το μέγα στοίχημα είναι να κατορθώσουμε χωρίς ιδεοληψίες και φανατισμούς να τις ενώσουμε σε μια μεγάλη παράταξη που θα αλλάξει τη κοινωνία μας.

Ομιλία σε εκδήλωση “Λύσεις όχι συνθήματα” που οργάνωσε το Ποτάμι 21.9.2014

Posted in Ομιλίες | Tagged | Leave a comment

ΜΜΕ το μεγάλο θεσμικό σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης

  • Δεν υπάρχει παγκόσμιο προηγούμενο χώρας που επί δεκαετίες να λειτουργούν παράνομα όλοι οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί. Στη χώρα μας από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 όλοι οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί εκπέμπουν είτε χωρίς άδειες λειτουργίας είτε με προσωρινές άδειες λειτουργίας των οποίων η ισχύς έχει λήξει ή παράνομα παραταθεί επ’ αόριστον. Επί εικοσαετία μετατίθεται χρονικά η διαγωνιστική διαδικασία αδειοδότησης και επινοήθηκε η έννοια των «νομίμως λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών» για να καλύψει την εξόφθαλμη παρανομία. Η ανομία στη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων έχει εξετασθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, που έχει κρίνει ότι η συνέχιση λειτουργίας των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών δεν είναι συνταγματικά ανεκτή (ΣτΕ (Ολ.) 3578/2010, 237/2012, 1901/2014 κ.ά.).
  •  Το φάσμα των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων αποτελεί φυσικό μονοπώλιο και συνιστά σπάνιο φυσικό πόρο. Άρα η διαχείρισή του πρέπει να τελεί υπό την εποπτεία τού κράτους, το οποίο θα διασφαλίζει τη βέλτιστη αξιοποίησή του. Προς τούτο, το κράτος οφείλει να παραχωρεί άδειες χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων στη βάση κριτηρίων οικονομικών αλλά ταυτόχρονα και κοινωνικών και πολιτιστικών, οι οποίες θα ισχύουν για περιορισμένο χρόνο και θα ανανεώνονται κατόπιν αξιολόγησης των δικαιούχων. Η ίδρυση και λειτουργία ραδιοτηλεοπτικών σταθμών δεν είναι δικαίωμα, είναι προνόμιο.
  • Όλοι γνωρίζουν πόσο μεγάλη επιρροή ασκούν σε μια κοινωνία τα ΜΜΕ και πόσο ισχυρή εν τοις πράγμασι εξουσία διαθέτουν. Η εξουσία αυτή κυριολεκτικά «αρπάχθηκε» από ιδιώτες και ασκείται επί δεκαετίες παράνομα και ανέλεγκτα. Χωρίς να υποτιμούμε τα σκάνδαλα των έμμεσων παροχών, τα θαλασσοδάνεια και τις αγοραπωλησίες ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, η ανομία στα ΜΜΕ είναι το τεράστιο θεσμικό σκάνδαλο της σύγχρονης δημοκρατίας μας.
  • Το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει η πολιτική βούληση για να αποκατασταθεί η νομιμότητα. Η συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, της Ανεξάρτητης Αρχής που, κατά το Σύνταγμα, είναι αρμόδια για την άσκηση του κρατικής εποπτείας της ραδιοτηλεόρασης έχει επανειλημμένα κριθεί παράνομη. Και τούτο διότι η θητεία των μελών του ΕΣΡ έχει λήξει προ πολλών ετών και η πολυμελής Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής που είναι αρμόδια για τον διορισμό τους, δεν κατορθώνει να συγκεντρώσει την πλειοψηφία των 4/5 που απαιτείται από το Σύνταγμα για να διορίσει νέα μέλη. Αντί της συναίνεσης παρατείνεται συνεχώς η θητεία των σημερινών μελών -έχει ήδη παραταθεί εφτά (!) φορές μόλις από το 2012, τελευταία στις 28.6.2014 με τον ν.4271/2014 – κατά τρόπο που πλήττει βαθύτατα το κράτος δικαίου και που έχει κριθεί επανειλημμένα παράνομη από το Συμβούλιο της Επικρατείας (1098/2011, 2074/2011, 4404/2013 κ.ά.).
  • Το αποτέλεσμα από την έλλειψη συναίνεσης για τον διορισμό του ΕΣΡ είναι να μην υπάρχει το αρμόδιο πολιτειακό όργανο που έχει την αρμοδιότητα να επιβάλει τη νομιμότητα στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο. Η ειρωνία είναι ότι με την ψηφιοποίηση των συχνοτήτων, η διαχείριση του δικτύου έχει ανατεθεί στην εταιρεία Digea (μέτοχοι της οποίας είναι οι τηλεοπτικοί σταθμοί ALPHA, ALTER, ANTΕΝΝΑ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ TV, MEGA, ΣΚΑΪ και STAR), η οποία υποχρεούται να παραχωρεί τη χρήση συχνοτήτων στους διάφορους τηλεοπτικούς σταθμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι μέτοχοί της. Έτσι σήμερα προκύπτει άλλη μια πρωτοφανής και θλιβερή «ελληνική ιδιαιτερότητα»: οι τηλεοπτικοί σταθμοί θα έχουν άδεια να χρησιμοποιούν το δίκτυο των συχνοτήτων, αλλά δεν θα έχουν άδεια – ούτε και εποπτεία – για το περιεχόμενο που εκπέμπουν.
  • Αν ούτε η ψηφιοποίηση των συχνοτήτων αποτελέσει ευκαιρία για νομιμότητα ο κίνδυνος να διαιωνισθεί η ανομία στα ΜΜΕ είναι η πλέον πιθανή εξέλιξη.
  • Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για διορισμό νέου ΕΣΡ. Τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικοί πρέπει να καταλάβουν ότι είναι καλύτερο να υπάρχει ακόμη και μια κακή Ανεξάρτητη Αρχή παρά να μην υπάρχει διόλου. Η συνταγματική διάταξη που απαιτεί πλειοψηφία 4/5 για τον διορισμό των μελών τού Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης πρέπει να αναθεωρηθεί από διάταξη που απαιτεί απλή πλειοψηφία ή πλειοψηφία 3/5: η συναίνεση δεν μπορεί να επιβληθεί από κανένα Σύνταγμα, μπορεί και πρέπει να επιδιωχθεί πολιτικά.
  • Ως τότε, όμως, τα πολιτικά κόμματα αλλά και οι πολιτικοί που απαρτίζουν τη Διάσκεψη των Προέδρων έχουν ευθύνη για τη συνεχιζόμενη ανομία, στην οποία έχουν καθήκον να βάλουν τέλος τώρα. Πολιτικά κόμματα και πολιτικοί οφείλουν να δεσμευθούν ότι θα συναινέσουν στον διορισμό των μελών τού Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και, πολύ περισσότερο, ότι το νέο Συμβούλιο θα ολοκληρώσει τη διαδικασία χορήγησης αδειών λειτουργίας σε όλους τους ιδιωτικούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς μέσα σε ένα έτος.
  • Η παράνομη λειτουργία ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, που εποπτεύονται από μια παράνομα συγκροτημένη Αρχή, δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Posted in Uncategorized | Leave a comment

