Η κοινωνική δύναμη του Λαφαζάνη

«Ο Λαφαζάνης προελαύνει» ήταν ο τίτλος του capital.gr με την επίδειξη δύναμης της Αριστερής Πτέρυγας στην τελευταία ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ. Διερωτάται κανείς ποια άραγε επιρροή έχει στο εκλογικό σώμα η ομάδα αυτή που τόση δύναμη διαθέτει στον κομματικό μηχανισμό. Με άλλα λόγια, διερωτάται κανείς αν ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού λαού συμμερίζεται τις παλαιολιθικές θέσεις μιας αριστεράς που έχει προ πολλού εκλείψει από όλη σχεδόν την υφήλιο.

Η εκτίμησή μου είναι ότι όχι μόνον δεν υπάρχει κάποια αντιστοιχία επιρροής, αλλά ότι η ανταπόκριση που έχει στο εκλογικό σώμα πρέπει να υπολογιστεί στα επίπεδα που είχε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από την κρίση. Αυτό σημαίνει κάπου γύρω στο 1,5-2%, δηλαδή περίπου στο ένα τρίτο της τότε εκλογικής δύναμης του κόμματος. Η ραγδαία άνοδος στις εκλογές δεν συνοδεύτηκε (δεν ήταν δυνατόν άλλωστε) με αντίστοιχη άνοδο και αλλαγή στη σύνθεση του κομματικού μηχανισμού. Όλοι λένε ότι δεν σφύζουν από μαζικότητα οι κομματικές οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι διευθύνονται από τους «παλιούς».  Αυτοί οι «παλιοί» έδωσαν την εκλογική μάχη στις πρόσφατες εκλογές της αυτοδιοίκησης και τα αποτελέσματα σε πολλές περιοχές υπολείπονταν σημαντικά του πανελλαδικού ποσοστού του κόμματος.

Ολόκληρος ο τίτλος του capital.gr ήταν «Ο Λαφαζάνης προελαύνει, ο Τσίπρας υποχωρεί». Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η εκτίμηση είναι ορθή, αλλά, αν δεν υπάρχει πραγματική δύναμη, δεν βλέπω γιατί να υπάρχει «υποχώρηση».

 

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Συνδικαλιστική αργία

Ο Υπουργός Παιδείας Ανδρέας Λοβέρδος επανέφερε μία μέρα αργίας στα σχολεία για να μπορούν οι εκπαιδευτικοί να συμμετέχουν στις συνδικαλιστικές γενικές συνελεύσεις τους. Την ονομάζει βεβαίως «συνδικαλιστική άδεια» αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για αργία εφόσον είναι υποχρεωτική για όλους τους εκπαιδευτικούς είτε αυτοί προτίθενται να συμμετέχουν στις συνελεύσεις είτε όχι, με συνέπεια να κλείνουν τα σχολεία.

Η αργία για συνδικαλισμό – μια πρακτική που εφαρμόστηκε κατά κόρον στο δημόσιο τα τελευταία χρόνια – αποτελεί άλλη μια ακατανόητη ιδιομορφία της δημοκρατίας μας. Πρώτον, διότι η συνδικαλιστική δραστηριότητα αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του εργαζομένου και προφανώς περιλαμβάνει την ελευθερία της μη συμμετοχής σε οποιαδήποτε συνδικαλιστική δραστηριότητα. Για όσους, λοιπόν, δεν επιθυμούν ανάμιξή τους με τον συνδικαλισμό η υποχρέωση τους σε αργία αποτελεί προσβολή της δικής τους συνδικαλιστικής ελευθερίας.

Δεύτερον, με δεδομένο ότι η ανεξαρτησία των συνδικαλιστικών ενώσεων από την κρατική εξουσία είναι βασική προϋπόθεση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, το κράτος δεν πρέπει να ανακατεύεται με τον συνδικαλισμό ούτε με το πρόσχημα της διευκόλυνσής του. Όταν μάλιστα πρόκειται για ιδιαίτερη ρύθμιση που αφορά μόνο κάποιους τομείς του Δημοσίου, τότε πρόκειται για ανεπίτρεπτη συναλλαγή αφού το κράτος έχει εν προκειμένω την ιδιότητα του εργοδότη.

Είναι γνωστό ότι εκτός δημοσίου ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα είναι αδύναμος έως ανύπαρκτος. Αυτός που έχει κάποια δύναμη είναι ο λεγόμενος κρατικοδίαιτος συνδικαλισμός, δηλαδή εκείνος που αντλεί τη δύναμή του από τη στήριξη του κράτους. Εκ πρώτης όψεως η στήριξη αυτή φαίνεται παράδοξη: το κράτος-εργοδότης στηρίζει τους συνδικαλιστές στον αγώνα εναντίον του! Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για διαπλοκή και αλληλοστήριξη. Τα κόμματα εξουσίας παρείχαν προνόμια και λάμβαναν ως αντάλλαγμα πολιτική υποστήριξη.

Δεν έχει νόημα να αναφερθούμε εδώ στη διαπλοκή του λεγόμενου κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού με τα πολιτικά κόμματα εξουσίας. Η κοινή γνώμη, άλλωστε, έχει κατασταλαγμένη άποψη επί του θέματος. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι να επισημάνουμε ότι η επαναφορά της αργίας στα σχολεία για συνδικαλιστικές συνελεύσεις συνεχίζει την παλαιοκομματική πρακτική, που αφενός υπονομεύει την αυθεντικότητα της συνδικαλιστικής δραστηριότητας αφετέρου εκπέμπει ένα αντιδραστικό μήνυμα για όλη την κοινωνία.

