Ζήτημα αξιοπρέπειας

Η συμπεριφορά της Προέδρου της Βουλής κ. Ζωής Κωνσταντοπούλου προκαλεί καθημερινά δικαιολογημένες αντιδράσεις. Βασικά προσόντα που απαιτεί ο θεσμικός της ρόλος, όπως συναίνεση, αμεροληψία, ουδετερότητα, είναι τελείως ξένα  στην πολιτική πρακτική της, με αποτέλεσμα να έχει μετατρέψει το βάθρο της Βουλής σε βήμα εμπάθειας, κομματικής προπαγάνδας και προσωπικής προβολής. Ο στόμφος και τα σχόλια με τα παιδαριώδη στερεότυπα που χρησιμοποιεί ασφαλώς δεν έχουν προηγούμενο σε πολιτισμένη χώρα.

Η γελοιωδέστερη αλλά όχι και ακίνδυνη ιστορία της κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου είναι ασφαλώς η επονομαζόμενη, κατά τα πρότυπα της οργουελιανής ορολογίας, «Επιτροπή Αληθείας Δημοσίου Χρέους». Με προσωπική της απόφαση, χωρίς συνεννόηση με κανένα κόμμα, συγκρότησε, άγνωστο με ποιο τρόπο και κριτήρια μια πολυπληθή επιτροπή από ανθρώπους που ακόμη και σήμερα ουδείς γνωρίζει την επιστημονική τους επάρκεια, η οποία υποτίθεται θα διερευνούσε τη νομιμότητα του χρέους. Από την πρώτη παρουσίαση έγινε φανερό ότι τόσο η ίδια όσο και τα μέλη της επιτροπής θεωρούσαν το χρέος παράνομο και φυσικά δεν θα έκαναν τίποτα άλλο από το να προπαγανδίσουν την ήδη διαμορφωμένη άποψή τους.

Υποθέτω ότι δεν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις ή ευφυΐα για να αντιληφθεί κανείς ότι τα «πορίσματα» αυτής της επιτροπής δεν έχουν απολύτως κανένα νομικό αντίκρισμα. Κι όμως, η πτυχιούχος νομικής Πρόεδρος της Βουλής σοβαρολογούσε όταν δήλωνε ότι πρέπει να ζητήσουμε αναστολή πληρωμών μέχρι να τελειώσει τις «εργασίες» της αυτή η επιτροπή. Εν τω μεταξύ, αυτή την εβδομάδα, ενάμιση μήνα μετά τη συγκρότηση της επιτροπής, ανακοινώθηκε το προκαταρκτικό συμπέρασμα των εργασιών της, το οποίο φυσικά δεν εξέπληξε κανέναν: το σύνολο του χρέους θα μπορούσε να κηρυχθεί παράνομο, επαχθές και επονείδιστο. Με αυτό το πυρηνικό όπλο η κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου απεφάνθη ότι δεν φέρουμε καμία ευθύνη και ουσιαστικά καλεί να αρνηθούμε την πληρωμή του «παράνομου» χρέους.

Δεν θα σταθώ στον πολιτικό σουρεαλισμό του θέματος ότι όλα αυτά συμβαίνουν όταν εναγωνίως η χώρα επιδιώκει μια συμφωνία περεταίρω χρηματοδότησης με τους εταίρους, η οποία έχει καταστεί ζήτημα ζωής ή θανάτου. Με ενδιαφέρει η παιδαριώδης αντίληψη που καλλιεργείται και αναδύεται από αυτή την ιστορία: όταν ένα κράτος αδυνατεί να πληρώσει τα δανεικά του φτιάχνει μια επιτροπή «αληθείας» για το δημόσιο χρέος, το ανακηρύσσει παράνομο και έτσι απεκδύεται πάσης ευθύνης. Φυσικά, σε οποιοδήποτε διεθνές forum, επιχειρήσει κανείς να αναπτύξει αυτή την αντίληψη θα θεωρηθεί άνευ ετέρου παράφρων. Η ελληνική κοινή γνώμη, όμως, έχει κατά καιρούς ακούσει τόσες πολλές ανοησίες, από τα 600 δις του Σώρρα μέχρι τα λεφτά των Ρώσων και των Κινέζων (χωρίς να λογαριάζουμε τους υδατάνθρακες ή τις προκαταβολές του αγωγού), ώστε τα πάντα να μοιάζουν εύλογα.

