Πρέπει να είναι αδίκημα η εξύβριση;

Πριν από λίγους μήνες φίλος δημοσιογράφος ζήτησε τη γνώμη μου για το κατά πόσον ένα κείμενό του μπορούσε να θεωρηθεί επιλήψιμο. Θα πείτε εσύ δεν μπόρεσες να αποφύγεις τη μήνυση για τον εαυτό σου και έδινες συμβουλές σε άλλους. Το περιστατικό συνέβη πριν ακόμη μηνυθώ και μολονότι για την νομική μου άποψη δεν είχα καμία αμφιβολία, δεν μπορούσα να κάνω καμία ασφαλή πρόβλεψη για το πώς θα κρίνουν τα δικαστήρια. Αυτή η αίθουσα είναι γεμάτη νομικούς και δικηγόρους. Σας καλώ να θέσετε στον εαυτό σας το εξής ερώτημα: μπορείτε να προβλέψετε με σχετική (τονίζω το σχετική) ακρίβεια τη δικαστική κρίση για το κατά πόσον ένα κείμενο προστατεύεται ή όχι από την ελευθερία του λόγου;

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα μπορούσε κανένας να πει ότι η αμφιβολία δεν αφορούσε τον εν στενή εννοία πολιτικό λόγο. Μπορεί κινηματογραφικές ταινίες, όπως «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», λεξικά, όπως αυτό του Μπαμπινιώτη, βιβλία, όπως το «Μ εις τη νιοστή» του Ανδρουλάκη, εκθέσεις ζωγραφικής, όπως το Outlook, να είχαν περιπέτειες με τη δικαστική εξουσία, όμως, οι πολιτικές διαμάχες σπάνια έφταναν στα δικαστήρια. Δεν έφταναν ακόμη και σε περιπτώσεις ακραίας αθυροστομίας (σκέφτομαι π.χ. δηλώσεις του Ευ. Γιαννόπουλου) ή προφανώς επιλήψιμων δημοσιευμάτων, όπως η δημοσίευση γυμνών φωτογραφιών της γυναίκας του Πρωθυπουργού ή η πλαστή φωτογραφία που εμφάνιζε ως Ναζί τον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας. Νομίζω ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός ότι η λογοκριτική διάθεση της κοινωνίας εξαντλούνταν κατά της τέχνης, της επιστήμης και της έρευνας αφήνοντας αλώβητο τον πολιτικό λόγο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι δεν υπάρχει μεγάλη απώλεια όποτε ο λόγος έχανε στα δικαστήρια.

Η παραπάνω κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια. Ολοένα και πιο πολλοί πολιτικοί (ακόμη και αρχηγοί κομμάτων) προσφεύγουν στα δικαστήρια επιδιώκοντας «δικαίωση» με την καταδίκη αντιπάλων πολιτικών για δυσφημιστικά ή υβριστικά σχόλια. Ολοένα και πιο πολλά δημόσια πρόσωπα, ακόμη και δημοσιογράφοι  ζητούν από τα δικαστήρια να επιβάλουν κυρώσεις για λόγο που θεωρούν προσβλητικό. Στο κατάλογο αυτών προστέθηκε πρόσφατα και η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Με άλλα λόγια, τα τελευταία χρόνια έπαψε να υπάρχει η εν τοις πράγμασι ασυλία του εν στενή εννοία πολιτικού λόγου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς να προβλέψει τι προστατεύεται και τι όχι. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να ήταν αναμενόμενη αλλά δεν παύει να είναι ιδιαίτερα ανησυχητική.

Ήταν αναμενόμενη διότι τα όρια μεταξύ πολιτικού λόγου και άλλων μορφών έκφρασης δεν είναι σαφή και αν δεν υπάρχουν σταθερά κριτήρια προστασίας της έκφρασης γενικά, αν για παράδειγμα ο καλλιτεχνικός ή επιστημονικός λόγος λογοκρίνονται απροβλημάτιστα, αργά ή γρήγορα θα περιοριστεί αναπόδραστα και ο πολιτικός λόγος. Είναι μια εξέλιξη ιδιαίτερα ανησυχητική διότι πολύ απλά όταν περιορίζεται η ελευθερία του λόγου περιορίζεται η δημοκρατία. Και φοβάμαι ότι δεν πρόκειται να ανακοπεί αν η νομολογία δεν υιοθετήσει κάποια σταθερά κριτήρια προστασίας του λόγου.