Η αυθεντική συνδικαλιστική δράση είναι πάνω από όλα εκούσια και, επομένως, δεν είναι νοητό να συνδυάζεται με αργομισθία. Μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα το κράτος παρέχει απολαβές για συμμετοχή σε οργανώσεις ή συγκεντρώσεις. Σε όλες τις δημοκρατικές χώρες οι συνδικαλιστικές συνελεύσεις των εργαζομένων γίνονται εκτός ωραρίου εργασίας και φυσικά χωρίς «αποζημίωση» για τον χρόνο που διαθέτουν οι συμμετέχοντες.

Πέραν, όμως, της αυθεντικότητας, υπάρχει το ζήτημα του μηνύματος που εκπέμπεται από το γεγονός ότι τα πάντα υποχωρούν μπροστά στον συνδικαλισμό. Τα παιδιά στο σχολείο προσλαμβάνουν την ιδέα ότι η κοινωνία αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στον συνδικαλισμό παρά στην εκπαιδευτική διαδικασία στην οποία αυτά συμμετέχουν. «Σιγά, δεν χάνεται η παιδεία με μια μέρα αργία» θα αντιτείνει κανείς. Κι όμως χάνεται, όχι βέβαια από την αργία, αλλά επειδή υπονομεύεται η αίσθηση ότι στο σχολείο επιτελείται ένα έργο σοβαρό, το οποίο δεν συγκρίνεται κάθε φορά με άλλα έργα και δραστηριότητες.

Επιπλέον, αν αναλογισθεί κανείς ότι ο συνδικαλισμός αποτελεί την κατ’ εξοχήν συντεχνιακή διεκδίκηση σε μια κοινωνία, τότε το μάθημα που τα παιδιά προσλαμβάνουν είναι ότι το γενικό συμφέρον υποχωρεί μπροστά στα συμφέροντα ομάδων ή προσώπων. Δεν είναι τυχαίο ότι ως κοινωνία δεν μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ γενικού συμφέροντος και συντεχνιακών αιτημάτων. Όλες οι διεκδικήσεις θεωρούνται εκ προιμίου δίκαιες ανεξάρτητα από τι διεκδικούν.

Η επαναφορά της συνδικαλιστικής αργίας στα σχολεία από τον κ. Ανδρ. Λοβέρδο μας γυρίζει πίσω στις χειρότερες στιγμές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας. «Κλείνει το μάτι» στους συνδικαλιστές σε μία απόπειρα αποκατάστασης του πολιτικού και συνδικαλιστικού κατεστημένου, χωρίς να νοιάζεται για το κακό που κάνει.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 19 Οκτωβρίου 2014

 

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Το Ποτάμι στο μέσον του αδιέξοδου δικομματισμού

Νομίζω ότι είναι ορθή η εκτίμηση πως το πολιτικό σκηνικό της χώρας εξακολουθεί να είναι το ίδιο ζοφερό με αυτό που επικράτησε σε όλη τη διάρκεια της κρίσης. Παρά το γεγονός ότι με αφάνταστες θυσίες και αδικίες, επιτεύχθηκε μια δημοσιονομική ισορροπία και ο κίνδυνος μιας άμεσης χρεοκοπίας φαίνεται να απομακρύνθηκε προς το παρόν, η αίσθηση είναι ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.

Η κυβέρνηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ παρουσιάζουν την κρίση σαν μια επώδυνη μακρά παρένθεση που όπου νάναι τελειώνει και βαυκαλίζονται ότι μπορούν ανέξοδα να κάνουν ό,τι ακριβώς έκαναν και στο παρελθόν: να κτίζουν πελατειακές σχέσεις και να στηρίζονται σε αυτές, να διορίζουν και να διανέμουν προνόμια. Είναι απίστευτη η ένδεια που επιδεικνύει η συντηρητική παράταξη για την εξήγηση των αιτιών της δεινής κρίσης και ακόμη πιο απίστευτη η επιμονή της στις πρακτικές και τις πολιτικές που μας έφεραν στη κατάσταση που βρισκόμαστε. Από την πλευρά του το ΠΑΣΟΚ έχει εγκαταλείψει τελείως το «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» και συμμετέχει ενεργά στη νομή της εξουσίας με τον παλιό γνώριμο τρόπο. Η στάση του καθιστά αναξιόπιστη την όποια πρότασή του για ανασυγκρότηση του μεσαίου χώρου, η οποία δικαιολογημένα εκλαμβάνεται από τους πολίτες σαν απλό εκλογικό τέχνασμα. Ο τελευταίος ανασχηματισμός συμβολίζει με τον πιο έκδηλο τρόπο τον αυτισμό των εταίρων προς κάθε αίτημα αλλαγής.

Με χίλια ζόρια και με τις πιέσεις των ξένων κρατηθήκαμε στην επιφάνεια αλλά με την αναβίωση απαράλλακτης της παλαιοκομματικής πρακτικής του παρελθόντος αυτή η κυβέρνηση μας οδηγεί σταθερά σε νέες περιπέτειες. Είναι μια απογοητευτική για τη χώρα κυβέρνηση που θα είχε προ πολλού καταρρεύσει αν δεν υπήρχε ο φόβος της αντιπολίτευσης. Όσο και να ακούγεται παράδοξο είναι η αντιπολίτευση με την πολιτική της που κρατά ζωντανή αυτή τη κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ παράβλεψε τις ιδιομορφίες της παθογένειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος και είδε την κρίση ως ευκαιρία καταγγελίας της οικονομίας της αγοράς, της Ευρώπης και του Ευρώ. Κατά καιρούς παρουσίασε ως πρότυπα τη Βενεζουέλα ή την Αργεντινή ενώ υποδαύλισε την οργή των δοκιμαζόμενων πολιτών και συμπαρατάχθηκε σε κάθε συντεχνιακό αίτημα δίκαιο ή άδικο.