Μπορεί κάποιος να περιέλθει σε δυσχερή θέση, μπορεί να καταλήξει να χρωστά τόσα πολλά ώστε να του είναι πολύ δύσκολο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Αν θέλει, όμως, να αντιμετωπίσει την κατάστασή του με αξιοπρέπεια δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει πάνω από όλα τη δική του ευθύνη. Στην Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια κρίσης κάποιοι συνεχίζουν να αναζητούν με κάθε τρόπο την μετάθεση ευθυνών χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή, δεν υπάρχει μεγαλύτερη αναξιοπρέπεια από το να λογίζεται κάποιος ανεύθυνος. Αυτή ακριβώς την προσβολή και αναξιοπρέπεια εκπέμπει όλη η ιστορία της επιτροπής της κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου και γι’ αυτό παρόλα τα γελοία χαρακτηριστικά της πρέπει να καταγγελθεί ως μια επιχείρηση ενσυνείδητης υποβάθμισης του πολιτισμικού επιπέδου του λαού μας.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή, στις 21 Ιουνίου 2015

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Δεν υπάρχει κοπόμετρο;

Russian

Ο υπουργός Παιδείας Αριστείδης Μπαλτάς θεώρησε πρέπον να απαντήσει σε επικριτικό για το πρόσωπό του κείμενο δημοσιογράφου ασκώντας με τη σειρά του κριτική στο πρόσωπο του συγγραφέα. Αντιπαρέρχομαι την πρωτοφανή για υπουργό δυσανεξία στη δημόσια κριτική καθώς και τα ευφυολογήματα περί ψυχολογίας, καταθλίψεως και επίδειξης φάτσας για να βγάλουμε συμπεράσματα («ο κ. Φαληρεύς δεν έχει ευαρεστηθεί να μας χαρίσει το προνόμιο της δικής του φάτσας») και θα σταθώ στο μοναδικό σημείο που διεκδικεί να αντιμετωπισθεί ως επιχείρημα και συγκεκριμένα στον ισχυρισμό του ότι δεν υπάρχει «κοπόμετρο». Ιδού το σχετικό απόσπασμα: «Αυτό που δεν είναι δικαίωμα του κ. Φαληρέα είναι να απομονώσει φράσεις και να συνάγει συμπεράσματα. Του έκανε εντύπωση που ο Μπαλτάς είπε ότι “δεν έχει νόημα η μέτρηση του κόπου”, εννοώντας βέβαια ότι μετράμε την διδασκαλία και το αποτέλεσμα. Εκτός αν ο Φαληρεύς έχει εφεύρει το… κοπόμετρο. Για να κάνουμε λιανά. Προκειμένου να συγγράψει τα ομολογουμένως ευφυή κείμενά του ο κ. Κασιμάτης μπορεί να μοχθεί νυχθημερόν. Κάποιου άλλου, για ιδίας ποιότητας και οξυδέρκειας κείμενα, μπορεί να του αρκεί ένα δεκάλεπτο. Το θέμα είναι ότι εμείς το μόνο που μπορούμε να κρίνουμε και να “μετρήσουμε” είναι το τελικό κείμενο και όχι το πόσοι καφέδες, άγχος, νοητικός μόχθος και πιθανόν αντικαταθλιπτικά απαιτήθηκαν για την παραγωγή του».

Η μεγάλη φιλοσοφία που μας κάνει «λιανά» ο υπουργός έγκειται στην εμπειρική παρατήρηση ότι διαφορετικοί άνθρωποι χρειάζονται διαφορετικό κόπο-χρόνο για την παραγωγή ίδιου έργου. Από την παρατήρηση αυτή φαίνεται να βγάζει το συμπέρασμα ότι είναι μάταιο να προσπαθούμε να «μετρήσουμε» τον κόπο-χρόνο ενός έργου, δεν υπάρχει κοπόμετρο για αυτή τη μέτρηση.