Δημήτρης Κυρίτσης: Ξεπερνώντας το πολυπολιτισμικό παράδοξο

 

Σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη άποψη η οποία εκφράστηκε πρόσφατα σε μια σειρά από άρθρα, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα παράδοξο που το προκαλεί η συνύπαρξη διαφόρων εθνοτικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών κοινοτήτων εντός της επικράτειάς τους. Το παράδοξο αυτό –ας το ονομάσουμε πολυπολιτισμικό- επιτείνει η εισδοχή μεταναστών που έχουν πολύ μικρή εμπειρία της ζωής στη Δύση και φέρνουν μαζί τους τρόπους ζωής και ηθικές αντιλήψεις που συχνά ξενίζουν ή σοκάρουν την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Πώς πρέπει να αντιμετωπίσει μια φιλελεύθερη δημοκρατία όπως η δική μας αυτό το φαινόμενο; Εδώ, μας λένε, έγκειται το παράδοξο. Αν αναγνωρίσει στις πολιτιστικές μειονότητες το δικαίωμα να ακολουθήσουν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους, τότε ανοίγει την πόρτα σε πρακτικές που απάδουν προς τις αξίες μιας δυτικής κοινωνίας. Στο μυαλό μας έρχονται τα γνώριμα παραδείγματα της κλειτοριδεκτομής, του λιθοβολισμού ως τιμωρίας της μοιχείας, των εγκλημάτων τιμής. Αν πάλι επιβάλει περιορισμούς για να προστατεύσει αυτές τις αξίες, τότε θα κατηγορηθεί για έλλειψη ανεκτικότητας προς την πολιτιστική ετερότητα.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι το παράδοξο διαιωνίζεται από μια πολιτική ίσων αποστάσεων στο όνομα ενός κακώς εννοούμενου laissez faire.  Κατ’ αυτούς, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες θα πρέπει να πάρουν με αποφασιστικότητα το μέρος των δυτικών αξιών και να απαιτήσουν από όσους ζητούν να γίνουν μέλη τους να τις ενστερνιστούν. Εδώ, επιμένουν, έτσι ζούμε, αυτά πιστεύουμε, πάνω σε αυτήν την κουλτούρα οικοδομήσαμε τη συμβίωσή μας. Γιατί να κάνει υποχωρήσεις η πλειοψηφία; Την ίδια στιγμή, βέβαια, η μειοψηφία αντιδρά με ανάλογο τρόπο: Πόσο πρέπει να θυσιάσουμε την πολιτιστική ιδιομορφία μας χάριν της κοινωνικής ένταξης; Γιατί να αποδεχθούμε έναν πολιτισμό ξένο προς την ταυτότητά μας;