Η ειρωνεία είναι ότι όσο λιγότερο πιστεύει ο κόσμος τη ρητορεία της αντιπολίτευσης, όσο απομακρύνεται ο φόβος για τη δήθεν μεγάλη αλλαγή, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να κερδίσει τις εκλογές. Με άλλα λόγια θα τις κερδίσει στο βαθμό που διαφαίνεται, αυτό που πρώτοι είδαν οι εργατοπατέρες που έσπευσαν στις τάξεις της: ότι τίποτα ουσιαστικά δεν θα αλλάξει εκτός φυσικά από την εναλλαγή των προσώπων στην εξουσία. Η μεγαλύτερη ουσιαστική μομφή προς την αντιπολίτευση είναι ότι με τις γενικόλογες καταγγελίες άφησε στο απυρόβλητο τις πρακτικές του παλαιοκομματικού συστήματος διακυβέρνησης και έτσι υπονόμευσε την απαίτηση για συγκεκριμένες ριζικές αλλαγές.

Ισχύει για την αντιπολίτευση το ίδιο που ισχύει για την κυβέρνηση: θα είχε προ πολλού αποδυναμωθεί αν δεν είχε απέναντί της μια πολύ κακή κυβέρνηση. Το ευτύχημα είναι ότι αρκετοί πολίτες αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο στο οποίο μας οδηγούν ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ και δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν αυτοδυναμία είτε στο ένα είτε στο άλλο κόμμα. Ποια, όμως, πολιτική δύναμη μπορεί να συμπράξει με ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ για μια λογική διακυβέρνηση της χώρας; Τα κόμματα-τέρατα της κρίσης και το ΚΚΕ δεν είναι υποψήφιοι. Μένουν το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ που βρίσκεται σε κρίση και το ΠΟΤΑΜΙ. Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ έχουν στη πλάτη τους το βάρος της αποτυχημένης συγκυβέρνησης και άρα δεν μπορούν πειστικά να προβάλουν ως τρίτος πόλος.

Το Ποτάμι είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να απευθυνθεί σε όσους πολίτες απορρίπτουν το δίλημμα ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ και να ζητήσει τη δύναμη για να εγγυηθεί μια διακυβέρνηση που δεν θα βάλει τη χώρα σε περιπέτειες και θα κρατήσει ανοικτή την προοπτική των μεταρρυθμίσεων. Βεβαίως, όπως πολλές φορές είπε ο Σταύρος Θεοδωράκης, το Ποτάμι δεν δημιουργήθηκε για να διεκδικήσει ένα κομμάτι εξουσίας. Φιλοδοξεί να συμβάλει στις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα. Όμως δεν επιτρέπεται σε μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη να αδιαφορεί για την δυνατότητα κυβερνητικής λύσης περιμένοντας να έρθει η ώρα για το δικό της πρόγραμμα. Άλλωστε η άρνηση σύμπραξης στις σημερινές περιστάσεις δεν θα σήμαινε παρά, μετά από αλλεπάλληλες εκλογές, αυτοδυναμία ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή μια λύση καταστροφική.

Πρέπει, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε ότι παρόλο που είμαστε μια νέα πολιτική δύναμη, δεν θα καθίσουμε στην άκρη, καθαροί και αμόλυντοι, αλλά εφόσον έχουμε τη δυνατότητα θα συμβάλλουμε σε μια κυβερνητική λύση είτε πρώτο κόμμα έρθει η ΝΔ είτε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μερικοί μας λένε: δεν μπορεί και με τους δύο, διαλέξτε. Η απάντηση είναι ότι και οι δύο είναι κακοί, δεν θα συνεργαστούμε επειδή με κάποιον συγγενεύουμε, αλλά γιατί θα αποτρέψουμε το χειρότερο που είναι να κυβερνήσουν μόνοι τους.

Δεν πρόκειται, όμως, να κάνουμε αυτά που κοροϊδεύουμε. Οι όροι της κυβερνητικής συνεργασίας θα είναι διαφανείς και θα ελέγχονται από τη κοινή γνώμη. Για την συνεργασία υπάρχουν δύο προφανείς κόκκινες γραμμές (για να χρησιμοποιήσω ένα όρο της μόδας), η μία προς τη ΝΔ, η άλλη προς το ΣΥΡΙΖΑ. Η κόκκινη γραμμή με τη ΝΔ είναι το πελατειακό κράτος. Δεν θα συνεργαστούμε αν δεν εξασφαλίσουμε αξιοκρατικούς διορισμούς στις θέσεις διοίκησης. Δεν θα υπάρξει κανένα 4-2-1 ή άλλη κατανομή αλλά θα επαναφέρουμε ανανεωμένο το open gov. Το Ποτάμι μπορεί να μην διορίσει κανένα δικό του στέλεχος αλλά θα είναι υπεύθυνο για κάθε διορισμό που θα γίνει. Η κόκκινη γραμμή με το ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανώς η Ευρώπη και το Ευρώ. Δεν είναι θέμα γενικής διακήρυξης αλλά εξασφάλισης ότι δεν θα γίνει καμία ενέργεια που μπορεί να διαταράξει τις σχέσεις μας με τους εταίρους και τη θέση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι κόκκινες αυτές γραμμές πρέπει να εκφραστούν και από τα πρόσωπα της συγκυβέρνησης. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αν η ΝΔ βγει πρώτο κόμμα, δεν πρέπει να είναι δεδομένο ότι θα ηγηθεί της νέας κυβερνητικής συνεργασίας ο σημερινός Πρωθυπουργός που διακρίθηκε στον διορισμό ημετέρων και τη διανομή προνομίων. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ βγει πρώτο κόμμα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών πρέπει να ανατεθεί σε πρόσωπο αναμφισβήτητου ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Οι κόκκινες γραμμές και τα πρόσωπα φυσικά δεν είναι αρκετά για να διαγράψουν μια κυβερνητική συνεργασία. Το Ποτάμι, αναλόγως και με τη δύναμή του, πρέπει να θέσει προτεραιότητες για συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, να τις διαπραγματευτεί και το κυριότερο να εφαρμόσει ό,τι συμφώνησε.