Δεν είναι της ώρας μια συνολική κριτική της νομολογίας για την ελευθερία του λόγου. Θεωρώ, όμως, ότι μια συζήτηση για την έννοια της εξύβρισης μπορεί να βοηθήσει στο να διαλυθούν διάφορες παρανοήσεις. Το αδίκημα της εξύβρισης είναι, κατά τη γνώμη μου, από τα πλέον αμφιλεγόμενα και τούτο διότι οι ύβρεις δεν είναι παρά ακατέργαστες αξιολογικές κρίσεις και η απαγόρευση αξιολογικών κρίσεων είναι πάντοτε ιδιαίτερα προβληματική. Έχουμε σε μια κοινωνία δικαίωμα να εκφράζουμε την κρίση μας για τους άλλους, ναι ή όχι; Έχουμε δικαίωμα να εκφράζουμε την κακή γνώμη που έχουμε για τους άλλους ναι ή όχι; Μην βιαστείτε να απαντήσετε αρνητικά λέγοντας ότι πρέπει να προστατεύεται η τιμή και η υπόληψη του καθενός. Όχι μόνο δεν είναι νοητό η έννομη τάξη να συντρέχει κάποιον ώστε οι συμπολίτες του να έχουν καλή γνώμη για αυτόν, όχι μόνον δεν είναι νοητό να επιβάλλεται διά νόμου μια ανακριβής εικόνα για κάποιον αλλά θα μπορούσαμε να σκεφτούμε χιλιάδες λόγους για τους οποίους πρέπει να ενθαρρύνεται η έκφραση γνώμης. Π.χ. έχω ανάγκη να ακούσω τι πραγματικά σκέφτονται οι άλλοι για μένα ώστε να μπορέσω να επανεξετάσω την πορεία μου, να ελέγξω τη ζωή μου.

Αν, όπως πιστεύω, απαντήσουμε καταφατικά στο ερώτημα που έθεσα, αν δηλαδή δεχθούμε ότι έχουμε δικαίωμα να εκφράζουμε τη γνώμη μας για τους άλλους, τότε η απαγόρευση των καταφρονητικών χαρακτηρισμών και των ύβρεων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο τρόπο που εκφράζουμε την κρίση μας, στις λέξεις που χρησιμοποιούμε και όχι στην ουσία της κρίσης μας. Αυτό, όμως, όχι μόνο σημαίνει ότι απαγορεύουμε τη χρήση κάποιων λέξεων γιατί τις θεωρούμε χυδαίες ή απρεπείς αλλά κατ’ αποτέλεσμα περιορίζουμε μόνο την έκφραση των πιο απαίδευτων πολιτών, οι οποίοι δεν κάθονται να ψειρίσουν την έκφρασή τους, πετούν ένα «μαλάκας» και ξεμπερδεύουν με την κρίση τους για τον άλλο. Οι πιο μορφωμένοι πολίτες δεν έχουν ανάγκη να χρησιμοποιήσουν απαγορευμένες λέξεις βρίσκουν εκλεπτυσμένους τρόπους για να εκφράσουν την καταφρονητική γνώμη τους.

Ελπίζω να μην δημιουργήθηκε η παρεξήγηση ότι επιθυμώ να διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος με ύβρεις. Φυσικά και είμαι υπέρ της πολιτισμένης συζήτησης, η οποία άλλωστε είναι πάντοτε πιο ουσιαστική, επιμένω, όμως, ότι οι υβριστικές αξιολογικές κρίσεις δεν έχουν πειστική δικαιολογία απαγόρευσης. Θεωρώ ότι μόνο οι κατά πρόσωπο ύβρεις πρέπει να απαγορεύονται, όχι επειδή θίγουν την τιμή και την υπόληψη αλλά διότι είναι πιθανό να προκαλέσουν καυγά και διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης. Πάντως η αίσθησή μου είναι ότι το αδίκημα της εξύβρισης έχει πλέον περιοριστεί μόνο στον γραπτό λόγο. Πολύ σπάνιες είναι οι υποθέσεις εξύβρισης για κάτι που ακούστηκε στο καφενείο ή σε μια κοινωνική συνάντηση και αυτό σημαίνει ότι στη καθημερινότητα της κοινωνικής ζωής είναι αποδεκτές οι διάφορες κρίσεις ακόμη και όταν αυτές εκφράζονται με πάθος και οξύτητα, ακόμη κι αν είναι υβριστικές.