Το συμπέρασμα του υπουργού προσκρούει σε μια άλλη αυτονόητη εμπειρική παρατήρηση: σε μια κοινωνία καθημερινά μετράμε τον χρόνο-κόπο παραγωγής κάθε έργου. Οταν φωνάζουμε έναν μπογιατζή να μας βάψει ένα δωμάτιο, υπολογίζουμε π.χ. ότι θα χρειαστεί μία ημέρα. Αν αυτός μας πει ότι χρειάζεται 10, εξαιτίας των καφέδων ή των καταθλιπτικών που παίρνει, θα τον συμπονέσουμε αλλά δεν θα του δώσουμε τη δουλειά. Ολη η οργάνωση εργασίας σε μια κοινωνία βασίζεται σε μέτρηση του μέσου κόπου-χρόνου που υπολογίζεται να ξοδέψει ο εργαζόμενος. Αλλά μήπως δεν το κάνουμε καθημερινά και στην Παιδεία; Στις εξετάσεις π.χ. δεν υπολογίζουμε πόσος χρόνος-κόπος χρειάζεται από τον μέσο μαθητή για να απαντήσει στα θέματα;

Θέλετε να δεχτούμε ότι ο υπολογισμός δεν είναι ακριβής; Να παραδεχτούμε ότι αυτός ο μέσος χρόνος-κόπος δεν είναι σταθερός αλλά αλλάζει ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες και τις τεχνολογικές ανακαλύψεις; Να δεχτούμε ακόμη ότι είναι ενδεχομένως ισοπεδωτικός ή και άδικος σε ορισμένες περιπτώσεις; Ο,τι θέλετε να δεχτούμε. Εκείνο που μου φαίνεται αδιανόητο είναι να ισχυριζόμαστε ότι πρέπει να σταματήσουμε να μετράμε μέχρι να ανακαλυφθεί το κοπόμετρο.

Ο κ. Αριστείδης Μπαλτάς μπορεί να πείσει όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ότι όντως οι διδακτικές μονάδες (δηλαδή οι ώρες διδασκαλίας) υπολογίζονται με ακρίβεια, αλλά μάλλον χρειάζεται κάτι περισσότερο από την έλλειψη κοπόμετρου για να τις πείσει ότι πρέπει να εγκαταλείψουν τις πιστωτικές μονάδες (δηλαδή τον υπολογισμό του γενικού φόρτου του φοιτητή) και να περιοριστούν στον υπολογισμό του χρόνου διδασκαλίας. Και πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός ο υπολογισμός του φόρτου είναι που βάζει στο επίκεντρο τον φοιτητή ενώ οι ώρες διδασκαλίας δεν είναι τίποτα άλλο από μια διαδικαστικού τύπου πρόβλεψη.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 26 Μαΐου 2015

*Στη φωτογραφία φωτογραφία εγκατάστασης του έργου που παρουσίασε η Irina Nakhova στο ρωσικό περίπτερο, στη φετινή Μπιενάλε Σύγχρονης  Τέχνης της Βενετίας.

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο, Διάλογος | Leave a comment

Δημοψήφισμα χωρίς νόημα

Ασφαλώς δεν είναι σοβαροί, όταν μιλούν για δημοψήφισμα την ώρα που πασχίζουν να βρούν χρήματα για μισθούς και συντάξεις. Αμφιβάλλω αν και η ίδια η κυβέρνηση εννοεί στα σοβαρά την πρόταση για δημοψήφισμα με το ερώτημα «συμβιβασμός ή όχι». Η εντύπωσή μου είναι δεν υπάρχει καμία λογική εξήγηση για μια τέτοια πρόταση και μόνο ως ένα επικοινωνιακό τέχνασμα που αφορά περισσότερο τα μέλη και τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ παρά τη χώρα μπορεί να εξηγηθεί.

Αυτή προκύπτει αν αναλογιστούμε ότι σε περίπτωση δημοψηφίσματος η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να πάρει θέση υπέρ ή κατά του ερωτήματος. Υποθέτω ότι δεν φαντάζεται ότι μπορεί να πει «εμένα το ίδιο μου κάνει, ας αποφασίσει ο λαός κι εγώ θα πράξω αναλόγως». Όποια θέση και να πάρει το δημοψήφισμα αποδεικνύεται άχρηστο. Αν προκρίνει τον συμβιβασμό, τότε είναι ηλίου φαεινότερο ότι αυτό είναι άχρηστο, αφού το αποτέλεσμά του είναι δεδομένο. Στο «όχι» μπορεί να συμπαραταχθούν μόνον οι ψηφοφόροι του ΚΚΕ, της ΧΑ και κάποιοι διαφωνούντες του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θέλει, επομένως, ιδιαίτερη σοφία για να προεξοφλήσει κανείς το αποτέλεσμα. Άρα στην περίπτωση αυτή το δημοψήφισμα όχι απλώς δεν θα χρησίμευε σε τίποτα αλλά θα έθετε σε δοκιμασία τις αντοχές της χώρας.