Δεν θα ήθελα να κλείσω μένοντας στις άμεσες προοπτικές συνεργασίας για την εξουσία. Το Ποτάμι, είπαμε, έχει τη μεγάλη φιλοδοξία να πείσει τους πολίτες ότι η κρίση είναι αφορμή για τη δημιουργία μιας δίκαιης, σύγχρονης και αποτελεσματικής κοινωνίας. Γνωρίζουμε ότι πρόκειται για έργο δύσκολο που απαιτεί ριζικές αλλαγές σε όλους τους τομείς: δικαιοσύνη, διοίκηση, παιδεία, υγεία, ασφάλιση. Με αυτό, όμως, το έργο πρέπει εν τέλει να αναμετρηθούμε και σε αυτό έχουμε ανάγκη από τη συμπαράταξη όλων των δυνάμεων που βλέπουν το αδιέξοδο του δικομματισμού. Οι δυνάμεις αυτές είναι υπαρκτές και ισχυρές. Το μέγα στοίχημα είναι να κατορθώσουμε χωρίς ιδεοληψίες και φανατισμούς να τις ενώσουμε σε μια μεγάλη παράταξη που θα αλλάξει τη κοινωνία μας.

Ομιλία σε εκδήλωση “Λύσεις όχι συνθήματα” που οργάνωσε το Ποτάμι 21.9.2014

Posted in Ομιλίες | Tagged | Leave a comment

ΜΜΕ το μεγάλο θεσμικό σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης

  • Δεν υπάρχει παγκόσμιο προηγούμενο χώρας που επί δεκαετίες να λειτουργούν παράνομα όλοι οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί. Στη χώρα μας από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 όλοι οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί εκπέμπουν είτε χωρίς άδειες λειτουργίας είτε με προσωρινές άδειες λειτουργίας των οποίων η ισχύς έχει λήξει ή παράνομα παραταθεί επ’ αόριστον. Επί εικοσαετία μετατίθεται χρονικά η διαγωνιστική διαδικασία αδειοδότησης και επινοήθηκε η έννοια των «νομίμως λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών» για να καλύψει την εξόφθαλμη παρανομία. Η ανομία στη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων έχει εξετασθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, που έχει κρίνει ότι η συνέχιση λειτουργίας των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών δεν είναι συνταγματικά ανεκτή (ΣτΕ (Ολ.) 3578/2010, 237/2012, 1901/2014 κ.ά.).
  •  Το φάσμα των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων αποτελεί φυσικό μονοπώλιο και συνιστά σπάνιο φυσικό πόρο. Άρα η διαχείρισή του πρέπει να τελεί υπό την εποπτεία τού κράτους, το οποίο θα διασφαλίζει τη βέλτιστη αξιοποίησή του. Προς τούτο, το κράτος οφείλει να παραχωρεί άδειες χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων στη βάση κριτηρίων οικονομικών αλλά ταυτόχρονα και κοινωνικών και πολιτιστικών, οι οποίες θα ισχύουν για περιορισμένο χρόνο και θα ανανεώνονται κατόπιν αξιολόγησης των δικαιούχων. Η ίδρυση και λειτουργία ραδιοτηλεοπτικών σταθμών δεν είναι δικαίωμα, είναι προνόμιο.
  • Όλοι γνωρίζουν πόσο μεγάλη επιρροή ασκούν σε μια κοινωνία τα ΜΜΕ και πόσο ισχυρή εν τοις πράγμασι εξουσία διαθέτουν. Η εξουσία αυτή κυριολεκτικά «αρπάχθηκε» από ιδιώτες και ασκείται επί δεκαετίες παράνομα και ανέλεγκτα. Χωρίς να υποτιμούμε τα σκάνδαλα των έμμεσων παροχών, τα θαλασσοδάνεια και τις αγοραπωλησίες ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, η ανομία στα ΜΜΕ είναι το τεράστιο θεσμικό σκάνδαλο της σύγχρονης δημοκρατίας μας.
  • Το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει η πολιτική βούληση για να αποκατασταθεί η νομιμότητα. Η συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, της Ανεξάρτητης Αρχής που, κατά το Σύνταγμα, είναι αρμόδια για την άσκηση του κρατικής εποπτείας της ραδιοτηλεόρασης έχει επανειλημμένα κριθεί παράνομη. Και τούτο διότι η θητεία των μελών του ΕΣΡ έχει λήξει προ πολλών ετών και η πολυμελής Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής που είναι αρμόδια για τον διορισμό τους, δεν κατορθώνει να συγκεντρώσει την πλειοψηφία των 4/5 που απαιτείται από το Σύνταγμα για να διορίσει νέα μέλη. Αντί της συναίνεσης παρατείνεται συνεχώς η θητεία των σημερινών μελών -έχει ήδη παραταθεί εφτά (!) φορές μόλις από το 2012, τελευταία στις 28.6.2014 με τον ν.4271/2014 – κατά τρόπο που πλήττει βαθύτατα το κράτος δικαίου και που έχει κριθεί επανειλημμένα παράνομη από το Συμβούλιο της Επικρατείας (1098/2011, 2074/2011, 4404/2013 κ.ά.).
  • Το αποτέλεσμα από την έλλειψη συναίνεσης για τον διορισμό του ΕΣΡ είναι να μην υπάρχει το αρμόδιο πολιτειακό όργανο που έχει την αρμοδιότητα να επιβάλει τη νομιμότητα στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο. Η ειρωνία είναι ότι με την ψηφιοποίηση των συχνοτήτων, η διαχείριση του δικτύου έχει ανατεθεί στην εταιρεία Digea (μέτοχοι της οποίας είναι οι τηλεοπτικοί σταθμοί ALPHA, ALTER, ANTΕΝΝΑ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ TV, MEGA, ΣΚΑΪ και STAR), η οποία υποχρεούται να παραχωρεί τη χρήση συχνοτήτων στους διάφορους τηλεοπτικούς σταθμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι μέτοχοί της. Έτσι σήμερα προκύπτει άλλη μια πρωτοφανής και θλιβερή «ελληνική ιδιαιτερότητα»: οι τηλεοπτικοί σταθμοί θα έχουν άδεια να χρησιμοποιούν το δίκτυο των συχνοτήτων, αλλά δεν θα έχουν άδεια – ούτε και εποπτεία – για το περιεχόμενο που εκπέμπουν.
  • Αν ούτε η ψηφιοποίηση των συχνοτήτων αποτελέσει ευκαιρία για νομιμότητα ο κίνδυνος να διαιωνισθεί η ανομία στα ΜΜΕ είναι η πλέον πιθανή εξέλιξη.
  • Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για διορισμό νέου ΕΣΡ. Τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικοί πρέπει να καταλάβουν ότι είναι καλύτερο να υπάρχει ακόμη και μια κακή Ανεξάρτητη Αρχή παρά να μην υπάρχει διόλου. Η συνταγματική διάταξη που απαιτεί πλειοψηφία 4/5 για τον διορισμό των μελών τού Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης πρέπει να αναθεωρηθεί από διάταξη που απαιτεί απλή πλειοψηφία ή πλειοψηφία 3/5: η συναίνεση δεν μπορεί να επιβληθεί από κανένα Σύνταγμα, μπορεί και πρέπει να επιδιωχθεί πολιτικά.
  • Ως τότε, όμως, τα πολιτικά κόμματα αλλά και οι πολιτικοί που απαρτίζουν τη Διάσκεψη των Προέδρων έχουν ευθύνη για τη συνεχιζόμενη ανομία, στην οποία έχουν καθήκον να βάλουν τέλος τώρα. Πολιτικά κόμματα και πολιτικοί οφείλουν να δεσμευθούν ότι θα συναινέσουν στον διορισμό των μελών τού Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και, πολύ περισσότερο, ότι το νέο Συμβούλιο θα ολοκληρώσει τη διαδικασία χορήγησης αδειών λειτουργίας σε όλους τους ιδιωτικούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς μέσα σε ένα έτος.
  • Η παράνομη λειτουργία ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, που εποπτεύονται από μια παράνομα συγκροτημένη Αρχή, δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Posted in Uncategorized | Leave a comment