Τώρα, αν η απαγόρευση εξύβρισης απλών πολιτών είναι προβληματική, η ποινικοποίηση της εξύβρισης δημοσίων προσώπων και κρατικών λειτουργών είναι ασυμβίβαστη με την ελευθερία του λόγου. Οι πολίτες ως μέλη του εκλογικού σώματος δεν ασκούν την κυριαρχία τους μόνο τη στιγμή της κάλπης αλλά ελέγχουν τους κυβερνητικούς αξιωματούχους, ασκώντας συχνά σφοδρότατη κριτική εναντίον τους. Ο περιορισμός αυτού του δικαιώματος ισοδυναμεί με περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας. Τέτοιον ακριβώς περιορισμό συνιστούσε το αδίκημα της περιύβρισης αρχής, το οποίο ποινικοποιούσε την κριτική με πρόφαση την προστασία του κύρους του φορέα της κρατικής εξουσίας. Αυτό που στη πραγματικότητα περιοριζόταν ήταν το δικαίωμα των πολιτών να ελέγχουν την εξουσία και ο περιορισμός αυτός αποτελούσε πλήγμα κατά της δημοκρατίας. Πρέπει να είναι σαφές ότι δεν απαιτείται απλώς κάποια ανοχή της κρατικής εξουσίας στην κριτική εναντίον της αλλά η απόλυτη ελευθερία των αξιολογικών κρίσεων. Η έννοια της εξύβρισης της κρατικής εξουσίας απλούστατα δεν υφίσταται σε μία δημοκρατική κοινωνία.

Το ασύμβατο της εξύβρισης της κρατικής εξουσίας με τη δημοκρατία αναγνωρίστηκε με την κατάργηση του αδικήματος της περιύβρισης αρχής το 1993. Ο ίδιος δε ο Ποινικός Κώδικας στο άρθρο 367  προβλέπει ότι δεν είναι άδικες πράξεις οι δυσφημιστικές ή εξυβριστικές εκφράσεις «που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την  άσκηση  νόμιμης εξουσίας  ή  για  την  διαφύλαξη  (προστασία)  δικαιώματος  ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον». Η διάταξη αυτή θα παρείχε πλήρη προστασία σε κάθε επικριτική έκφραση που θα στρεφόταν κατά κρατικού λειτουργού, αν δεν υπήρχε η ρύθμιση της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 367, η οποία  ουσιαστικά αίρει την προαναφερθείσα προστασία ορίζοντας ότι η παραπάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται «όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις  υπό  τις  οποίες  τελέστηκε  η  πράξη,  προκύπτει  σκοπός εξύβρισης.» Η ελληνική νομολογία θα μπορούσε να ερμηνεύσει τον σκοπό εξύβρισης ως εξαίρεση από την αρχή της ελευθερίας έκφρασης, θα μπορούσε ενδεχομένως να δώσει έμφαση στις περιστάσεις και να απαιτεί να στοιχειοθετείται μόνον όταν ο λόγος συνοδεύεται και από κάποιες προσβλητικές πράξεις. Αντί, όμως, μιας ερμηνείας που θα διέσωζε την ελευθερία του λόγου προτιμά να συναγάγει σκοπό εξύβρισης από το περιεχόμενο του λόγου, επαναφέροντας έτσι από την πίσω πόρτα το αδίκημα της περιύβρισης αρχής.

Τα κρατικά όργανα δεν έχουν τιμή και υπόληψη, η κρατική δράση τους επικαλύπτει τις όποιες άλλες δραστηριότητές τους. Να συζητήσουμε αν θέλετε πόσο χώρο ιδιωτικότητας μπορεί να έχουν αλλά δεν είναι δυνατόν να συζητάμε κατά πόσον είναι ή όχι επιτρεπτές αξιολογικές κρίσεις για τη δράση τους. Δεν είναι δυνατόν να συνδέουμε τη δράση τους με τη τιμή και την υπόληψη τους και να την προστατεύουμε με απειλή κυρώσεων. Ακόμη και όσοι υποστηρίζουν ότι έχει νόημα η προστασία της τιμής και της υπόληψης κάποιου ιδιώτη, πρέπει να παραδεχθούν ότι πλήττεται η δημοκρατία, όταν προστατεύεται ποινικά η τιμή των κρατικών αξιωματούχων. Δεν οφείλω καμία εκτίμηση ή σεβασμό προς οποιοδήποτε όργανο, είτε πρόκειται για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είτε για τον Πρωθυπουργό είτε για την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Και η δημοκρατία μου παρέχει κάθε δικαίωμα να εκφράζω δημόσια την καταφρόνησή μου προς κάθε κυβερνητικό αξιωματούχο.