Ακόμη πιο άχρηστο, όμως, θα ήταν το δημοψήφισμα αν η κυβέρνηση πρότεινε στο λαό να αποφασίσει «όχι» στον συμβιβασμό. Με το που θα πρότεινε κάτι τέτοιο είναι φανερό ότι θα κατέρρεαν αμέσως οι τράπεζες και θα επιβάλονταν μέτρα στη κίνηση κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, η ρήξη θα επέρχονταν πριν από οποιαδήποτε ψηφοφορία και όποιο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Η κυβέρνηση ούτως ή άλλως θα χρεωνόταν την κατάρρευση και αν επακολουθούσε το δημοψήφισμα το μόνο που θα μπορούσε να της προσφέρει θα ήταν να κλονίσει ανεπανόρθωτα την εξουσία της.

Κανένα, λοιπόν, νόημα δεν έχει στις σημερινές συνθήκες το δημοψήφισμα και γι’ αυτό δεν νομίζω ότι πρόκειται να αποφασιστεί η διεξαγωγή του. Η κυβέρνηση ρίχνει την ιδέα για εσωτερική κατανάλωση. Γνωρίζει ότι υπάρχει μια μειοψηφία στο ΣΥΡΙΖΑ που επιλέγει την καταστροφή και θέλει να υπενθυμίσει ότι η λαϊκή βούληση είναι συντριπτικά αντίθετη. Οι διάφοροι, όμως, εσωκομματικοί υπολογισμοί μπορούν να εξυπηρετηθούν με ένα κομματικό δημοψήφισμα. Ας στήσουν οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ κάλπες και ας μετρήσουν πόσοι είναι από τη μια πλευρά και πόσοι από την άλλη. Ένα τέτοιο δημοψήφισμα αφενός θα είναι ανέξοδο για το κράτος αφετέρου δεν θα αποπροσανατολίζει στέλνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις λάθος μηνύματα.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 3 Μαΐου 2015

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Παραβίαση του Συντάγματος

Η Πρόεδρος της Βουλής κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι, κατά την άποψή μου, υπόλογη για παραβίαση του Συντάγματος επειδή μέχρι σήμερα δεν έχει εγγράψει στην ημερησία διάταξη το θέμα της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Για τη στοιχειοθέτηση της προσωπικής ευθύνης της Προέδρου αναφέρω, αφενός, τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 4 του Συντάγματος, αφετέρου, τη διάταξη του άρθρου 52 του Κανονισμού της Βουλής. Το Σύνταγμα επιτάσσει στη Βουλή που αναδείχθηκε από εκλογές λόγω αδυναμίας εκλογής του ΠτΔ να εκλέξει Πρόεδρο «αμέσως μόλις συγκροτηθεί σε σώμα». Με άλλα λόγια, δεν επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη εργασία πριν ολοκληρώσει το έργο για το οποίο κατ’ εξοχήν εκλέχθηκε. Ο Κανονισμός της Βουλής άλλωστε προβλέπει ότι ο Πρόεδρος είναι αρμόδιος για να εγγάψει στην ημερησία διάταξη τα κατά προτεραιότητα θέματα. Συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 52 του Κανονισμού ορίζει ότι «στην ημερήσια διάταξη εγγράφoνται από τoν Πρόεδρo της Boυλής κατά πρoτεραιότητα τα θέματα για τα oπoία τo Σύνταγμα ή o Kανoνισμός της Boυλής τα πρoβλέπoυν ή oρίζoυν πρoθεσμίες μέσα στις oπoίες η Boυλή πρέπει να συζητήσει και να λάβει απoφάσεις ή απλώς να συζητήσει». Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το θέμα εκλογής ΠτΔ τίθεται κατά προτεραιότητα από το Σύνταγμα («αμέσως») και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Πρόεδρος της Βουλής είναι υποχρεωμένη να το εγγράψει στην ημερησία διάταξη. Κανονικά, στις 6 Φεβρουαρίου, οπότε και συγκροτήθηκε η Βουλή σε σώμα με την εκλογή του Προεδρείου της, η κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου θα έπρεπε να εγγράψει στην ημερησία διάταξη το θέμα εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και να ορίσει ως ημερομηνία ψηφοφορίας την 12η Φεβρουαρίου (παρέλευση 5 ημερών από την εγγραφή). Την 6η Φεβρουαρίου, όμως, η κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου ενέγραψε μόνο τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης παραλείποντας το θέμα της εκλογής ΠτΔ. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι, ενώ την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου ολοκληρώθηκε η ψηφοφορία για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, η Πρόεδρος της Βουλής εξακολουθεί μέχρι σήμερα Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου να παραλείπει το καθήκον της να εγγράψει στην ημερησία διάταξη το θέμα εκλογής ΠτΔ, με αποτέλεσμα να καθυστερεί ανεπίτρεπτα κατά το Σύνταγμα η εκλογή του.