Δημήτρης Κυρίτσης: Ξεπερνώντας το πολυπολιτισμικό παράδοξο

 

Σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη άποψη η οποία εκφράστηκε πρόσφατα σε μια σειρά από άρθρα, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα παράδοξο που το προκαλεί η συνύπαρξη διαφόρων εθνοτικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών κοινοτήτων εντός της επικράτειάς τους. Το παράδοξο αυτό –ας το ονομάσουμε πολυπολιτισμικό- επιτείνει η εισδοχή μεταναστών που έχουν πολύ μικρή εμπειρία της ζωής στη Δύση και φέρνουν μαζί τους τρόπους ζωής και ηθικές αντιλήψεις που συχνά ξενίζουν ή σοκάρουν την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Πώς πρέπει να αντιμετωπίσει μια φιλελεύθερη δημοκρατία όπως η δική μας αυτό το φαινόμενο; Εδώ, μας λένε, έγκειται το παράδοξο. Αν αναγνωρίσει στις πολιτιστικές μειονότητες το δικαίωμα να ακολουθήσουν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους, τότε ανοίγει την πόρτα σε πρακτικές που απάδουν προς τις αξίες μιας δυτικής κοινωνίας. Στο μυαλό μας έρχονται τα γνώριμα παραδείγματα της κλειτοριδεκτομής, του λιθοβολισμού ως τιμωρίας της μοιχείας, των εγκλημάτων τιμής. Αν πάλι επιβάλει περιορισμούς για να προστατεύσει αυτές τις αξίες, τότε θα κατηγορηθεί για έλλειψη ανεκτικότητας προς την πολιτιστική ετερότητα.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι το παράδοξο διαιωνίζεται από μια πολιτική ίσων αποστάσεων στο όνομα ενός κακώς εννοούμενου laissez faire.  Κατ’ αυτούς, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες θα πρέπει να πάρουν με αποφασιστικότητα το μέρος των δυτικών αξιών και να απαιτήσουν από όσους ζητούν να γίνουν μέλη τους να τις ενστερνιστούν. Εδώ, επιμένουν, έτσι ζούμε, αυτά πιστεύουμε, πάνω σε αυτήν την κουλτούρα οικοδομήσαμε τη συμβίωσή μας. Γιατί να κάνει υποχωρήσεις η πλειοψηφία; Την ίδια στιγμή, βέβαια, η μειοψηφία αντιδρά με ανάλογο τρόπο: Πόσο πρέπει να θυσιάσουμε την πολιτιστική ιδιομορφία μας χάριν της κοινωνικής ένταξης; Γιατί να αποδεχθούμε έναν πολιτισμό ξένο προς την ταυτότητά μας;