Αυτή η εικόνα διελκυστίνδας είναι παραπλανητική γιατί παρουσιάζει ως πολιτισμικό ένα ζήτημα που είναι πρωτίστως ηθικοπολιτικό, ζήτημα πολιτικής δικαιοσύνης. Το κορυφαίο κατόρθωμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι ακριβώς ότι δεν εξαρτά τον πολιτικό δεσμό από την θρησκευτική ή πολιτιστική ταύτιση. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν επιβάλλει ούτε πριμοδοτεί μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία. Παραμένει ουδέτερη σε θέματα κουλτούρας. Θεωρεί ως απαρέκκλιτο όρο της ηθικής της νομιμοποίησης ότι επιτρέπει στον καθένα να ζει σύμφωνα με τις δικές του πεποιθήσεις για το αγαθό. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στάσης είναι αναμφισβήτητα η θρησκεία. Είτε είσαι χριστιανός, είτε μουσουλμάνος, είτε άθεος, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία θεωρείσαι ισότιμος πολίτης. Ασφαλώς, η ελευθερία σου πρέπει συχνά να περιοριστεί προκειμένου να διασφαλιστούν ακριβοδίκαιοι όροι κοινωνικής συμβίωσης για όλους. Μάλιστα, όπως υποστηρίζει εμφατικά ο John Rawls στο βιβλίο του Political Liberalism, αυτούς τους περιορισμούς μπορεί να τους συμμεριστούν όλοι όσοι ασπάζονται εύλογες (reasonable) κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις, όσοι δηλαδή αναγνωρίζουν ότι σε συνθήκες αξιακού πλουραλισμού κανείς δεν μπορεί να αξιώσει να ασπαστούν οι υπόλοιποι τις ιδέες του. Και τούτο επειδή συνειδητοποιούν ότι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλιστεί σε καθε κοσμοθεωρία ισότιμη ευκαιρία να ανθίσει είναι να προστατευθούν όλες εξίσου. Αυτό επιτυγχάνεται με την αναγνώριση αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων έκφρασης, θρησκευτικής ελευθερίας, ιδιωτικής ζωής, και συνάθροισης. Εξασκώντας αυτά τα δικαιώματα, οι πολίτες μόνοι τους ή σε ομάδες μπορούν χωρίς φόβο να ακολουθήσουν την κοσμοθεωρητική αντίληψή τους.

Συνεπώς, στη φιλελεύθερη δημοκρατία ο νικητής –ο ισχυρός, η πλειοψηφία- δεν τα παίρνει όλα, δηλαδή δεν επιβάλλει τη δική του αντίληψη ζωής ως πρότυπο για όλους. Από την άλλη μεριά όμως, δεν επιτρέπεται και στη μειοψηφία να κάνει αυτό που απαγορεύεται στην πλειοψηφία, να επιβάλλει αξίες και τρόπο ζωής. Καμια ομάδα δεν μπορεί να αναγκάζει τα μέλη της να κάνουν κάτι με το οποίο διαφωνούν με σκοπό να προφυλάξει την εσωτερική της συνοχή ή να επιβεβαιώσει τις αξίες της. Πρακτικές βίας, όπως η υποχρέωση κλειτοριδεκτομής, ο λιθοβολισμός για μοιχεία, τα εγκλήματα τιμής, δεν έχουν θέση σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, όχι γιατί ανήκουν σε ένα τρόπο ζωής που δεν αρέσει στην πλειοψηφία, αλλά επειδή στερούν από τα άτομα το δικαίωμα να ζουν σύμφωνα με τις δικές τους πεποιθήσεις για το αγαθό. Με άλλα λόγια παραβιάζουν ένα βασικό αίτημα πολιτικής δικαιοσύνης.

Η αντίληψη που σκιαγραφήθηκε παραπάνω λύνει το πολυπολιτισμικό παράδοξο. Γιατί ξεκινά από την καταστατική αρχή ότι η κουλτούρα μιας κοινωνίας δεν επηρεάζει το τι οφείλουμε και τι δικαιούμαστε ως μέλη της αντίστοιχης πολιτικής κοινότητας, ούτε το τι μπορεί να επιβληθεί από το κράτος. Αυτή η αντίληψη απορρίπτει τη γλώσσα της επιβολής, της αφομοίωσης και του ελάχιστου κοινού (πολιτισμικού) παρονομαστή. Μας καλεί, προτού συρθούμε σε μια ακόμη σύγκρουση πολιτισμών, να δούμε τι αποθέματα μας παρέχουν οι καλύτερες πολιτικές μας παραδόσεις.

Posted in Διάλογος | Leave a comment

Το δίκιο του κ. Α. Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ

Πρωτοφανή επίθεση δέχεται ο κ. Αν. Γεωργίου, Πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνικής Στατιστικής Αρχής) εξαιτίας της αντίδρασής του στην απόφαση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία (παρά την εισαγγελική πρόταση να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο) έκρινε ότι πρέπει να συνεχισθεί περεταίρω η ανάκριση για τη τεχνητή διόγκωση του ελλείμματος για το έτος 2009. Ο Πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ επεσήμανε ότι καλούνταν να καταθέσουν για την υπόθεση πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για τα ψευδή στατιστικά στοιχεία των προηγούμενων χρόνων, τα οποία, σύμφωνα με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αποτελούσαν “στατιστικές απάτες”. Ο άνθρωπος παραπονιόταν για το προφανές: αντί αυτοί οι άνθρωποι να διωχθούν επειδή αποδεδειγμένα κατασκεύαζαν ψευδή στοιχεία, καλούνταν να καταθέσουν εις βάρος του για μια κατηγορία που μόνο ψεκασμένοι θα μπορούσαν να πιστέψουν, αφού η Eurostat έχει πολλές φορές αποφανθεί για την εγκυρότητα των στοιχείων της Αρχής.