Posted in Uncategorized | 3 Comments

Πάλι περί κυβερνητικής συνεργασίας

Αν δεν υπάρξει αυτοδυναμία στις εκλογές, τα κόμματα του μεσαίου χώρου που θα κληθούν ενδεχομένως να συμπράξουν σε μια κυβέρνηση συνεργασίας αποκτούν τεράστια δύναμη, πολύ μεγαλύτερη του εκλογικού ποσοστού τους. Πάντα η δύναμη του μικρότερου εταίρου είναι μεγαλύτερη από το εκλογικό ποσοστό του για τον απλούστατο λόγο ότι η συνδρομή του είναι απαραίτητη για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Στη σημερινή συγκυρία, όμως, η δύναμη γίνεται τεράστια, αν αναλογισθεί κανείς ότι οι δεύτερες εκλογές είναι επιλογή που πρέπει να αποκλεισθεί από το πρώτο κόμμα.

Ας το ξεκαθαρίσουμε. Η χώρα σε καμιά περίπτωση δεν αντέχει δεύτερες εκλογές. Το τραπεζικό σύστημα κινδυνεύει με κατάρρευση και είναι πολύ πιθανό να προκύψουν καταστάσεις πλήρους χάους στη διάρκεια της δεύτερης προεκλογικής περιόδου. Από αυτές τις καταστάσεις είναι βέβαιο ότι, εκτός από τη χώρα, κινδυνεύει να χάσει τα περισσότερα το πρώτο κόμμα. Χάνει την ευκαιρία να κυβερνήσει, έστω με άλλους, και αναγκαστικά χρεώνεται τις δεύτερες εκλογές, αφού αυτό έχει την κύρια ευθύνη για επίτευξη συνεργασίας. Αυτό πρέπει να εκλιπαρεί για συνεργασία και να είναι έτοιμο για μεγάλους συμβιβασμούς αν θέλει να κυβερνήσει.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταλάβει ότι η συνεργασία είναι υποχρεωτική. Δεν έχει ίσως καταλάβει πόσους πολλούς συμβιβασμούς θα αναγκαστεί να κάνει για να την επιτύχει. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσηλωμένος στη ρητορεία της αυτοδυναμίας φαίνεται να αποκλείει τις συνεργασίες. Δεν έχει ίσως καταλάβει πόσο απαγορευτικές είναι γι’ αυτόν οι δεύτερες εκλογές. Ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του τον υποστηρίζει γιατί πιστεύει ότι θα κάνει τη μεγάλη «τούμπα». Αν την αρνηθεί και προκαλέσει το χάος, το πιο πιθανό είναι όλοι αυτοί οι ψηφοφόροι να τον εγκαταλείψουν και έτσι να απομακρυνθεί για πάντα από την εξουσία.

Χωρίς τον όρο για τήρηση όλων των συμφωνιών και της πάση θυσία εξασφάλισης της θέσης μας στην Ευρώπη δεν μπορεί να υπάρξει κυβερνητική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ. Μερικοί λένε ότι αυτό δεν είναι εφικτό, άλλοι, πάνε πιο πέρα, λένε ότι δεν είναι δημοκρατικό να επιβάλλεται στο πρώτο κόμμα μια πολιτική που δεν είναι δική του. Το φόβητρο των δεύτερων εκλογών καθιστά τη συνεργασία απολύτως εφικτή. Το επιχείρημα ότι δεν είναι δημοκρατικό είναι αστείο, αν σκεφτεί κανείς ότι μιλάμε για πρώτο κόμμα που όχι μόνο δεν θα έχει την πλειοψηφία στη Βουλή αλλά δεν θα έχει ψηφιστεί παρά από το 30-35% του εκλογικού σώματος.