Αυτή η εικόνα διελκυστίνδας είναι παραπλανητική γιατί παρουσιάζει ως πολιτισμικό ένα ζήτημα που είναι πρωτίστως ηθικοπολιτικό, ζήτημα πολιτικής δικαιοσύνης. Το κορυφαίο κατόρθωμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι ακριβώς ότι δεν εξαρτά τον πολιτικό δεσμό από την θρησκευτική ή πολιτιστική ταύτιση. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν επιβάλλει ούτε πριμοδοτεί μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία. Παραμένει ουδέτερη σε θέματα κουλτούρας. Θεωρεί ως απαρέκκλιτο όρο της ηθικής της νομιμοποίησης ότι επιτρέπει στον καθένα να ζει σύμφωνα με τις δικές του πεποιθήσεις για το αγαθό. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στάσης είναι αναμφισβήτητα η θρησκεία. Είτε είσαι χριστιανός, είτε μουσουλμάνος, είτε άθεος, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία θεωρείσαι ισότιμος πολίτης. Ασφαλώς, η ελευθερία σου πρέπει συχνά να περιοριστεί προκειμένου να διασφαλιστούν ακριβοδίκαιοι όροι κοινωνικής συμβίωσης για όλους. Μάλιστα, όπως υποστηρίζει εμφατικά ο John Rawls στο βιβλίο του Political Liberalism, αυτούς τους περιορισμούς μπορεί να τους συμμεριστούν όλοι όσοι ασπάζονται εύλογες (reasonable) κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις, όσοι δηλαδή αναγνωρίζουν ότι σε συνθήκες αξιακού πλουραλισμού κανείς δεν μπορεί να αξιώσει να ασπαστούν οι υπόλοιποι τις ιδέες του. Και τούτο επειδή συνειδητοποιούν ότι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλιστεί σε καθε κοσμοθεωρία ισότιμη ευκαιρία να ανθίσει είναι να προστατευθούν όλες εξίσου. Αυτό επιτυγχάνεται με την αναγνώριση αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων έκφρασης, θρησκευτικής ελευθερίας, ιδιωτικής ζωής, και συνάθροισης. Εξασκώντας αυτά τα δικαιώματα, οι πολίτες μόνοι τους ή σε ομάδες μπορούν χωρίς φόβο να ακολουθήσουν την κοσμοθεωρητική αντίληψή τους.

Συνεπώς, στη φιλελεύθερη δημοκρατία ο νικητής –ο ισχυρός, η πλειοψηφία- δεν τα παίρνει όλα, δηλαδή δεν επιβάλλει τη δική του αντίληψη ζωής ως πρότυπο για όλους. Από την άλλη μεριά όμως, δεν επιτρέπεται και στη μειοψηφία να κάνει αυτό που απαγορεύεται στην πλειοψηφία, να επιβάλλει αξίες και τρόπο ζωής. Καμια ομάδα δεν μπορεί να αναγκάζει τα μέλη της να κάνουν κάτι με το οποίο διαφωνούν με σκοπό να προφυλάξει την εσωτερική της συνοχή ή να επιβεβαιώσει τις αξίες της. Πρακτικές βίας, όπως η υποχρέωση κλειτοριδεκτομής, ο λιθοβολισμός για μοιχεία, τα εγκλήματα τιμής, δεν έχουν θέση σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, όχι γιατί ανήκουν σε ένα τρόπο ζωής που δεν αρέσει στην πλειοψηφία, αλλά επειδή στερούν από τα άτομα το δικαίωμα να ζουν σύμφωνα με τις δικές τους πεποιθήσεις για το αγαθό. Με άλλα λόγια παραβιάζουν ένα βασικό αίτημα πολιτικής δικαιοσύνης.

Η αντίληψη που σκιαγραφήθηκε παραπάνω λύνει το πολυπολιτισμικό παράδοξο. Γιατί ξεκινά από την καταστατική αρχή ότι η κουλτούρα μιας κοινωνίας δεν επηρεάζει το τι οφείλουμε και τι δικαιούμαστε ως μέλη της αντίστοιχης πολιτικής κοινότητας, ούτε το τι μπορεί να επιβληθεί από το κράτος. Αυτή η αντίληψη απορρίπτει τη γλώσσα της επιβολής, της αφομοίωσης και του ελάχιστου κοινού (πολιτισμικού) παρονομαστή. Μας καλεί, προτού συρθούμε σε μια ακόμη σύγκρουση πολιτισμών, να δούμε τι αποθέματα μας παρέχουν οι καλύτερες πολιτικές μας παραδόσεις.

Posted in Διάλογος | Leave a comment

Το δίκιο του κ. Α. Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ

Πρωτοφανή επίθεση δέχεται ο κ. Αν. Γεωργίου, Πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνικής Στατιστικής Αρχής) εξαιτίας της αντίδρασής του στην απόφαση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία (παρά την εισαγγελική πρόταση να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο) έκρινε ότι πρέπει να συνεχισθεί περεταίρω η ανάκριση για τη τεχνητή διόγκωση του ελλείμματος για το έτος 2009. Ο Πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ επεσήμανε ότι καλούνταν να καταθέσουν για την υπόθεση πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για τα ψευδή στατιστικά στοιχεία των προηγούμενων χρόνων, τα οποία, σύμφωνα με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αποτελούσαν “στατιστικές απάτες”. Ο άνθρωπος παραπονιόταν για το προφανές: αντί αυτοί οι άνθρωποι να διωχθούν επειδή αποδεδειγμένα κατασκεύαζαν ψευδή στοιχεία, καλούνταν να καταθέσουν εις βάρος του για μια κατηγορία που μόνο ψεκασμένοι θα μπορούσαν να πιστέψουν, αφού η Eurostat έχει πολλές φορές αποφανθεί για την εγκυρότητα των στοιχείων της Αρχής.