Η Επιτροπή Διαφάνειας και Θεσμών θεώρησε ορθό, μετά από πρόταση του κ. Π. Παυλόπουλου, να εκφράσει την αποδοκιμασία της για τη δήλωση του κ. Γεωργίου με το σκεπτικό ότι δεν επιτρέπεται στις Αρχές να ασκούν κριτική σε δικαστικές αποφάσεις. Αλλά κανένας νόμος δεν μπορεί να απαγορεύσει σε κάποιον να υπερασπισθεί τον εαυτό του ασκώντας κριτική σε απόφαση που τον αφορά. Άριστα, επομένως, έπραξε ο κ. Αν. Γεωργίου να προβεί στη συγκεκριμένη δήλωση, της οποίας το περιεχόμενο είναι παρεπιμπτόντως απολύτως πειστικό (βλ. όλη τη δήλωση http://s.kathimerini.gr/resources/article-files/deltio-typoy_proedros_ellhnikh-statistikh-arxh-25714.pdf).

Η Νέα Δημοκρατία νομίζει ότι με διάφορα τεχνάσματα και παραπλάνηση μπορεί να αποσείσει τις τεράστιες ευθύνες που έχει για την εξαπάτηση όχι μόνον των Ευρωπαίων αλλά και των Ελλήνων πολιτών σχετικά με τα στοιχεία που έδινε για την πορεία της οικονομίας. Ο κ. Π. Παυλόπουλος, που πρωτοστάτησε στην επίθεση κατά του κ. Α. Γεωργίου, με αφορμή τις αποστάσεις που πήρε ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ που απουσίαζε από τη συνεδρίαση της Επιτροπής Διαφάνειας, βρήκε την ευκαρία να δώσει τη δική του ερμηνεία για τα γεγονότα: “[...] δεν θα περίμενε κανείς αποδοκιμασία –και πολύ περισσότερο συγγνώμη- από τον κ. Ρήγα και το ΠΑΣΟΚ για τα «έργα και τις ημέρες» του κ. Α. Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ κατά την εποχή του. Άλλωστε το «φούσκωμα» του ελλείμματος, για το οποίο έχει ήδη επιληφθεί η Δικαιοσύνη, είναι προϊόν «αγαστής» συνεργασίας τους και «φυσική συνέχεια» του αλήστου μνήμης «λεφτά υπάρχουν» του κ. Γιώργου Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, που μας οδήγησαν στον εφιάλτη των «Μνημονίων». Όσο για την «παραχάραξη της αλήθειας», ο κ. Ρήγας μάλλον δεν θέλει να συνειδητοποιήσει το νόημα της λαϊκής ετυμηγορίας για το ΠΑΣΟΚ, όπως αυτή έχει πια επανειλημμένως εκφρασθεί, αποδίδοντας έτσι με αδιάσειστο δημοκρατικό τεκμήριο τις ευθύνες που αναλογούν στον καθένα.”  Δεν με ενοχλεί τόσο η αστεία θέση ότι για τα Μνημόνια φταίει ο κ. Γεωργίου και η ΕΛΣΤΑΤ. Η ιστορία δεν γράφεται με δηλώσεις και ό,τι και να ειπωθεί σήμερα είναι βέβαιο ότι θα είναι αμείλικτη για την περίοδο διακυβέρνησης του Κ. Καραμανλή. Με ενοχλεί, όμως, ότι ο κ. Π. Παυλόπουλος, μέλος της Επιτροπής Διαφάνειας, ουσιαστικά παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, υιοθετώντας τις κατηγορίες εναντίον του κ. Α. Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ. Λόγω του θεσμικού του ρόλου δεν δικαιούται να το πράττει.

Ας μην γελιόμαστε, μετά τον κ. Χ. Θεοχάρη, το πολιτικό προσωπικό της χώρας έχει βάλει στο στόχαστρο άλλο έναν πραγματικά ανεξάρτητο διοικητικό στέλεχος. Κάποιος Μεσσήνιος θα περιμένει τον διορισμό του. Πρόκειται για ένα πολιτικό προσωπικό που δεν πρόκειται να αλλάξει, πρέπει να συντριβεί.

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Αναθεώρηση τώρα

Κανείς δεν πήρε στα σοβαρά την εξαγγελία του Πρωθυπουργού για μια νέα, ευρείας κλίμακας αναθεώρηση του Συντάγματος. Ως γνωστόν αυτή «ρίχτηκε στο τραπέζι» λίγες μέρες πριν από τις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση και την Ευρωβουλή και δικαιολογημένα αντιμετωπίστηκε περισσότερο σαν ένα ακόμη προεκλογικό τέχνασμα παρά σαν μια ουσιαστική πρόταση αναθεώρησης. Μολονότι περιείχε προτάσεις για ριζικές αλλαγές (εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, Συνταγματικό Δικαστήριο) ήταν τόσο εμφανές ότι αποσκοπούσε σε εντυπώσεις ώστε ουδείς ασχολήθηκε με αυτές. Όπως ήταν αναμενόμενο, η εξαγγελία ξεχάστηκε εντελώς και από την ίδια τη κυβέρνηση και φαντάζομαι ότι προορίζεται να ανασυρθεί ξανά σε κάποια νέα προεκλογική εκστρατεία.