Για άλλη μια φορά στις εκλογές αυτές παίζεται η τύχη της χώρας. Και μόνον το γεγονός ότι μετά από 5 χρόνια κρίσης βρισκόμαστε πάλι στο σημείο μηδέν αποδεικνύει την ανικανότητα και την τεράστια ευθύνη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει διέξοδος χωρίς να σπάσει το σπυρί. Όλοι θα υποχρεωθούμε να αναστοχαστούμε και να δούμε πώς θα βαδίσουμε στο μέλλον.

 

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Aναγκαστικοί συμβιβασμοί  

Οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας είναι υποχρεωμένες να κάνουν μεγάλους συμβιβασμούς. Παρά το εξωφρενικό μπόνους των 50 εδρών, το πιο πιθανό αποτέλεσμα των εκλογών είναι να μην έχει κανένα κόμμα αυτοδυναμία. Στην περίπτωση αυτή το ενδεχόμενο νέας προσφυγής στις κάλπες, όπως έγινε το 2012, πρέπει να αποκλεισθεί τελείως γιατί ισοδυναμεί με την κατάρρευση της χώρας. Δεν υπάρχει το παραμικρό χρονικό περιθώριο. Η παράταση της συμφωνίας με τους εταίρους που λήγει τέλος Φεβρουαρίου, οι δόσεις δανείων που λήγουν τον Μάρτιο και πάνω απ’ όλα η παρατεταμένη ακυβερνησία που δεν την αντέχει το τραπεζικό σύστημα, καθιστούν τις δεύτερες εκλογές ισοδύναμες με χάος και πλήρη κατάρρευση.

Μερικοί φαντασιώνονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, που αποκλείει τις συνεργασίες με άλλες πολιτικές δυνάμεις, αν έρθει πρώτο κόμμα μπορεί να επιδιώξει την αυτοδυναμία σε δεύτερες εκλογές. Αστεία πράγματα. Ακόμη κι αν του λείπουν λίγες έδρες για την αυτοδυναμία, οι δεύτερες εκλογές θα διαλύσουν τη χώρα και θα τον απομακρύνουν οριστικά από κάθε προοπτική κατάκτησης της εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και για τη Νέα Δημοκρατία. Αν επιδιώξει δεύτερες εκλογές, μάλλον αποχαιρετά οριστικά την εξουσία.

Η αναγκαιότητα κυβερνητικής λύσης υποχρεώνει σε συνεργασία και τις πολιτικές δυνάμεις του μεσαίου χώρου. Το Ποτάμι δεν μπορεί να την αρνηθεί είτε είναι πρώτο κόμμα η ΝΔ είτε είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι τραγικό για ένα νέο κόμμα που γνωρίζει ότι η ριζική αλλαγή της χώρας περνά μέσα από τη συντριβή του παλαιοκομματικού συστήματος να αναγκάζεται να συμπράξει είτε με μια λαϊκιστική Δεξιά είτε με μια αναχρονιστική Αριστερά. Όμως, αν ισχύει ότι βρισκόμαστε πάλι σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η συνεργασία αποτελεί πράξη ανάληψης ευθύνης.

Η ευθύνη, όμως, περιορίζεται στο να αποφευχθεί άμεσα η κατάρρευση της χώρας και προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να αναζητηθούν οι όροι μιας πιθανής συνεργασίας. Η συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ έχει ως λογική προϋπόθεση την διασφάλιση της θέσης μας στην Ευρώπη και το ευρώ πράγμα που σημαίνει ότι η όποια διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας εξυπακούεται ότι γίνεται με δεδομένη την αποδοχή και το πλαίσιο των δεσμεύσεων μας. Κι επειδή όλοι γνωρίζουμε ότι οι διακομματικές συμφωνίες στα χαρτιά δεν διασφαλίζουν τίποτα, η κρίσιμη θέση του Υπουργού Οικονομικών πρέπει να ανατεθεί σε μια μη πολιτική προσωπικότητα αναμφισβήτητων φιλοευρωπαϊκών πεποιθήσεων ώστε να μην υπάρξουν μονομερείς εκπλήξεις.