Η ελληνική νομολογία έχει εφεύρει μία ερμηνεία για την έννοια του σκοπού εξύβρισης που σε κάποιους φαίνεται εύλογη, αλλά στην πραγματικότητα είναι ασυμβίβαστη με την ελευθερία του λόγου. Σύμφωνα με αυτήν σκοπός εξύβρισης προκύπτει όταν τα ίδια νοήματα μπορούν να εκφραστούν με ηπιότερες φράσεις, όταν δεν θεωρούνται αναγκαίες οι συγκεκριμένες εκφράσεις για την άσκηση της κριτικής. Η άποψη αυτή παραγνωρίζει ότι από την μία πλευρά ο λόγος φαίνεται να μην είναι ποτέ αναγκαίος. Δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορεί να λεχθεί με διαφορετικό τρόπο. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο λόγος που εκστομίζει κάποιος είναι αυτός που τον εκφράζει καλύτερα και, άρα, υπό την έννοια αυτή είναι πάντοτε απολύτως  αναγκαίος.

Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στον καλλιτεχνικό λόγο.  Ακούστε ένα απόσπασμα από τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς: «Φίλησε τα στρογγυλά απαλά κίτρινα μυρωδάτα πεπόνια του κώλου της, σε κάθε στρογγυλό πεπονικό ημισφαίριο, στο απαλό κίτρινο αυλάκι τους, με σκοτεινό, παρατεταμένο πεπονομύριστο ασπασμό.” (Οδυσσέας κεφ. 17).. Φαντάζομαι ότι όλο και θα κάποιος θα βρεθεί να πει ότι δεν ήταν αναγκαίος ο λόγος αυτός για την περιγραφή που επιθυμούσε ο συγγραφέας. Εγώ σας καλώ να συμφωνήσετε ότι μόνο με αυτά τα λόγια μπορούσε να εκφραστεί ο Τζόυς.

 

Ομιλία στη εκδήλωση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών για την Ελευθερία του Λόγου 5 Απριλίου 2016

 

Posted in Ομιλίες, Uncategorized | Tagged , | Leave a comment

Πρέπει να είναι αδίκημα η εξύβριση;

Posted in Ομιλίες, Uncategorized | Tagged , | Leave a comment

“Ανοίκεια επίθεση”

Περίμενα να είναι πολύ περισσότεροι αυτοί που θα δικαιολογούσαν τη μήνυση της Προέδρου του Αρείου Πάγου εναντίον μου. Όχι γιατί θα είχαν κάποια επιχειρήματα αλλά γιατί η κάθε μορφής εξουσία βρίσκει πάντα υποστηρικτές. Δεν με εξέπληξε, ασφαλώς, ο κ. Φαήλος Κρανιδιώτης που υποστήριξε ότι οι πάντες έχουν δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη και άρα και η κ. Β. Θάνου παραβλέποντας την ιδιότητα της μηνύτριας καθώς και το βάσιμο ή μη της μήνυσής της. Εντύπωση, όμως, μου προκάλεσε η θέση δύο δημοσιογράφων, κι αυτό λόγω της ιδιότητάς τους. Ο κ. Γ. Κυρίτσης της Αυγής μολονότι διαφωνούσε με τη μήνυση χαρακτήρισε την κριτική μου «αναιδή» και πρόσθεσε ότι ίσως έπρεπε να επιληφθεί ο Δικηγορικός Σύλλογος. Ο κ. Ν. Χατζηνικολάου προχώρησε ακόμη πιο πολύ. Θεώρησε ότι η κ. Β. Θάνου «αμύνθηκε σε μια ανοίκεια επίθεση που δέχθηκε» και έπλεξε το εγκώμιό της τόσο ως δικαστού όσο και ως υπηρεσιακής πρωθυπουργού.

Σε όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες οι δημοσιογράφοι είναι διαπρύσιοι υποστηρικτές της ελευθερίας του λόγου. Είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει κανένας που δεν θα γελούσε αν του έλεγαν ότι υπάρχει πρόβλημα όταν χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός «αφελής» και ασφαλώς κανένας δεν θα τολμούσε να προτείνει παρέμβαση του ΔΣΑ ή της δικαιοσύνης. Ο μεν κ. Γ. Κυρίτσης, αν το μέτρο της αναίδειας που υιοθέτησε το εφάρμοζε στα κείμενα που δημοσιεύει η εφημερίδα του, δεν θα προλάβαινε να «κόβει» άρθρα. Ο δε διαχρονικός συνεργάτης των κ. Γ. Κουρή και Γ. Τράγκα, κ. Ν. Χατζηνικολάου, αν το μέτρο της ανοίκειας επίθεσης που υιοθέτησε το εφάρμοζε στις εκπομπές και στα έντυπά του, τότε θα έπρεπε να εγκατασταθεί μονίμως στην Ευελπίδων για να αντιμετωπίζει μηνύσεις και αγωγές.

Ιδού το σχετικό απόσπασμα με την άποψη του κ. Ν. Χατζινικολάου

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Απάντηση της Προέδρου του Αρείου Πάγου στους 14 καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Posted in Uncategorized | 2 Comments

ΝΟΜΙΚΑ ΕΩΛΗ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ

Η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου, κατέθεσε μήνυση εναντίον μου. Με εγκαλεί για εξύβριση και δυσφήμηση για επικριτικό σχόλιό μου που αναρτήθηκε στο ιστολόγιό μου, με αφορμή την επιστολή που απέστειλε, με την ιδιότητά της ως Προέδρου του Αρείου Πάγου, στους Προέδρους ανωτάτων δικαστηρίων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου συγχέει την άσκηση κριτικής που αποτελεί απόλυτο δικαίωμα κάθε πολίτη, ιδιαίτερα όταν αφορά δημόσια πρόσωπα, με την εξύβριση και τη δυσφήμηση. Θα επανέλθω αναλυτικά σε όσα μου καταλογίζει στη μήνυσή της. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι ισχυρίζεται πως το περιεχόμενο του σχολίου μου ενείχε «μείωση του κύρους του αξιώματος, ήτοι αυτό της Προέδρου του Αρείου Πάγου, που η Πολιτεία μου ενεπιστεύθη και που δικαιούμαι να απολαμβάνω». Το αδίκημα της περιύβρισης αρχής έχει από το 1993 καταργηθεί και, προφανώς, το κύρος του δικού της αξιώματος και όλων των αξιωμάτων της ελληνικής πολιτείας δεν προστατεύεται από την έννομη τάξη.

Η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου όφειλε να γνωρίζει ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σε ελληνική υπόθεση, στην Κατράμη κατά Ελλάδος, έχει αποφανθεί ότι ο χαρακτηρισμός «καραγκιόζης» για δικαστικό λειτουργό αποτελεί αξιολογική κρίση και προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Θα μπορούσα, επομένως, να χρησιμοποιήσω για την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου χαρκατηρισμούς ανάλογους με αυτούς που έχει δεχθεί το ΕΔΔΑ. Δεν το έκανα, διότι είμαι προσεκτικός και ευπρεπής στους χαρακτηρισμούς μου. Το «αφελής» δεν αποτελεί ύβρη (ακούσατε σε κάποιο καφενείο να λέει κανείς «άντε ρε αφελή»;), είναι αξιολογική κρίση. Το ότι μιλά ως πολιτικάντης είναι ακόμη πιο φανερό ότι αποτελεί αξιολογική κρίση. Αμφότερες δε οι αξιολογικές κρίσεις στηρίζονται σε στέρεη γεγονοτική βάση, αυτή της επιστολής της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Εν ολίγοις, πρέπει να διαθέτει κάποιος πολύ πτωχά νομικά για να υποστηρίξει ότι το σχόλιό μου αποτελεί εξύβριση ή δυσφήμηση. Επ’ αυτού τόσο οι  συνάδελφοί μου Καθηγητές Νομικής όσο και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών οφείλουν να πάρουν θέση.

Σε όλο τον κόσμο, η δικαστική εξουσία είναι ιδιαίτερα ανεκτική στα επικριτικά σχόλια που δέχεται για ευνόητους λόγους, καθώς διαθέτει την εξουσία να φιμώνει οποιαδήποτε κριτική, τιμωρώντας τους πολίτες. Η άσκηση μήνυσης από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου σε Δικηγόρο για επικριτικά σχόλια είναι θεσμικά επικίνδυνη διότι, εκ των πραγμάτων, λειτουργεί εκφοβιστικά. Ζητεί από συναδέλφους της δικαστές να δικάσουν την υπόθεση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ειρωνεία είναι ότι προτείνει ως μάρτυρα έναν ακόμη δικαστή, την Πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Ας προσθέσουμε ότι με πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση, η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει μόνη της πειθαρχική δίωξη κατά οποιουδήποτε δικαστή.