Αντιλαμβάνομαι ότι είναι σκληρό να ταράζει κανείς τα μπάνια της κυβέρνησης και των κομμάτων, όμως, η επόμενη Βουλή πρέπει οπωσδήποτε να είναι αναθεωρητική κι αυτό προϋποθέτει απόφαση για αναθεώρηση από την παρούσα Βουλή. Αν δεν τεθεί το ζήτημα τώρα,  υπάρχει ο κίνδυνος, ιδιαίτερα σε περίπτωση πρόωρων εκλογών, να μην αποφασισθεί τίποτα και η αναθεώρηση να παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Η παρούσα Βουλή πρέπει οπωσδήποτε να αποφασίσει αναθεώρηση του Συντάγματος αν μη τι άλλο για να αλλάξει το διαβόητο άρθρο 86 (ποινική ευθύνη υπουργών) για το οποίο όχι μόνο οι πολίτες αλλά και όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν συμφωνήσει ότι είναι σκανδαλώδες αφού εισάγει προνομιακό καθεστώς οιoνεί ατιμωρησίας των υπουργών. Πρέπει, επίσης, οπωσδήποτε να αποφασίσει την αναθεώρηση του άρθρου 101Α που προβλέπει ομοφωνία ή πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής για τον διορισμό των προσώπων που στελεχώνουν τις Ανεξάρτητες Αρχές. Επειδή η ομοφωνία ή αυξημένη πλειοψηφία δεν επιτυγχάνεται, η θητεία των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών παρατείνεται στο διηνεκές με νόμο, πρακτική που έχει κριθεί παράνομη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, του οποίου η θητεία των σημερινών μελών έχει ήδη παραταθεί εφτά (!) φορές από το 2012 (τελευταία παράταση στις 28.6.2014 με τον ν.4271/2014) παρά το γεγονός ότι επανειλημμένες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (1098/2011, 2074/2011, 4404/2013 κ.ά.)  έχουν κρίνει παράνομη την παράταση της θητείας τους και κατ’ επέκταση έχουν κρίνει παράνομη τη λειτουργία του ΕΣΡ. Πρέπει, τέλος, οπωσδήποτε να αποφασίσει την αναθεώρηση του άρθρου 14 εδ. 9 (βασικός μέτοχος) αφού μετά από απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτή έχει καταστεί ανίσχυρη και δεν εφαρμόζεται.

Οι παραπάνω αλλαγές είναι υποχρεωτικές και, αν η κυβέρνηση ολιγωρεί, η αντιπολίτευση έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει τη διαδικασία αναθεώρησης καταθέτοντας τη σχετική πρόταση. Αν αρχίσει η διαδικασία αναθεώρησης, ασφαλώς και πρέπει να επιδιωχθούν επί μέρους ορθολογικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είναι ώριμες εδώ και καιρό. Διατάξεις όπως η συνταγματική απαγόρευση των μη κρατικών πανεπιστημίων καθώς και η απαγόρευση του προσηλυτισμού δεν υπάρχουν σε κανένα Σύνταγμα της υφηλίου και άφοβα μπορούμε να τις καταργήσουμε. Το ίδιο άφοβα μπορούμε να καταργήσουμε τις ανελεύθερες για τον Τύπο διατάξεις που επιτρέπουν την κατάσχεση εντύπου για προσβολή του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας, για προσβολή θρησκείας ή για δημοσίευση απορρήτων και ασέμνων. Η κατάσχεση στην εποχή του Διαδικτύου είναι αναποτελεσματική και η κοινή νομοθεσία αρκεί για την προστασία των εννόμων αγαθών που απειλούνται.

Γενικά έχουμε ένα ιδιαίτερα φλύαρο Σύνταγμα με πολλές άχρηστες και λεπτομερείς διατάξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη. Ας πάρουμε ένα ψαλίδι και ας κόψουμε τους βερμπαλισμούς και τις ανάρμοστες για ένα Σύνταγμα διατάξεις προσβλέποντας σε ένα λιτό κείμενο που να περιλαμβάνει τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής μας συμβίωσης.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει χρόνος (ούτε η απαιτούμενη νηφαλιότητα) για μια σοβαρή συζήτηση πάνω σε φιλόδοξες αλλαγές του πολιτικού μας συστήματος. Ζητήματα, όπως, ο περιορισμός της πρωθυπουργοκεντρικής εξουσίας, ο επανακαθορισμός της εξουσίας της Δικαιοσύνης, ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας και η αξιοκρατική και αποτελεσματική οργάνωση της διοίκησης, απαιτούν έναν ουσιαστικό εθνικό διάλογο που φοβάμαι ότι δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε. Μπορούμε ίσως να επιδιώξουμε κάποιες μικρές αλλαγές, όπως π.χ. την αλλαγή της σύνθεσης του λεγόμενου Μισθοδικείου. Πρόκειται για ένα δικαστήριο που έχει προκαλέσει με την αποδοχή όλων των συντεχνιακών αιτημάτων των δικαστών και γενικά έχει κάθε άλλο παρά έχει πείσει για την αμεροληψία του.