«Δύσκολο είναι να ζητάς από τον ΣΥΡΙΖΑ να καταπιεί κάτι τέτοιο» θα αντιτάξει κάποιος. Όμως, το Ποτάμι δεν μπορεί παρά να το ζητήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ καλά θα κάνει να το δεχτεί. Το Ποτάμι δεν μπορεί παρά να θέσει αυτόν τον όρο γιατί αλλιώς δεν σώζεται η χώρα και δεν έχει νόημα η κυβερνητική συνεργασία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί παρά να τον δεχτεί, αλλιώς προχωρεί σε εκλογές ζητώντας αυτοδυναμία για να έχει λυτά τα χέρια ώστε να μας βγάλει από την Ευρώπη. Ακόμη κι αν ελπίζει ότι επιβιώνουμε του χάους των δεύτερων εκλογών είναι αφέλεια να πιστεύει ότι θα βγει ενισχυμένος με μια απροκάλυπτη αντιευρωπαϊκή πολιτική.

Στην παρούσα συγκυρία, το Ποτάμι ούτε στη Νέα Δημοκρατία, αν είναι πρώτο κόμμα, μπορεί να αρνηθεί τη συνεργασία. Όμως, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να συμπράξει σε μια διακυβέρνηση, η οποία όχι μόνο μας οδηγεί σε αργό θάνατο αναβιώνοντας το πελατειακό κράτος που μας έφερε στην δεινή θέση που είμαστε, αλλά όπως αποδείχθηκε με την νέα υπαρξιακή κρίση που διανύουμε θέτει ανά πάσα στιγμή σε κίνδυνο την ανάταξη της χώρας. Η αξιοκρατία αρχίζοντας από τους ανώτερους αξιωματούχους, η ανάπτυξη με κίνητρα και χρηματοδότηση ιδιαίτερα της νεανικής επιχειρηματικότητας, άμεσες θεσμικές αλλαγές όπως η αναθεώρηση του Συντάγματος και ο εκλογικός νόμος, είναι μερικά από τα παραδείγματα όρων που τίθενται για την διασφάλιση μιας νέας πορείας. Κι εδώ, όμως, επειδή οι διακομματικές συμφωνίες δεν αρκούν για τη τήρησή τους, πρέπει να υπάρξει νέο πρόσωπο στη θέση του Πρωθυπουργού που θα εκφράσει τη νέα κυβερνητική συνεργασία.

«Δύσκολο να ζητάς από τη Νέα Δημοκρατία να καταπιεί κάτι τέτοιο, όταν θα έχει έρθει πρώτο κόμμα στις εκλογές», θα αντιτείνει κάποιος. Ο όρος δεν είναι να μην προέρχεται ο Πρωθυπουργός από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά να μην είναι το πρόσωπο που θα εκφράζει μια δόση από τα παλιά. Η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να το αρνηθεί λέγοντας «αφού δεν θέλετε τον Σαμαρά πάω σε εκλογές», γιατί, ακόμη κι αν ελπίζει ότι θα επιβιώσουμε του χάους των δεύτερων εκλογών, δεν μπορεί να πιστεύει ότι θα βγει κερδισμένη αν οδηγήσει τη χώρα στην περιπέτεια χάριν ενός προσώπου.

Όσο και να φαίνεται περίεργο από την ακυβερνησία ο λιγότερο χαμένος θα είναι το Ποτάμι. Αφενός κανείς δεν θα του αποδώσει τεράστιες ευθύνες αφετέρου θα επιβεβαιώσει με τραγικό τρόπο τη θέση του ότι τόσο η Νέα Δημοκρατία όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ ευθύνονται για το αδιέξοδο της χώρας. Αυτή τη τραγική για τη χώρα επιβεβαίωση δεν τη θέλει το Ποτάμι και είναι διατεθειμένο να «λερωθεί» πριν καλά-καλά μπει στην πολιτική κονίστρα. Δεν έχει, όμως, κανένα νόημα να το κάνει αν δεν αντιλαμβάνονται όλοι ότι η επείγουσα κατάσταση υποχρεώνει σε μεγάλους συμβιβασμούς. Και μην νομίζετε ότι οι μεγαλύτεροι είναι να μην πάρει ο Μηλιός το Υπουργείο Οικονομικών ή ο Σαμαράς την Πρωθυπουργία. Τον μεγαλύτερο συμβιβασμό θα τον κάνει το ίδιο το Ποτάμι, αν συμπράξει είτε με τη Νέα Δημοκρατία είτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, τα κόμματα που τρέφονται από την κρίση. Θα το κάνει μόνο και μόνο γιατί υπάρχει επείγουσα ανάγκη αποτροπής της καταστροφής.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Πρόεδρος της Δημοκρατίας με 170 βουλευτές