Ας μην ξεγελιόμαστε, αυτή η μήνυση πρέπει να πάει κατευθείαν στο καλάθι των αχρήστων. Υπό άλλες συνθήκες, θα ήμουν απαρηγόρητος, αν με εγκαλούσαν για παραβίαση δικαιωμάτων των άλλων. Όμως, ειλικρινά, όχι μόνο δεν είμαι απαρηγόρητος, αλλά αισθάνομαι μεγάλη τιμή για τη μήνυση που ασκήθηκε εναντίον μου από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Την θεωρώ, κατά κάποιο τρόπο, αναπόφευκτη συνέπεια των αγώνων που έχω δώσει στη ζωή μου.

Posted in Uncategorized | 11 Comments

Το Σύνταγμα και οι εξωκοινοβουλευτικοί πρωθυπουργοί

Με άρθρο τους στην εφημερίδα Καθημερινή (31 Οκτωβρίου 2015) οι καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου Φ. Σπυρόπουλος και Γ. Γεραπετρίτης, ενόψει του κωλύματος εκλογιμότητας που έχει ο εκ των υποψηφίων για την αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας κ. A. Τζιτζικώστας, υποστήριξαν ότι, κατά το Σύνταγμα, αυτός αποκλείεται να λάβει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε περίπτωση που εκλεγεί αρχηγός εφόσον δεν μπορεί να εκλεγεί βουλευτής. Κατά την άποψή τους, στην περίπτωση αυτή, η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος θα πρέπει να εκλέξει κάποιο μέλος της για την ανάθεση της διερευνητικής εντολής με αποτέλεσμα το Σύνταγμα να «ανέχεται», λένε, έναν δυϊσμό μεταξύ του μη κοινοβουλευτικού αρχηγού του κόμματος και του κοινοβουλευτικού πρωθυπουργού.

Φυσικά το «ανέχεται» δεν είναι ακριβές. Κατά την άποψή τους, το Σύνταγμα επιβάλλει ασυμβίβαστο μεταξύ μη κοινοβουλευτικού αρχηγού κόμματος και πρωθυπουργού. Μολονότι στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα ο Πρωθυπουργός είναι συνήθως μέλος του Κοινοβουλίου είναι δύσκολο να δεχτεί κανείς ότι η ιδιότητα του βουλευτή αποτελεί απαράβατο όρο για τον διορισμό του. Το ίδιο το Σύνταγμά δεν αποκλείει τη δυνατότητα μη κοινοβουλευτικού πρωθυπουργού (περιπτώσεις Ξ. Ζολώτα και Λ. Παπαδήμου) κατά το στάδιο που έπεται των διερευνητικών εντολών. Οι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι ο διορισμός μη κοινοβουλευτικού πρωθυπουργού αποτελεί εξαίρεση, επιτρέπεται μόνο «ως τελευταίο καταφύγιο για τον σχηματισμό βιώσιμης πολιτικής κυβέρνησης». Έτσι, όμως, δημιουργείται το εξής παράδοξο: να μην επιτρέπεται να διορισθεί Πρωθυπουργός ο εξωκοινοβουλευτικός αρχηγός κόμματος κατά τη φάση των διερευνητικών εντολών, να μην αποκλείεται, όμως, ο ίδιος να λάβει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης μετά το στάδιο των διερευνητικών εντολών.

Ο αποκλεισμός της δυνατότητας μη κοινοβουλευτικού πρωθυπουργού δεν είναι κάποια ήσσονος σημασίας συνταγματική ρύθμιση και φυσικά θα περίμενε κανείς να υπάρχει ρητή συνταγματική πρόβλεψη για το θέμα. Κι όμως τέτοια ρύθμιση δεν υπάρχει. Οι συγγραφείς την συνάγουν διαβάζοντας το άρθρο 37 παρ. 4, όπως αναθεωρήθηκε το 1986, το οποίο προβλέπει ότι «στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανατίθεται, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ή διερευνητική εντολή σε αρχηγό κόμματος, αν το κόμμα δεν έχει αρχηγό ή εκπρόσωπο, ή αν ο αρχηγός ή εκπρόσωπός του δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει την εντολή σ’ αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος». Θεωρούν ότι με τη διάταξη αυτή που θεσπίστηκε με την αναθεώρηση του 1986, επήλθε, ας σημειωθεί, χωρίς καν κάποια συζήτηση, ανεπαισθήτως, μια τόσο σημαντική συνταγματική τροποποίηση που αφορούσε τo θεσμό του Πρωθυπουργού.