Περιέγραψα τριών ειδών συνταγματικές αλλαγές που πρέπει να πραγματοποιήσουμε: τις υποχρεωτικές, τις ορθολογικές και τις φιλόδοξες. Δεν επιτρέπεται το πολιτικό προσωπικό της χώρας να αδρανήσει και να χαθεί η δυνατότητα αναθεώρησης από την επόμενη Βουλή. Πρέπει να πραγματοποιήσουμε τις πρώτες και κάποιες από τις δεύτερες και να ανοίξουμε τη συζήτηση για τις τρίτες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 27 Ιουλίου 2014

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Προβληματική δικαστική εξουσία

Το Μισθοδικείο έκρινε τις περικοπές των μισθών των δικαστικών λειτουργών αντισυνταγματικές και επιπλέον απένειμε και στους δικαστές το προνόμιο που έχουν οι βουλευτές να είναι αφορολόγητο το 25% του μισθού τους. Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές αποδοχών των ενστόλων, το Ελεγκτικό Συνέδριο αντισυνταγματικές τις περικοπές των συνταξιούχων δικαστικών. Επεται η κρίση για τις περικοπές όλων των ειδικών μισθολογίων.

Είναι πια φανερό ότι η δικαστική εξουσία θεωρεί ότι έχει την αρμοδιότητα να καθορίζει το μισθολόγιο του Δημοσίου και κατ’ επέκταση ένα μεγάλο μέρος της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας. Φυσικά, από καμία συνταγματική διάταξη δεν προκύπτει η δικαιοδοσία της να καθορίζει τους μισθούς και τις συντάξεις του Δημοσίου. Εχει «υφαρπάξει» αυτήν την αρμοδιότητα και το έχει κάνει με τρόπο αυθαίρετο και προκλητικό.

Στο παρελθόν, από τις στήλες της «Κ» έχω ασκήσει κριτική στις σχετικές αποφάσεις και δεν σκοπεύω να το επαναλάβω. Περιορίζομαι να πω ότι πρόκειται για νομικές κατασκευές, που απλούστατα δεν είναι υποστηρίξιμες. Στο μέλλον, θα αποτελούν υπόδειγμα αυθαιρεσίας και μόνο με τη γενική κρίση που διέρχεται η κοινωνία μας θα μπορούν να κατανοηθούν.

Εκ των πραγμάτων, έχει διαμορφωθεί μια κατάσταση μέσα στην οποία η δικαστική εξουσία διεκδικεί ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο. Από μία άποψη είναι, βεβαίως, ειρωνικό ότι η πλέον αποτυχημένη κρατική λειτουργία αναδεικνύεται σε αποφασιστικό πολιτικό παράγοντα. Πράγματι, όπως είναι γνωστό, η δικαστική λειτουργία αδυνατεί να επιτελέσει το βασικό έργο της, δηλαδή να επιλύει τις διαφορές των πολιτών μέσα σε εύλογο χρόνο. Δεν έχουμε απλώς καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων, αλλά ευρείας έκτασης αρνησιδικία. Η τεράστια δυσλειτουργία της επιχειρείται να καλυφθεί με έναν δίχως αρχές ακτιβισμό, που επιδιώκει να φαίνεται αρεστός στην κοινή γνώμη.

Το χειρότερο είναι ότι χρησιμοποιώντας παραδοσιακά επιχειρήματα για ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας, οι δικαστές απορρίπτουν κάθε ιδέα ελέγχου και θεσμοθετημένης παρέμβασης από τις άλλες εξουσίες. Η μόνη παρέμβαση που προβλέπεται σήμερα είναι ο διορισμός της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την κυβέρνηση. Και σε αυτήν, όμως, αντιδρούν, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να τηρείται η επετηρίδα ή να εκλέγουν οι ίδιοι την ηγεσία τους.

Με άλλα λόγια, επιδιώκουν μια εντελώς ανέλεγκτη εξουσία από ανθρώπους που αρχίζουν τη σταδιοδρομία τους από τη Σχολή Δικαστών και στη συνέχεια, ακολουθώντας μια δημοσιοϋπαλληλική πορεία, φτάνουν με την πάροδο του χρόνου στα ανώτατα αξιώματα. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να καθορίζουν οι ίδιοι τους μισθούς και τις συντάξεις τους, τις προαγωγές τους, την ηγεσία τους και το κυριότερο να αποφαίνονται τελικά για κάθε κοινωνικό ζήτημα, από το ύψος των προστίμων για παράνομο παρκάρισμα μέχρι τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας. Κι αν κάποιος τους ασκήσει κριτική, εξανίστανται και τον κατηγορούν ότι δεν σέβεται τη Δικαιοσύνη, την ίδια στιγμή που οι συνδικαλιστικές ενώσεις τους κατακεραυνώνουν κάθε λίγο και λιγάκι τη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία.