Η ιδέα να μην υπολογιστούν οι ψήφοι των βουλευτών της Χρυσής Αυγής στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας προσκρούει στο άρθρο 32 παρ. 3 του Συντάγματος που απαιτεί στη τρίτη ψηφοφορία «πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών». Δεν υπάρχει αμφιβολία, λοιπόν, πως για να εκλεγεί Πρόεδρος, η τρίτη ψηφοφορία πρέπει να καταγράφει τουλάχιστον τον αριθμό 180.

Η τυπική αυτή προϋπόθεση, η οποία επαναλαμβάνω δεν μπορεί να ξεπεραστεί, καθιστά στην παρούσα συγκυρία την Χρυσή Αυγή καθοριστικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων. Αν ψηφίσει υπέρ, μάλλον εκλέγεται ΠτΔ, αν ψηφίσει κατά, μάλλον δεν εκλέγεται και οδηγούμαστε σε εκλογές.

Νομίζω ότι όπως θα έπρεπε να ντρεπόμαστε αν εκλεγόταν Πρόεδρος με τις ψήφους της Χρυσής Αυγής, το ίδιο πρέπει να ντρεπόμαστε αν με τις ίδιες ψήφους αποτραπεί η προεδρική εκλογή και οδηγηθούμε σε βουλευτικές εκλογές. Προτείνω στις πολιτικές δυνάμεις και στους ανεξάρτητους βουλευτές να πράξουν με τρόπο που να αποκλείει να προσμετρηθούν οι ψήφοι της Χρυσής Αυγής είτε υπέρ είτε κατά της εκλογής.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν οι δημοκρατικές δυνάμεις συμφωνήσουν ότι η δεύτερη ψηφοφορία είναι αποφασιστική και καθοριστική για την εκλογή και υπολογίσουν αναλόγως τις πλειοψηφίες. Πάμε στους υπολογισμούς. Τα τρία πέμπτα του αριθμού των βουλευτών μείον τους 18 που έχουν εκλεγεί με την Χρυσή Αυγή (συνυπολογίζω και τους δύο που ανεξαρτητοποιήθηκαν), δηλαδή τα τρία πέμπτα των 282 είναι 170. Αντιστοίχως, τα δύο πέμπτα που απαιτούνται για να αποτραπεί η εκλογή είναι 113. Αν η υποψηφιότητα Δήμα συγκεντρώσει 170 ψήφους στη δεύτερη ψηφοφορία, χωρίς φυσικά καμία χρυσαυγίτικη ψήφο, τότε η Βουλή πρέπει να αναγνωρίσει ότι συγκέντρωσε ουσιαστικά την απαιτούμενη πλειοψηφία και πρέπει να εκλεγεί Πρόεδρος. Αντιστοίχως, αν υπάρξουν 113 ψήφοι εναντίον της υποψηφιότητας Δήμα, χωρίς καμία χρυσαυγίτικη εννοείται, η Βουλή οφείλει να αναγνωρίσει ότι η υποψηφιότητα απέτυχε και πρέπει να προκηρυχθούν εκλογές.

Εφόσον υπάρξει τέτοια συμφωνία ως προς τη σημασία της δεύτερης ψηφοφορίας, στην τρίτη που απαιτούνται 180 ψήφοι, οι βουλευτές που μειοψήφησαν οφείλουν να προσχωρήσουν στην  πλειοψηφία ώστε να τηρηθεί το γράμμα του Συντάγματος. Αυτός είναι ο μόνος καθαρός τρόπος για μην προσμετρηθούν οι ψήφοι της Χρυσής Αυγής και να μην της επιτραπεί να αποτελεί παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων.

Posted in Uncategorized | 4 Comments