Το κύριο επιχείρημά τους είναι η διατύπωση της διάταξης: «από τη διατύπωση της […] και την ένταξή της στη μηχανική του κοινοβουλευτικού συστήματος και της κομματικής δημοκρατίας συνάγεται ότι αποσκοπεί εκείνος που λαμβάνει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ή τη διερευνητική εντολή να είναι βουλευτής. Άλλως, η διάταξη δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα…» Με άλλα λόγια θεωρούν ότι εμμέσως θεσπίζεται ο αποκλεισμός του μη κοινοβουλευτικού Πρωθυπουργού, αλλιώς δεν έχει νόημα να επιβάλλεται πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας όταν υπάρχει αρχηγός του κόμματος, ο οποίος θα μπορούσε να πάρει την εντολή. Δηλαδή διά της εις άτοπον απαγωγής, της μη ύπαρξης άλλου νοήματος, συνάγουν ότι θεσμοθετήθηκε μια τόσο σημαντική αλλαγή.

Σπάνια, όμως, οι διατυπώσεις είναι μονοσήμαντες, γι’ αυτό άλλωστε και η γραμματική ερμηνεία των κανόνων δεν οδηγεί μακριά. Δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς διαφορετικό νόημα σε αυτή τη διατύπωση από αυτόν που προτείνουν οι συγγραφείς. Θα μπορούσε π.χ. εύλογα να υποστηρίξει ότι σε περίπτωση μη εκλογής βουλευτή του αρχηγού ενός κόμματος, κάτι οπωσδήποτε ασυνήθιστο, δίνεται η δυνατότητα στη κοινοβουλευτική ομάδα που θα κληθεί να παράσχει ψήφο εμπιστοσύνης να επιβεβαιώσει αν θα προτείνει τον μη εκλεγέντα αρχηγό ή θα επιλέξει άλλο πρόσωπο για να λάβει την εντολή. Αν ο αρχηγός δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, το Σύνταγμα επιτάσσει να υπάρχει πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας. Δεν υποστηρίζω ότι με αυτή την ερμηνεία η διάταξη καθίσταται σοφή αλλά μου φαίνεται προτιμότερη από μια ερμηνεία που εμμέσως οδηγεί στην θεσμοθέτηση μιας σημαντικής οργανωτικής αρχής.

Κατά την άποψή μου, λοιπόν, το Σύνταγμα δεν φράζει στον κ. Α. Τζιτζικώστα τον δρόμο προς το ύπατο αξίωμα. Μόνο η φρόνηση των ψηφοφόρων μπορεί…

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 4 Νοεμβρίου 2015

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Πρόταση μομφής αμέσως

Τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση γνωρίζουν πολύ καλά ότι η κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου δεν μπορεί να παραμένει Πρόεδρος της Βουλής. Είναι ακατάλληλη για να διευθύνει όχι τις εργασίες του νομοθετικού οργάνου αλλά οποιουδήποτε συλλογικού σώματος, ακόμη και μιας συνέλευσης ιδιοκτητών πολυκατοικίας. Τα συνεχή εριστικά και προσβλητικά σχόλιά της προς κάθε ομιλητή είναι ενδεικτικά της βαθιάς δυσανεξίας της προς το διάλογο και τη δημοκρατία, της απόλυτης αδυναμίας της να αντιληφθεί ότι είναι δυνατόν να υφίστανται απόψεις αντίθετες με τις δικές της. Την ανικανότητά της να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του θεσμικού της ρόλου εμμέσως την παραδέχθηκε και η ίδια, αφού στις δύο τελευταίες σημαντικές συνεδριάσεις της Ολομέλειας της Βουλής αρνήθηκε (ευτυχώς) να προεδρεύσει.

Εκτός από το γεγονός ότι μετατρέπει κάθε συνεδρίαση της Βουλής σε επεισοδιακή διαδικασία, η κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου παραβιάζει κατάφωρα το Σύνταγμα ασκώντας προσωπική πολιτική, αντίθετη με αυτήν της κυβέρνησης. Η παιδαριώδης ιστορία με το χρέος είναι το πλέον τρανταχτό παράδειγμα. Τη στιγμή που η κυβέρνηση διαπραγματευόταν για νέο δάνειο αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί το χρέος ως παράνομο με βάση τα προκαταρκτικά πορίσματα μιας γελοίας επιτροπής που συνέστησε. Έχει προβεί σε δηλώσεις βαθύτατα προσβλητικές προς τους εταίρους μας, πρωτοφανείς για πολιτειακό παράγοντα δημοκρατικού κράτους, που ασφαλώς θα ήταν ικανές να δημιουργήσουν διπλωματικές διαμαρτυρίες και να δυσχεράνουν τη διεθνή θέση της χώρας αν δεν αντιμετωπίζονταν με συγκατάβαση από τους ξένους.

Το τελευταίο επεισόδιο ήταν η άρνησή της να παράσχει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, όπως είχε ζητήσει ο Πρωθυπουργός. Στοιχειώδης συνέπεια θα επέβαλλε να συνοδεύσει αυτή την άρνηση με την παραίτησή της. Δεν νοείται Πρόεδρος της Βουλής να αντιτίθεται στη βασική πολιτική της κυβέρνησης. Η κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου, όμως, όπως ακριβώς ο Λαφαζάνης και οι ομοϊδεάτες του υπουργοί, δεν φαίνεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει με τη θέλησή της το θώκο της. Η συνταγματική τάξη επιβάλλει να κινηθεί αμέσως η διαδικασία αντικατάστασής της με την υποβολή πρότασης μομφής εναντίον της.

Η κυβέρνηση, άβουλη και αναβλητική – όπως με όλα τα ζητήματα –, διστάζει να πράξει το προφανές. Φαίνεται να κάνει λογαριασμούς και να νομίζει ότι αναβάλλοντας τη ρήξη μπορεί κάτι να κερδίσει. Δεν καταλαβαίνει ότι η προσπάθεια συνύπαρξης δεν οδηγεί μακριά, ακόμη και με αριθμητικούς όρους. Οι δυνατότητες αύξησης της δύναμής της με την ενσωμάτωση έξαλλων και αντιδραστικών στοιχείων είναι περιορισμένες και το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να την απομονώνουν από τα ευρύτατα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, την στήριξη των οποίων έχει ανάγκη.

Λάθος λογαριασμούς κάνει και η αντιπολίτευση που διστάζει να προχωρήσει στη συλλογή των 50 υπογραφών που απαιτούνται για την κατάθεση πρότασης μομφής εναντίον της Προέδρου της Βουλής. Πρυτανεύουν σκέψεις του τύπου: τι θα γίνει αν η πρόταση δεν υπερψηφιστεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και δεν περάσει; Δεν θα ενισχυθεί η θέση της κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου σε αυτή την περίπτωση; Μήπως είναι καλύτερα να επικρέμεται η απειλή της πρότασης μομφής ώστε να αποφύγουμε ακραίες ενέργειες εκ μέρους της; Πρόκειται για σκέψεις μικροπολιτικών υπολογισμών που χάνουν τη γενική εικόνα και τη θέση που πρέπει να κρατήσει η αντιπολίτευση.

Η αντιπολίτευση (ΝΔ, Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ) στηρίζει την κυβέρνηση στην εθνική προσπάθεια για παραμονή της χώρας στην Ευρώπη και το ευρώ. Το νέο Μνημόνιο είναι το προαπαιτούμενο αυτής της προσπάθειας και, επομένως, η ψήφισή του είναι αυτονόητη. Οι όροι του, για τους οποίους την αποκλειστική ευθύνη φέρει η κυβέρνηση, δεν μπορούν σήμερα να αμφισβητηθούν· είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη χώρα. Θα γίνουν αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης στο μέλλον. Η στήριξη, όμως, αυτή προφανώς περνά μέσα από ένα αδυσώπητο μέτωπο προς τις δυνάμεις που επιδιώκουν την εξαθλίωση της χώρας.

Η πρόταση μομφής εναντίον της κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου αποτελεί θέμα τιμής για τον κοινοβουλευτισμό στη χώρα μας. Όποια και να είναι η τύχη της πρέπει επίσημα μέσα στη Βουλή να ακουστούν και να καταγραφούν οι καταγγελίες εναντίον της. Συγχρόνως η πρόταση μομφής δείχνει καθαρά την θέση της αντιπολίτευσης, το μέτωπό της προς τις αντιδραστικές δυνάμεις, και θέτει τον ΣΥΡΙΖΑ προ των ευθυνών του. Τον βοηθά να αντιληφθεί μια ώρα αρχύτερα με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.

Posted in Uncategorized | Leave a comment