Στις συζητήσεις που γίνονται για την αναθεώρηση του Συντάγματος, οι διάφορες αναζητήσεις για μια ισορροπία στη λειτουργία του πολιτεύματος αφορούν άλλα πολιτειακά όργανα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τη Βουλή ή την κυβέρνηση. Αν, όμως, οι διαπιστώσεις που προανέφερα είναι ορθές, τότε το μεγάλο ζητούμενο της αναθεώρησης πρέπει να είναι ο επαναπροσδιορισμός της δικαστικής εξουσίας και η σχέση της με τις άλλες λειτουργίες του κράτους.

Δεν είναι της στιγμής οι λεπτομερείς προτάσεις, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι χρειάζεται να επανεξετάσουμε αμέσως όλο το πλέγμα σύνθεσης, οργάνωσης και αποτελεσματικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

Να αρχίσουμε από τα Ανώτατα Δικαστήρια και να εξετάσουμε τις αρμοδιότητές τους.

Να σκεφτούμε το ενδεχόμενο κατάργησης ορισμένων Δικαστηρίων (π.χ. του Μισθοδικείου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι δικαστικές αρμοδιότητες του οποίου μπορεί να απορροφηθούν από τα διοικητικά δικαστήρια).

Να προβλέψουμε τον διορισμό της ηγεσίας όχι μόνον των ανωτάτων δικαστηρίων, αλλά και των εφετείων, από μια επιτροπή της Βουλής ή από κάποιο άλλο όργανο της πολιτείας έπειτα από δημόσια ακρόαση των υποψηφίων, όπου θα συζητούνται οι επιδόσεις τους και οι αποφάσεις που έχουν λάβει. Από το ίδιο όργανο να υπάρχει η δυνατότητα διορισμού επιφανών νομικών ως δικαστών σε εφετεία και ανώτατα δικαστήρια ώστε να πάψει η αποκλειστικότητα της δημοσιοϋπαλληλικής σταδιοδρομίας.

Η απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας αποδεικνύει ότι πολλές φορές τα μεγάλα προβλήματα δεν οφείλονται ούτε στα χρήματα που ξοδεύουμε ούτε στον αριθμό των ανθρώπων που απασχολούνται με αυτήν. Οι δικαστές μας ανά κάτοικο είναι περισσότεροι από αυτούς άλλων χωρών και οι αποδοχές τους οι υψηλότερες του Δημοσίου. Πιστεύει κανείς ότι κάτι θα αλλάξει αν διπλασιάσουμε τον αριθμό τους ή τις αποδοχές τους; Αλλος δρόμος από ριζικές μεταρρυθμίσεις δεν υπάρχει.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 29 Ιουνίου 2014

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Όχι στη χαμένη ψήφο!

 

Τον 17ο αιώνα ζούσε στο Κέμπριτζ της Μ. Βρετανίας ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, ο Τόμας Χόμπσον. Είχε στάβλους και νοίκιαζε άλογα, κυρίως σε φοιτητές του γειτονικού πανεπιστημίου. Ορισμένα άλογα είχαν μεγαλύτερη ζήτηση από τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα να καταπονούνται περισσότερο. Ο Χόμπσον αποφάσισε λοιπόν να εφαρμόσει ένα δικής του έμπνευσης σύστημα ενοικίασης αλόγων, έτσι ώστε αυτά να ενοικιάζονται κατά το δυνατόν εκ περιτροπής. Ο πελάτης μπορούσε να επιλέξει μόνο το άλογο που βρισκόταν πιο κοντά στην πόρτα του στάβλου. Στην ουσία δηλαδή οι πελάτες «επέλεγαν» το άλογο που ο ίδιος ο Χόμπσον είχε ήδη διαλέξει γι΄αυτούς. Αυτή η λογική του «είτε αυτό είτε τίποτα» είναι γνωστή στους Βρετανούς με τη φράση «η επιλογή του Χόμπσον». Έτσι δηλαδή μπορούν να περιγραφούν όλες αυτές οι καταστάσεις όπου θεωρητικά έχουμε την ελευθερία επιλογής, αλλά τελικά η προτεινόμενη λύση είναι μία και παρουσιάζεται ως μονόδρομος.

Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Μήπως σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου οι κύριοι Σαμαράς και Τσίπρας δεν μας σερβίρουν ξανά και ξανά την επιλογή του Χόμπσον; Ο πρώτος επισείει τον μπαμπούλα του ΣΥΡΙΖΑ λέγοντας ότι στις Ευρωεκλογές παίζεται η σταθερότητα της χώρας και διακυβεύονται όσα η Κυβέρνηση έχει επιτύχει μέχρι σήμερα. «Οι πολίτες δεν πρέπει να επιτρέψουν η χώρα να γυρίσει πίσω», υποστηρίζει. Αν όμως ήταν πιο ειλικρινής θα μας έλεγε «ξεχάστε τον Μπαλτάκο, κάντε τώρα τα στραβά μάτια για τις αλλαγές που έγιναν με το σταγονόμετρο στη λειτουργία του κράτους, για τις μεταρρυθμίσεις που παραπέμψαμε στις ελληνικές καλένδες, διότι το ξέρετε ότι δεν έχετε άλλη επιλογή. Θα μας ψηφίσετε, έστω και με το ζόρι, επειδή φοβάστε την αβεβαιότητα της επόμενης μέρας με έναν αλλοπρόσαλλο ΣΥΡΙΖΑ στο τιμόνι». Από την πλευρά του, ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ επενδύει στην οργή των πολιτών που δοκιμάζονται από την πολυετή κρίση. Στις ευρωεκλογές πρέπει να διεξαχθεί το δημοψήφισμα που δεν έγινε ποτέ για το μνημόνιο, μας λέει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί. Καλλιεργεί την αυταπάτη ότι μπορεί να γυρίσουμε πίσω στην προ κρίσης εποχή, χωρίς να υποψιάζεται ότι αυτό όχι μόνον είναι αδύνατο αλλά είναι και ανεπιθύμητο. Στην προ κρίσης εποχή δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να γυρίσουμε, γιατί ξέρουμε ότι οι παθογένειές της μας έφεραν στην καταστροφή.