Η Επιτροπή Διαφάνειας και Θεσμών θεώρησε ορθό, μετά από πρόταση του κ. Π. Παυλόπουλου, να εκφράσει την αποδοκιμασία της για τη δήλωση του κ. Γεωργίου με το σκεπτικό ότι δεν επιτρέπεται στις Αρχές να ασκούν κριτική σε δικαστικές αποφάσεις. Αλλά κανένας νόμος δεν μπορεί να απαγορεύσει σε κάποιον να υπερασπισθεί τον εαυτό του ασκώντας κριτική σε απόφαση που τον αφορά. Άριστα, επομένως, έπραξε ο κ. Αν. Γεωργίου να προβεί στη συγκεκριμένη δήλωση, της οποίας το περιεχόμενο είναι παρεπιμπτόντως απολύτως πειστικό (βλ. όλη τη δήλωση http://s.kathimerini.gr/resources/article-files/deltio-typoy_proedros_ellhnikh-statistikh-arxh-25714.pdf).

Η Νέα Δημοκρατία νομίζει ότι με διάφορα τεχνάσματα και παραπλάνηση μπορεί να αποσείσει τις τεράστιες ευθύνες που έχει για την εξαπάτηση όχι μόνον των Ευρωπαίων αλλά και των Ελλήνων πολιτών σχετικά με τα στοιχεία που έδινε για την πορεία της οικονομίας. Ο κ. Π. Παυλόπουλος, που πρωτοστάτησε στην επίθεση κατά του κ. Α. Γεωργίου, με αφορμή τις αποστάσεις που πήρε ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ που απουσίαζε από τη συνεδρίαση της Επιτροπής Διαφάνειας, βρήκε την ευκαρία να δώσει τη δική του ερμηνεία για τα γεγονότα: “[...] δεν θα περίμενε κανείς αποδοκιμασία –και πολύ περισσότερο συγγνώμη- από τον κ. Ρήγα και το ΠΑΣΟΚ για τα «έργα και τις ημέρες» του κ. Α. Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ κατά την εποχή του. Άλλωστε το «φούσκωμα» του ελλείμματος, για το οποίο έχει ήδη επιληφθεί η Δικαιοσύνη, είναι προϊόν «αγαστής» συνεργασίας τους και «φυσική συνέχεια» του αλήστου μνήμης «λεφτά υπάρχουν» του κ. Γιώργου Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, που μας οδήγησαν στον εφιάλτη των «Μνημονίων». Όσο για την «παραχάραξη της αλήθειας», ο κ. Ρήγας μάλλον δεν θέλει να συνειδητοποιήσει το νόημα της λαϊκής ετυμηγορίας για το ΠΑΣΟΚ, όπως αυτή έχει πια επανειλημμένως εκφρασθεί, αποδίδοντας έτσι με αδιάσειστο δημοκρατικό τεκμήριο τις ευθύνες που αναλογούν στον καθένα.”  Δεν με ενοχλεί τόσο η αστεία θέση ότι για τα Μνημόνια φταίει ο κ. Γεωργίου και η ΕΛΣΤΑΤ. Η ιστορία δεν γράφεται με δηλώσεις και ό,τι και να ειπωθεί σήμερα είναι βέβαιο ότι θα είναι αμείλικτη για την περίοδο διακυβέρνησης του Κ. Καραμανλή. Με ενοχλεί, όμως, ότι ο κ. Π. Παυλόπουλος, μέλος της Επιτροπής Διαφάνειας, ουσιαστικά παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, υιοθετώντας τις κατηγορίες εναντίον του κ. Α. Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ. Λόγω του θεσμικού του ρόλου δεν δικαιούται να το πράττει.

Ας μην γελιόμαστε, μετά τον κ. Χ. Θεοχάρη, το πολιτικό προσωπικό της χώρας έχει βάλει στο στόχαστρο άλλο έναν πραγματικά ανεξάρτητο διοικητικό στέλεχος. Κάποιος Μεσσήνιος θα περιμένει τον διορισμό του. Πρόκειται για ένα πολιτικό προσωπικό που δεν πρόκειται να αλλάξει, πρέπει να συντριβεί.

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Αναθεώρηση τώρα

Κανείς δεν πήρε στα σοβαρά την εξαγγελία του Πρωθυπουργού για μια νέα, ευρείας κλίμακας αναθεώρηση του Συντάγματος. Ως γνωστόν αυτή «ρίχτηκε στο τραπέζι» λίγες μέρες πριν από τις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση και την Ευρωβουλή και δικαιολογημένα αντιμετωπίστηκε περισσότερο σαν ένα ακόμη προεκλογικό τέχνασμα παρά σαν μια ουσιαστική πρόταση αναθεώρησης. Μολονότι περιείχε προτάσεις για ριζικές αλλαγές (εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, Συνταγματικό Δικαστήριο) ήταν τόσο εμφανές ότι αποσκοπούσε σε εντυπώσεις ώστε ουδείς ασχολήθηκε με αυτές. Όπως ήταν αναμενόμενο, η εξαγγελία ξεχάστηκε εντελώς και από την ίδια τη κυβέρνηση και φαντάζομαι ότι προορίζεται να ανασυρθεί ξανά σε κάποια νέα προεκλογική εκστρατεία.