Με άλλα λόγια, το άλογο του κ. Σαμαρά είναι η μοναδική λύση ως «το μη χείρον βέλτιστον». Κατά δε τον κ. Τσίπρα, το άτι του ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη επιλογή για να γυρίσουμε στο παρελθόν. Αν μάλιστα ο κ. Βενιζέλος ήταν ο Χόμπσον, τότε ίσως μας απειλούσε με οριστικό κλείσιμο της επιχείρησής του στην περίπτωση που δεν επιλέγαμε το άλογό του.

Η εκμετάλλευση του φόβου και της οργής του εκλογικού σώματος από την Κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, αποκαλύπτει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τη  γύμνια των ιδεών τους για την Ελλάδα στη μετά τη χρεοκοπία εποχή. Είναι ίσως παράδοξο, αλλά η ίδια η κρίση αποτελεί τον λόγο ύπαρξης τόσο της Κυβέρνησης όσο και του ΣΥΡΙΖΑ. Η μεν Κυβέρνηση δικαιολογεί την αναγκαιότητα της παραμονής της στην εξουσία απλώς και μόνο διότι με τους άλλους θα ξανακυλήσουμε σε αυτήν. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πλευρά του ζητάει την ψήφο μας χωρίς να προτείνει τι θα πρέπει να κάνουμε από δω και πέρα, αλλά για να τιμωρήσουμε αυτούς που «μας στέρησαν την αξιοπρέπειά μας». Πολώνοντας και οι δυο τους το εκλογικό κλίμα, εμφανίζονται ως αναπόδραστες επιλογές. Μεταφέροντας τη λογική του Χόμπσον στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, μας λένε- τι πρωτότυπο- ότι κάθε ψήφος σε άλλο κόμμα θα είναι χαμένη.

Μήπως όμως συμβαίνει το αντίθετο; Μήπως αυτήν τη φορά κάθε ψήφος που θα πάει σε Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ είναι στην ουσία χαμένη; Σκεφτείτε το εξής: αντί να προτείνουν λύσεις για το μέλλον, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία νομιμοποιούν την ύπαρξή τους ανασκαλεύοντας το παρελθόν. Καμία συζήτηση δεν διεξάγεται για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει αναγκαστικά να γίνουν για να βρει η χώρα τον βηματισμό της μέσα σε μια Ευρώπη που αλλάζει και η ίδια δραματικά. Μπορεί, όμως, να συνεχίσει έτσι ο τόπος; Είναι δυνατόν ο πολιτικός διάλογος σε μια χώρα που έχει ρημάξει από χρόνια πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης να διεξάγεται ακόμα και πριν από τις ευρωεκλογές με όρους παρελθόντος; Πόσο επιτέλους μας υποτιμούν αυτοί που ζητούν την ψήφο μας εκμεταλλευόμενοι αποκλειστικά και μόνο τον φόβο και τον θυμό μας;

Η ψήφος στο Ποτάμι κάθε άλλο παρά χαμένη είναι. Πιστεύουμε ότι τώρα έχει ανάγκη η χώρα μια πολιτική δύναμη, η οποία θα λειτουργήσει ως καταλύτης του πολιτικού σκηνικού. Ξεκινώντας από τις ευρωπαϊκές εκλογές και την εκπρόσωπηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από ανθρώπους που μπορούν να συμβάλουν στις κρίσιμες συζητήσεις για τη μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά, επίσης, και στη συνέχεια, με τη διαμόρφωση μιας πολιτικής δυναμικής η οποία θα εκφράσει αυθεντικά το αίτημα όλων αυτών των συμπολιτών μας που ζητούν δομικές μεταρρυθμίσεις του κράτους, εξορθολογισμό του δημοσίου, ανταγωνιστικότητα, ισονομία, δίκαιες ευκαιρίες, αξιοκρατία. Όλοι όσοι θέλουν πραγματικά να γίνει επιτέλους η Ελλάδα μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, έχουν την ευκαιρία στις ευρωπαϊκές εκλογές να καταγράψουν αυτήν την απαίτησή τους με την ψήφο τους στο Ποτάμι. Είναι κρίμα η ψήφος τους να πάει και αυτήν τη φορά χαμένη στον πολτό της δεξιάς ή αριστερής παρελθοντολαγνείας. Όχι λοιπόν στη χαμένη ψήφο!

 

 

 

 

 

 

Posted in Σχόλια | Leave a comment