Αντιλαμβάνομαι ότι είναι σκληρό να ταράζει κανείς τα μπάνια της κυβέρνησης και των κομμάτων, όμως, η επόμενη Βουλή πρέπει οπωσδήποτε να είναι αναθεωρητική κι αυτό προϋποθέτει απόφαση για αναθεώρηση από την παρούσα Βουλή. Αν δεν τεθεί το ζήτημα τώρα,  υπάρχει ο κίνδυνος, ιδιαίτερα σε περίπτωση πρόωρων εκλογών, να μην αποφασισθεί τίποτα και η αναθεώρηση να παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Η παρούσα Βουλή πρέπει οπωσδήποτε να αποφασίσει αναθεώρηση του Συντάγματος αν μη τι άλλο για να αλλάξει το διαβόητο άρθρο 86 (ποινική ευθύνη υπουργών) για το οποίο όχι μόνο οι πολίτες αλλά και όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν συμφωνήσει ότι είναι σκανδαλώδες αφού εισάγει προνομιακό καθεστώς οιoνεί ατιμωρησίας των υπουργών. Πρέπει, επίσης, οπωσδήποτε να αποφασίσει την αναθεώρηση του άρθρου 101Α που προβλέπει ομοφωνία ή πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής για τον διορισμό των προσώπων που στελεχώνουν τις Ανεξάρτητες Αρχές. Επειδή η ομοφωνία ή αυξημένη πλειοψηφία δεν επιτυγχάνεται, η θητεία των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών παρατείνεται στο διηνεκές με νόμο, πρακτική που έχει κριθεί παράνομη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, του οποίου η θητεία των σημερινών μελών έχει ήδη παραταθεί εφτά (!) φορές από το 2012 (τελευταία παράταση στις 28.6.2014 με τον ν.4271/2014) παρά το γεγονός ότι επανειλημμένες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (1098/2011, 2074/2011, 4404/2013 κ.ά.)  έχουν κρίνει παράνομη την παράταση της θητείας τους και κατ’ επέκταση έχουν κρίνει παράνομη τη λειτουργία του ΕΣΡ. Πρέπει, τέλος, οπωσδήποτε να αποφασίσει την αναθεώρηση του άρθρου 14 εδ. 9 (βασικός μέτοχος) αφού μετά από απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτή έχει καταστεί ανίσχυρη και δεν εφαρμόζεται.

Οι παραπάνω αλλαγές είναι υποχρεωτικές και, αν η κυβέρνηση ολιγωρεί, η αντιπολίτευση έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει τη διαδικασία αναθεώρησης καταθέτοντας τη σχετική πρόταση. Αν αρχίσει η διαδικασία αναθεώρησης, ασφαλώς και πρέπει να επιδιωχθούν επί μέρους ορθολογικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είναι ώριμες εδώ και καιρό. Διατάξεις όπως η συνταγματική απαγόρευση των μη κρατικών πανεπιστημίων καθώς και η απαγόρευση του προσηλυτισμού δεν υπάρχουν σε κανένα Σύνταγμα της υφηλίου και άφοβα μπορούμε να τις καταργήσουμε. Το ίδιο άφοβα μπορούμε να καταργήσουμε τις ανελεύθερες για τον Τύπο διατάξεις που επιτρέπουν την κατάσχεση εντύπου για προσβολή του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας, για προσβολή θρησκείας ή για δημοσίευση απορρήτων και ασέμνων. Η κατάσχεση στην εποχή του Διαδικτύου είναι αναποτελεσματική και η κοινή νομοθεσία αρκεί για την προστασία των εννόμων αγαθών που απειλούνται.

Γενικά έχουμε ένα ιδιαίτερα φλύαρο Σύνταγμα με πολλές άχρηστες και λεπτομερείς διατάξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη. Ας πάρουμε ένα ψαλίδι και ας κόψουμε τους βερμπαλισμούς και τις ανάρμοστες για ένα Σύνταγμα διατάξεις προσβλέποντας σε ένα λιτό κείμενο που να περιλαμβάνει τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής μας συμβίωσης.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει χρόνος (ούτε η απαιτούμενη νηφαλιότητα) για μια σοβαρή συζήτηση πάνω σε φιλόδοξες αλλαγές του πολιτικού μας συστήματος. Ζητήματα, όπως, ο περιορισμός της πρωθυπουργοκεντρικής εξουσίας, ο επανακαθορισμός της εξουσίας της Δικαιοσύνης, ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας και η αξιοκρατική και αποτελεσματική οργάνωση της διοίκησης, απαιτούν έναν ουσιαστικό εθνικό διάλογο που φοβάμαι ότι δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε. Μπορούμε ίσως να επιδιώξουμε κάποιες μικρές αλλαγές, όπως π.χ. την αλλαγή της σύνθεσης του λεγόμενου Μισθοδικείου. Πρόκειται για ένα δικαστήριο που έχει προκαλέσει με την αποδοχή όλων των συντεχνιακών αιτημάτων των δικαστών και γενικά έχει κάθε άλλο παρά έχει πείσει για την αμεροληψία του.

Περιέγραψα τριών ειδών συνταγματικές αλλαγές που πρέπει να πραγματοποιήσουμε: τις υποχρεωτικές, τις ορθολογικές και τις φιλόδοξες. Δεν επιτρέπεται το πολιτικό προσωπικό της χώρας να αδρανήσει και να χαθεί η δυνατότητα αναθεώρησης από την επόμενη Βουλή. Πρέπει να πραγματοποιήσουμε τις πρώτες και κάποιες από τις δεύτερες και να ανοίξουμε τη συζήτηση για τις τρίτες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 27 Ιουλίου 2014

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment